.

Ο Αμερικανός καθηγητής προειδοποιεί για τον τεράστιο κίνδυνο ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη – ο οποίος θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε πυρηνικό, παρασύροντας ολόκληρο τον πλανήτη στον όλεθρο. Εν τούτοις δεν δόθηκε καμία σημασία στην επιστολή, με εξαίρεση ελάχιστα γερμανικά ΜΜΕ – ενώ η προσοχή όλων είναι στραμμένη στον πόλεμο του Ιράν που στην ουσία είναι μάλλον λιγότερο επικίνδυνος. Η θέση του Sachs που ασφαλώς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ρωσόφιλος, έχοντας συμμετοχή στη λεηλασία της Ρωσίας από το ΔΝΤ τη δεκαετία του 1990, θα ήταν απαραίτητη για έναν δημοκρατικό διάλογο – όπου τα επιχειρήματά του θα μπορούσαν να επικριθούν, να αντικρουστούν ή να συζητηθούν. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα έπρεπε πρώτα να γίνουν γνωστά – πολύ περισσότερο όταν αρκετοί που ενημερώνονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ έχουν την εντύπωση ότι, υπάρχει μόνο μία σοβαρή άποψη για τη σύγκρουση παγκοσμίως. Όποιος παρεκκλίνει δε από αυτήν την άποψη, είτε αγνοείται είτε παρουσιάζεται ως ξένο σώμα – οπότε δεν πρόκειται πλέον για μία δημοσιογραφία που επιτρέπει το διάλογο, αλλά δυστυχώς για μία δημοσιογραφία που διαχειρίζεται το διάλογο.
.
Άρθρο
Ο Jeffrey Sachs δεν είναι ένας οποιοσδήποτε – αφού πρόκειται για έναν σταρ οικονομολόγο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος διετέλεσε ειδικός σύμβουλος στον ΟΗΕ και στο ΔΝΤ, στην Παγκόσμια Τράπεζα, στον ΟΟΣΑ και στον ΠΟΕ, συμβουλεύοντας πολλά κράτη του πρώην Ανατολικού Μπλοκ σε θέματα οικονομικής πολιτικής.
Τώρα, ο ίδιος ο Jeffrey Sachs απηύθυνε μια δραματική ανοιχτή επιστολή στον Γερμανό καγκελάριο Merz (πηγή) – απαιτώντας άμεση διπλωματική πρωτοβουλία με τη Ρωσία, για να αποτραπεί μια περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία και ενδεχομένως ένας πόλεμος μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Η θέση του Sachs θα ήταν απαραίτητη για έναν δημοκρατικό διάλογο – όπου τα επιχειρήματά του θα μπορούσαν να επικριθούν, να αντικρουστούν ή να συζητηθούν. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα έπρεπε πρώτα να γίνουν γνωστά – πολύ περισσότερο όταν αρκετοί που ενημερώνονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ έχουν την εντύπωση ότι, υπάρχει μόνο μία σοβαρή άποψη για τη σύγκρουση παγκοσμίως.
Όποιος παρεκκλίνει δε από αυτήν την άποψη, είτε αγνοείται είτε παρουσιάζεται ως ξένο σώμα – οπότε δεν πρόκειται πλέον για μία δημοσιογραφία που επιτρέπει τον διάλογο, αλλά δυστυχώς για δημοσιογραφία που διαχειρίζεται τον διάλογο. Ακολουθεί η επιστολή του Sachs σε ελεύθερη μετάφραση:
Αγαπητέ Καγκελάριε Merz,
Πριν από έξι μήνες, όταν σας έγραψα μια ανοιχτή επιστολή, απηύθυνα έκκληση στη Γερμανία να επιδιώξει διπλωματικές διαδικασίες με τη Ρωσία, αντί να ομαλοποιήσει τον πόλεμο. Έξι μήνες αργότερα, η κατάσταση στην Ευρώπη έχει επιδεινωθεί δραματικά. Η Ευρώπη και η Ρωσία οδεύουν σε ανοιχτό πόλεμο. Σε αυτήν την κατάσταση, εσείς, κύριε Καγκελάριε, φέρετε μια μοναδική ευθύνη. Κανένας άλλος Ευρωπαίος αρχηγός κράτους ή κυβέρνησης – ούτε στο Παρίσι, ούτε στη Βαρσοβία, ούτε στη Ρώμη – δεν έχει το βάρος της Γερμανίας ή τη δύναμη που εσείς προσωπικά διαθέτετε για να αποτρέψετε αυτήν την καταστροφή. Θα εργαστείτε για την ειρήνη;
Τον Ιανουάριο του 2026, εσείς ο ίδιος, μαζί με την πρωθυπουργό Meloni και τον πρόεδρο Macron, ζητήσατε την επανέναρξη των σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, αναφερόμενοι στη Ρωσία ως «ευρωπαϊκή χώρα». Ωστόσο, δεν έχετε ακολουθήσει αυτή τη διπλωματία. Δεδομένου του μέλλοντος της Ευρώπης, το οποίο διακυβεύεται, πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου παραίτηση από τον ηγετικό σας ρόλο. Κατά τη διάρκεια της θητείας σας ως Καγκελάριου, επιχειρήσατε ποτέ έναν ουσιαστικό διάλογο με τον Πρόεδρο Putin; Επιχείρησε ποτέ ο Υπουργός Εξωτερικών σας έναν ουσιαστικό διάλογο με τον Υπουργό Εξωτερικών Lavrov; Γνήσιες συνομιλίες, όπως αυτές που τερμάτισαν τον Ψυχρό Πόλεμο; Από όσο δείχνουν τα δημόσια αρχεία, η απάντηση είναι όχι. Ούτε μία φορά. Και όχι επειδή δεν αναγνωρίστηκε η επείγουσα ανάγκη.
Τις τελευταίες ημέρες παρατηρήθηκε μια επικίνδυνη κλιμάκωση που θα έπρεπε να αποτελέσει αφύπνιση για όλους τους Ευρωπαίους. Και οι δύο πρωτεύουσες δέχονται τώρα συνεχείς επιθέσεις: Ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας έχουν χτυπήσει βαθιά στη Μόσχα, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών στόχων. Οι ρωσικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο Κίεβο έχουν ενταθεί δραματικά.
Ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν εισέλθει στον εναέριο χώρο των χωρών της Βαλτικής, αυξάνοντας την άμεση απειλή ενός περιστατικού που θα μπορούσε να εμπλέξει την Ευρώπη απευθείας σε πόλεμο. Μια φρικτή ουκρανική επίθεση σε ένα σχολείο αγοριών στο Luhansk έχει υπονομεύσει περαιτέρω κάθε εναπομένουσα αυτοσυγκράτηση. Στις 25 Μαΐου, ο Υπουργός Εξωτερικών S. Lavrov, ενεργώντας κατόπιν εντολών του Προέδρου Πούτιν, ενημέρωσε επίσημα τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ ότι, οι ρωσικές δυνάμεις διεξάγουν πλέον «συστηματικές και συνεχείς επιθέσεις» σε εγκαταστάσεις και κέντρα λήψης αποφάσεων στο Κίεβο.
Το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών συμβούλευσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες να «διασφαλίσουν την εκκένωση του διπλωματικού προσωπικού και των πολιτών τους από την ουκρανική πρωτεύουσα». Αυτή η είδηση σηματοδοτεί την αρχή μιας μαζικής κλιμάκωσης. Η διπλωματία είναι πιο επείγουσα από ποτέ.
Η πορεία προς την υπεράσπιση της Ουκρανίας δεν είναι η συνέχιση της σφαγής, αλλά η ειρήνη με όρους αποδεκτούς από όλα τα μέρη. Αντίθετα, αντιμετωπίζουμε κλιμάκωση με ακόμη περισσότερους θανάτους, ακόμη περισσότερη καταστροφή και τον πραγματικό κίνδυνο ενός πολέμου που εξαπλώνεται πέρα από την Ουκρανία. Απαιτώντας όλο και περισσότερα όπλα, όλο και μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες και όλο και πιο δυνατές επιδείξεις «αποφασιστικότητας», σηματοδοτώντας ότι η Γερμανία προετοιμάζεται για πόλεμο αντί να εργάζεται για τον τερματισμό του, έχετε μετατρέψει το Βερολίνο σε επιταχυντή, αντί για αποτρεπτικό, ενός πανευρωπαϊκού πολέμου.
Ευθύνη της Γερμανίας: Έξι σημεία
Η Γερμανία φέρει σημαντική ευθύνη για την τρέχουσα κατάσταση. Πριν η γερμανική πολιτική κατευθυνθεί προς την ειρήνη, πρέπει να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια το παρελθόν της Γερμανίας. Παρακάτω, παραθέτω έξι σοβαρές αποτυχίες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία, από την επανένωση της Γερμανίας το 1990.
Πρώτον – η Συμφωνία Δύο Συν Τέσσερα και η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1990, η Γερμανία υπέγραψε τη Συνθήκη για την Τελική Διευθέτηση των Γερμανικών Υποθέσεων – τη «Συμφωνία Δύο Συν Τέσσερα» – στη Μόσχα, ολοκληρώνοντας την επανένωση της Γερμανίας. Αυτή η συνθήκη προέκυψε επειδή ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έλαβε επίσημες διαβεβαιώσεις από τον Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, τον Χέλμουτ Κολ, τον Τζέιμς Μπέικερ και άλλους Δυτικούς ηγέτες ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά.
Τα δημοσιευμένα έγγραφα – συμπεριλαμβανομένων των πλέον προσβάσιμων στο κοινό υπομνημάτων από το Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον – είναι σαφή: Αυτές οι διαβεβαιώσεις δόθηκαν και, όπως δηλώθηκε σαφώς εκείνη την εποχή, είχαν ως στόχο να επεκταθούν πέρα από το έδαφος της πρώην ΛΔΓ για να συμπεριλάβουν την Ανατολική Ευρώπη. Επιβεβαιώθηκαν το 1990 και το 1991.
Η Συμφωνία Δύο Συν Τέσσερα περιορίζει τη στάθμευση στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στην πρώην ΛΔΓ και υπενθυμίζει τις αρχές της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, η οποία τονίζει ότι η ασφάλεια ενός έθνους δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της ασφάλειας ενός άλλου.
Πιστεύει κανείς σοβαρά ότι η Σοβιετική Ένωση απέρριψε τα δυτικά στρατεύματα στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ, αλλά αδιαφόρησε για τους στρατούς του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία, το Βίλνιους ή το Κίεβο; Φυσικά και όχι. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ συζητήθηκε εκτενώς και η Γερμανία έδωσε στη σοβιετική ηγεσία σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα αρνούνταν την επέκταση προς ανατολάς — διαβεβαιώσεις που αργότερα παραβίασε. Η Γερμανία επωφελήθηκε περισσότερο από αυτές τις διαβεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούσαν την παραχώρηση για την επανένωση της Γερμανίας. Ωστόσο, ήδη από το 1993, Γερμανοί πολιτικοί άρχισαν να παραβιάζουν αυτές τις διαβεβαιώσεις.
Δεύτερον – η δήλωση της ίδιας της Καγκελαρίου Μέρκελ
Στα απομνημονεύματά της, η Ά. Μέρκελ γράφει με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια ότι κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του Βουκουρεστίου το 2008, κατάλαβε πως η πρόσκληση της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, θα ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου κατά της Ρωσίας. Γνώριζε την κόκκινη γραμμή της Ρωσίας. Κι όμως, ενέδωσε στην αμερικανική πίεση και αποδέχτηκε τη συμβιβαστική δήλωση ότι, η Ουκρανία και η Γεωργία «θα μπορούσαν» τελικά να γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ.
Αυτή η μοναδική πρόταση έθεσε σε κίνηση τις καταστροφές του 2014 και του 2022. Η επακόλουθη «ανοιχτότητα» της Μέρκελ είναι ένα δώρο για τους διαδόχους της: τους είπε ξεκάθαρα και κατηγορηματικά αυτό που ήταν σαφές εκείνη την εποχή. Η Γερμανία δεν πρέπει να προσποιείται το αντίθετο τώρα.
Τρίτον – η προδοσία της συμφωνίας της 21ης Φεβρουαρίου 2014
Στις 21 Φεβρουαρίου 2014, ο τότε Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, μαζί με τους Πολωνούς και Γάλλους ομολόγους του, μεσολάβησαν για την επίτευξη συμφωνίας στο Κίεβο μεταξύ του Προέδρου Γιανουκόβιτς και της αντιπολίτευσης. Η συμφωνία προέβλεπε την επαναφορά του συντάγματος του 2004, τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας και πρόωρες προεδρικές εκλογές.
Ζητήθηκε η γνώμη του Προέδρου Πούτιν και η συμφωνία επικυρώθηκε. Ήταν μια σημαντική διπλωματική επιτυχία σε μια κατάσταση έντονης έντασης και ανοιχτής βίας. Ωστόσο, μέσα σε 24 ώρες, ο Γιανουκόβιτς ανατράπηκε με βίαιο πραξικόπημα.
Η Γερμανία δεν επέμεινε στη συμφωνία που μόλις είχε εγγυηθεί. Αντίθετα, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, η Γερμανία υποστήριξε τη νέα κυβέρνηση σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ συμφωνία. Αυτή η απόφαση ενίσχυσε την πεποίθηση της Μόσχας ότι, δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν τις δυτικές υπογραφές.
Τέταρτο – Minsk II
Τον Φεβρουάριο του 2015, η Καγκελάριος Μέρκελ διαπραγματεύτηκε προσωπικά τη Συμφωνία του Minsk II στο πλαίσιο της Νορμανδικής Μορφής και, στη δήλωση υποστήριξης που υιοθετήθηκε στο Minsk στις 12 Φεβρουαρίου 2015, δεσμεύτηκε για την πολιτική υποστήριξη της Γερμανίας. Για επτά χρόνια, η κεντρική πολιτική διάταξη -αυτονομία για τις περιοχές του Ντονμπάς εντός μιας κυρίαρχης Ουκρανίας- δεν εφαρμόστηκε από το Κίεβο. Η Γερμανία δεν άσκησε καμία πίεση στο Κίεβο για να εφαρμόσει τη διάταξη αυτονομίας που είχε η ίδια απαιτήσει.
Η Μέρκελ αργότερα παραδέχτηκε ότι η συμφωνία είχε χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για να μπορέσει η Ουκρανία να επανεξοπλιστεί. Ο Πρόεδρος Ολάντ εξέφρασε παρόμοια συναισθήματα. Η εγγύηση, επομένως, δεν ήταν καθόλου εγγύηση. Ήταν μια στρατηγική – και πάλι κατ’ εντολή της Ουάσιγκτον. Για άλλη μια φορά, το μήνυμα προς τη Μόσχα ήταν σαφές: δεν μπορούν να εμπιστευτούν τις δυτικές υπογραφές.
Πέμπτο – Nord Stream
Στις 7 Φεβρουαρίου 2022, ο Πρόεδρος Μπάιντεν ανακοίνωσε στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου – παρουσία του τότε Υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς τα εξής: «Εάν η Ρωσία εισβάλει στην Ουκρανία, ο Nord Stream 2 δεν θα υπάρχει. Θα του βάλουμε τέλος». Όταν ρωτήθηκε πώς, απάντησε: «Σας υπόσχομαι, θα μπορέσουμε να το κάνουμε».
Επτά μήνες αργότερα, οι αγωγοί καταστράφηκαν από μια πράξη δολιοφθοράς στη Βαλτική Θάλασσα. Τα διαθέσιμα στοιχεία – έρευνα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, οι έρευνες της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας και οι δημόσιες δηλώσεις πρώην αξιωματούχων – υποδεικνύουν συντριπτικά μια κοινή ουκρανο-αμερικανική επιχείρηση. Η γερμανική κυβέρνηση το γνώριζε αυτό εδώ και πολύ καιρό. Κι όμως, η Γερμανία επέτρεψε να μετατοπιστεί η δημόσια ευθύνη στη Ρωσία, σε αντίθεση με τα σαφή στοιχεία, ενώ μια πράξη βιομηχανικής δολιοφθοράς κατά της γερμανικής οικονομίας έμεινε ατιμώρητη και αναπάντητη.
Έκτο – η Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης του Απριλίου 2022, η οποία ήταν εφικτή
Μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022, Ρώσοι και Ουκρανοί διαπραγματευτές συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτούν τους όρους μιας ειρηνευτικής συμφωνίας: την ουδετερότητα της Ουκρανίας εκτός του ΝΑΤΟ, πολυμερείς εγγυήσεις ασφάλειας, συμφωνημένα όρια στρατευμάτων και μια σταδιακή πολιτική λύση στα ζητήματα του Ντονμπάς και της Κριμαίας.
Η συμφωνία ήταν στα πρόθυρα της υπογραφής. Ο πρώην Ισραηλινός πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ένας από τους μεσολαβητές, επιβεβαίωσε δημόσια ότι η συμφωνία ήταν επικείμενη και ότι η Δύση -ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία- είχαν προσπαθήσει να την αποτρέψουν.
Η αποστολή του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον στο Κίεβο τον Απρίλιο του 2022 για να δώσει εντολή στην Ουκρανία να μην υπογράψει τη συμφωνία, είναι κάτι που έχει καταγραφεί. Εκατοντάδες χιλιάδες ζωές Ουκρανών και Ρώσων, καθώς και ολόκληρη η ευρωπαϊκή τάξη, έχουν πληρώσει το τίμημα για αυτήν την αμερικανο-βρετανική παρέμβαση. Η Γερμανία παρέμεινε σιωπηλή -παρόλο που η Γερμανία, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, έχει υποστεί τις οικονομικές συνέπειες.
Η οικονομική αυτοκαταστροφή της Γερμανίας
Η ύψιστη προτεραιότητα πρέπει να είναι η ειρήνη. Τα τελευταία νέα από τη Μόσχα υπογραμμίζουν τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Αλλά παράλληλα με την πρώτη καταστροφή, μια δεύτερη διαφαίνεται: η σκόπιμη καταστροφή της γερμανικής οικονομίας, με το Βερολίνο να είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα.
Η βιομηχανία της Γερμανίας βασιζόταν στο εμπόριο με τη Ρωσία. Η καταστροφή του Nord Stream και η επακόλουθη κατάρρευση των γερμανορωσικών εμπορικών σχέσεων, οδήγησαν τη Γερμανία στην αγορά φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ σε τιμές πολλαπλάσιες από το ρωσικό αέριο που αντικαθιστά. Πρόκειται για βιομηχανική αυτοκτονία.
Οι χημικές, χαλυβουργικές και υαλουργικές βιομηχανίες της Γερμανίας, καθώς και οι ενεργοβόροι κατασκευαστές – το θεμέλιο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) της – χάνουν καθημερινά τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους. Οι εξειδικευμένες θέσεις εργασίας εξαφανίζονται από τη γερμανική οικονομία. Επιπλέον, οι Γερμανοί φορολογούμενοι και καταναλωτές μεταφέρουν εθνικά περιουσιακά στοιχεία από τη Γερμανία σε Αμερικανούς παραγωγούς φυσικού αερίου, σε μία κλίμακα άνευ προηγουμένου στην μεταπολεμική Ευρώπη.
Εκτός αυτού, η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει τώρα μια μαζική συσσώρευση όπλων -εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ την επόμενη δεκαετία- για να προετοιμαστεί για έναν πόλεμο που θα μπορούσε εύκολα να είχε αποτραπεί μέσω της διπλωματίας. Πρόκειται για μια κατάφωρη κακή κατανομή των εθνικών πόρων.
Η κεντρική πρόκληση για τη Γερμανία αυτή τη δεκαετία, είναι η ανταγωνιστικότητα στην ψηφιακή εποχή. Κάθε ευρώ που δαπανάται σε άρματα μάχης, πυραύλους και βλήματα πυροβολικού, είναι ένα ευρώ λιγότερο για τις δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης της Γερμανίας, την ανάπτυξη και κατασκευή τσιπ, την ενεργειακή της υποδομή και τα ψηφιακά δίκτυα υψηλής ταχύτητας που χρειάζεται για να παραμείνει κορυφαία οικονομική δύναμη.
Η πικρή πραγματικότητα, κύριε Καγκελάριε, είναι η εξής: αυτά τα όπλα δεν μπορούν να αγοράσουν την ασφάλεια που θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της διπλωματίας, με ένα κλάσμα του κόστους. Χωρίς τις επενδύσεις στην ψηφιοποίηση και την ενέργεια που εκτοπίζονται από αυτή την συσσώρευση όπλων, δεν μπορεί να επιτευχθεί ευημερία.
Η έκκλησή μου: Κύριε Καγκελάριε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο αρχηγό κράτους ή κυβέρνησης, καλείστε να αποφασίσετε εάν η Ευρώπη θα διολισθήσει σε έναν γενικό πόλεμο ή θα επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις και την οικονομική λογική. Είναι καιρός να δράσουμε. Το πρόσφατο επίσημο μήνυμα της Μόσχας προς την Ουάσιγκτον το καταδεικνύει ξεκάθαρα.
Παρακαλώ ξεκινήστε διάλογο με τον Πρόεδρο Πούτιν. Παρακαλώ στείλτε τον Υπουργό Εξωτερικών σας στη Μόσχα ή προσκαλέστε τον Ρώσο Υπουργό Εξωτερικών στο Βερολίνο. Παρακαλώ ανοίξτε ξανά τους διαύλους του ΟΑΣΕ που η Γερμανία έχει επιτρέψει να ατροφήσουν. Παρακαλώ παροτρύνετε το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις του σε αμάχους.
Πάνω απ’ όλα: Πείτε στο γερμανικό κοινό την αλήθεια. Μια διαπραγματευμένη ειρήνη, βασισμένη στην ουδετερότητα της Ουκρανίας, είναι η ρεαλιστική διέξοδος από αυτήν την καταστροφή, ενώ η αποκατάσταση των ομαλών οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία είναι η μοναδική ρεαλιστική διέξοδος από την βιομηχανική παρακμή της Γερμανίας.
Οι προϋποθέσεις για μια αποδεκτή συμφωνία που θα μπορούσε να προτείνει η Γερμανία είναι σαφείς: Οι μάχες θα σταματούσαν κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός. Όλες οι πλευρές θα αποκήρυσσαν οποιαδήποτε μελλοντική χρήση βίας σε συνοριακές διαφορές. Η Ουκρανία θα αποκαθιστούσε την ουδετερότητά της και το ΝΑΤΟ θα απείχε οριστικά από την περαιτέρω επέκταση προς ανατολάς.
Η Ευρώπη και η Ρωσία θα επαναλάμβαναν τις οικονομικές τους σχέσεις και θα τερματιζόταν η πολεμοκάπηλη πραγματικότητα. Ο ΟΑΣΕ θα γινόταν για άλλη μια φορά το κεντρικό φόρουμ για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, με βάση την αρχή ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι αδιαίρετη και δεν βασίζεται σε στρατιωτικά μπλοκ που διχάζουν την Ευρώπη. Σε ένα τέτοιο ειρηνικό σενάριο, η Γερμανία θα μπορούσε να επικεντρώσει τους εθνικούς της πόρους στις επενδύσεις στην ψηφιοποίηση, στην τεχνητή νοημοσύνη, στους ημιαγωγούς και στην ενέργεια που απαιτεί το οικονομικό μέλλον της Γερμανίας.
Η ιστορία θα θυμάται τι κάνετε και τι δεν θα κάνετε τις επόμενες εβδομάδες. Το ίδιο ισχύει και για το γερμανικό κοινό, τους λαούς της Ρωσίας, της Ουκρανίας και ολόκληρης της Ευρώπης. Είναι ώρα για διπλωματία, κύριε Καγκελάριε. Η επιλογή είναι δική σας.
Με σεβασμό,
Καθηγητής Jeffrey D. Sachs στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια
