Ασύμμετρες απειλές

.
Οι ενδείξεις στρατιωτικής σύγκρουσης

Περαιτέρω, ο υπόγειος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος που ουσιαστικά ξεκίνησε το 2008 εκ μέρους των Η.Π.Α. (πηγή), διευρυνόμενος σε πολλά επίπεδα, όπως οι χρηματοπιστωτικές/νομισματικές επιθέσεις εναντίον της Ρωσίας με αιτιολογία την προσάρτηση της Κριμαίας και οι ενεργειακές αντιπαραθέσεις στη Μέση Ανατολή που φαίνεται πως νικητές είναι η Ρωσία με την Κίνα και το Ιράν, το αντίπαλο δέος, δεν είναι απίθανο να εξελιχθεί σε συμβατικό – κρίνοντας από τις δηλώσεις του προέδρου Putin, σύμφωνα με τις οποίες έδωσε εντολή στις ρωσικές βιομηχανίες να προετοιμασθούν γρήγορα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να στραφούν στην παραγωγή πολεμικού εξοπλισμού (πηγή: Independent).

Κατά τον κ. P.C. Roberts τώρα, πρώην σημαντικό στέλεχος της αμερικανικής κυβέρνησης, ο οποίος προειδοποιεί συχνά για τους κινδύνους μίας παγκόσμιας σύρραξης, ο Ρώσος πρόεδρος δεν θα είχε προβεί σε μία τέτοια ανακοίνωση, εάν δεν ήταν πεπεισμένος πως η απειλή είναι πραγματική – οφειλόμενη στο ότι, αφενός μεν η πανίσχυρη αμυντική/πολεμική βιομηχανία της υπερδύναμης χρειάζεται έναν πειστικό εχθρό για να δικαιολογήσει τον τεράστιο προϋπολογισμό της, αφετέρου στην επιμονή των Η.Π.Α. να διατηρήσουν την ηγεμονία του πλανήτη, την οποία αμφισβητεί κυρίως η Ρωσία ως δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη.

Θεωρεί επίσης πως το βαθύ αμερικανικό κράτος, το οποίο εκπροσωπείται από την κυρία Clinton που θα είχε ήδη επιτεθεί με πυρηνικά στη Ρωσία εάν εκλεγόταν, έχει στόχο την ανατροπή του κ. Trump – αδυνατώντας όμως να καταλάβει γιατί οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες είναι πρόθυμοι να θέσουν τις χώρες τους σε κίνδυνο προς όφελος των Η.Π.Α.

Αναφέρει δε ως παράδειγμα τις πρόσφατες δηλώσεις της πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας (πηγή), σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία αποτελεί απειλή για τη διεθνή ασφάλεια – ενώ παρεμβαίνει στις ευρωπαϊκές εκλογές καταδικάζοντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις! Όλα αυτά χωρίς να διαθέτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθώς επίσης παρά το ότι η ΕΕ προσπαθεί να οργανώσει μία «Ανατολική εταιρική σχέση» με τις πρώην επαρχίες της Σοβιετικής Ένωσης, όπως είναι η Λευκορωσία, η Μολδαβία, η Ουκρανία, η Γεωργία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν – ενώ το ΝΑΤΟ έχει περικυκλώσει κυριολεκτικά τη Ρωσία (γράφημα), τοποθετούμενο κατά μήκος των συνόρων της (άρθρο).

Ουσιαστικά λοιπόν η Δύση προσπαθεί να τοποθετήσει τις ανατολικές χώρες εναντίον της Ρωσίας, ενοχοποιώντας την αυθαίρετα για διάφορα πράγματα – ενώ η Ρωσία θεωρεί τις κατηγορίες αυτές ταυτόσημες με τους ψευδείς ισχυρισμούς εναντίον του Σ. Χουσεΐν στο Ιράκ πριν τη στρατιωτική εισβολή, του Καντάφι στη Λιβύη και της Συρίας. Ο αναπληρωτής αρχηγός της διοίκησης επιχειρήσεων του ρωσικού στρατού πάντως εξέφρασε δημοσίως την ανησυχία του πως οι Η.Π.Α. προετοιμάζουν μία πυρηνική επίθεση εναντίον της χώρας του – ενώ ο πρόεδρος Putin επέστησε την προσοχή στη συλλογή ρωσικού DNA από ένα αμερικανικό εργαστήριο πολεμικού εξοπλισμού, η οποία συνεπάγεται την κατασκευή ενός βιο-όπλου εναντίον της Ρωσίας.

Όλα αυτά θα μπορούσαν βέβαια να είναι ενέργειες, με στόχο να πεισθεί η Ρωσία πως θα δεχθεί έναν πυρηνικό πόλεμο – οπότε αφενός μεν να δαπανάει τεράστια ποσά για την άμυνα της εις βάρος του βιοτικού επιπέδου των Πολιτών της, αφετέρου να κάνει κάποιο λάθος που θα δώσει αφορμή στις Η.Π.Α. να επιτεθούν. Σε συνδυασμό δε με τον πόλεμο των ΜΜΕ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται πια τα δυτικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ελέγχονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις Η.Π.Α., με την προπαγάνδα που ασκείται δηλαδή με τη βοήθεια τους, δεν είναι απίθανο να πετύχουν τα σχέδια της υπερδύναμης – οδηγώντας τον πλανήτη σε επικίνδυνες περιπέτειες.

Η προσπάθεια πάντως του προέδρου της αμερικανικής ομοσπονδιακής επιτροπής επικοινωνιών να θέσει τέλος στην ουδετερότητα του διαδικτύου (πηγή), όλες οι άλλες που ευρίσκονται σε εξέλιξη με στόχο την παραποίηση της πραγματικότητας, καθώς επίσης η προπαγάνδα εναντίον της Ρωσίας από πολλά δυτικά ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων γερμανικών, οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι Η.Π.Α. πραγματικά προετοιμάζονται για τη διεξαγωγή ενός στρατιωτικού πολέμου με τη Ρωσία – πόσο μάλλον αφού η ήττα τους στη Μέση Ανατολή είναι δεδομένη, ενώ τυχόν συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας με την Κίνα και τη Ρωσία θα έθετε τέλος στο σύστημα των πετροδολαρίων, οπότε θα οδηγούσε στην ξαφνική κατάρρευση του αμερικανικού νομίσματος και ολόκληρης της οικονομίας των Η.Π.Α.

Επίλογος  

Οι γεωπολιτικές προβλέψεις, τις οποίες εξετάζουμε πάντοτε από την οικονομική τους πλευρά, δεν είναι ποτέ ασφαλείς – αποτελούν όμως σημαντικές ενδείξεις σχετικά με το τι είναι πιθανόν να συμβεί στο μέλλον, είτε για να αποφευχθούν τα χειρότερα, είτε για να είναι κανείς σωστά προετοιμασμένος. Θεωρείται όμως σίγουρο πως οι Η.Π.Α. δεν θα εγκαταλείψουν αμαχητί την παγκόσμια ηγεμονία τους – ενώ η οικονομία τους κινδυνεύει πολύ σοβαρά να καταρρεύσει, από πολλές διαφορετικές πλευρές, ειδικά εάν πληγεί το σύστημα του πετροδολαρίου και χάσει το δολάριο τα προνόμια του μακράν ισχυρότερου παγκόσμιου αποθεματικού και συναλλακτικού νομίσματος.

Το γεγονός δε ότι, η υπερδύναμη δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το ευρωπαϊκό σύστημα διακανονισμού τραπεζικών συναλλαγών Swift για πολιτικούς λόγους, αποκόπτοντας το 2012 το Ιράν με αποτέλεσμα να απομονωθεί εντελώς από το διεθνές εμπόριο (ευτυχώς δεν τα κατάφερε με τη Ρωσία), είναι εξαιρετικά ανησυχητικό – ενώ οι ενέργειες της όσον αφορά τα ΜΜΕ τεκμηριώνουν πως ο ψυχρός πόλεμος εντείνεται ξανά, γεγονός που σημαίνει πως πράγματι προετοιμάζεται για την τελική σύγκρουση.

Από την άλλη πλευρά η Ρωσία δεν φαίνεται πρόθυμη να υποχωρήσει, ούτε η Κίνα που τη στηρίζει οικονομικά – σημειώνοντας πως εκτός από τη Σαουδική Αραβία, η Ρωσία ανακοίνωσε επίσης την πρόθεση της να εκδώσει τα πρώτα ομόλογα σε γουάν (πηγή), προτού απομονωθεί από τις δυτικές αγορές. Το γεγονός αυτό αποτελεί πρόκληση για τις Η.Π.Α. και το δολάριο, αφού αυξάνει την ισχύ του κινεζικού νομίσματος και θέτει σε κίνδυνο το αμερικανικό νόμισμα, καθώς επίσης τη χρηματοδότηση των υπερχρεωμένων Η.Π.Α. – πόσο μάλλον όταν η δύο μεγαλύτεροι πιστωτές τους, η Ιαπωνία και η Κίνα, συνεχίζουν να πουλούν τα ομόλογα τους (γράφημα).

Ως εκ τούτου, η σύγκρουση είναι πιθανότατα αναπόφευκτη, έχοντας ως ουσιαστική αφετηρία τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – όπου φάνηκαν για πρώτη φορά καθαρά οι μεγάλες αδυναμίες των Η.Π.Α. και τα οικονομικά τους προβλήματα που κλήθηκαν να πληρώσουν χώρες όπως η Γερμανία (η χώρα έχασε πολύ μεγάλα ποσά από τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, ενώ στη συνέχεια τα κατάφερε εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της και την ευρωπαϊκή κρίση υπερχρέωσης – παρά την απροσδόκητη εισβολή του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη).