.

Η ιταλική κυβέρνηση θέλει να μετριάσει τον αντίκτυπο των σοκ στις τιμές της ενέργειας μέσω δημοσιονομικών μέτρων, αλλά εμποδίζεται από την ΕΚΤ – η οποία, παρά το ότι διαθέτει τα εργαλεία για τη στήριξη τέτοιων μέτρων, την απειλεί. Πώς; Δηλώνοντας ότι θα «αμυνθεί» απέναντι στις υπερβολικά χαλαρές κρατικές δαπάνες, με αυστηρότερη νομισματική πολιτική – ακυρώνοντας έτσι τα μέτρα οικονομικής τόνωσης που επιδιώκουν οι κυβερνήσεις! Η Ελλάδα βέβαια, παρά το ότι έχει την προεδρία του Eurogroup, είναι ανύπαρκτη – αφού η κυβέρνηση της είναι βέβαιη ότι, οι Έλληνες δεν πρόκειται να αντιδράσουν στη φορολογική και λοιπή ληστεία τους. Ότι θα συνεχίσουν να αποδέχονται το κατάντημα τους στην τελευταία θέση της ΕΕ, τη θανατηφόρα ακρίβεια, τα αχόρταγα καρτέλ, την απώλεια των σπιτιών τους κοκ. – επειδή πάσχουν, μετά τα συνεχή μνημόνια, από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης.
.
Επικαιρότητα
Περί τα τέλη Μαΐου, η Ιταλίδα πρωθυπουργός G. Meloni έστειλε μία επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – στην κυρία Ursula von der Leyen. Αυτό που ζητούσε, ήταν η χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης – έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το αυξανόμενο κόστος ενέργειας λόγω των δύο πολέμων, με μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και όχι εις βάρος των Ιταλών Πολιτών.
Με δεδομένο όμως το ότι, η Ιταλία εξακολουθεί να ευρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, με νέο δανεισμό στο 3% του ΑΕΠ της, οι επιπλέον δαπάνες είναι ουσιαστικά ταμπού για τη χώρα – πόσο μάλλον όταν η ΕΚΤ είναι αντίθετη με την υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, παρά το ότι έχει στη διάθεση της εργαλεία για να περιορίσει την άνοδο του δείκτη χρέους.
Περαιτέρω, η G. Meloni υποστηρίζει την ονομαζόμενη «ρήτρα διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης – η οποία, προς το παρόν, χαλαρώνει μόνο για τις αμυντικές και τις εξοπλιστικές δαπάνες. Σύμφωνα όμως με την Ιταλίδα πρωθυπουργό, η ασφάλεια δεν μετριέται μόνο με βάση τις αμυντικές ικανότητες – αλλά, επιπλέον, με βάση την οικονομική σταθερότητα και την οικονομικά προσιτή ενέργεια.
Διευκρίνισε λοιπόν ότι, η Ιταλία ενδέχεται να μην είναι σε θέση να έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα όπλων SAFE της ΕΕ – εκτός εάν της παρασχεθεί πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία, για τις ενεργειακές δαπάνες. Υποστήριξε δε ότι, θα ήταν απαράδεκτο για τους Πολίτες να λαμβάνει η χώρα τους δάνεια για όπλα, ενώ η οικονομία απειλείται από το ενεργειακό κόστος – υπενθυμίζοντας εδώ πως το SAFE παρέχει συνολικά 150 δις € σε αμυντικά δάνεια, για τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Συνεχίζοντας, στο περιθώριο της συνεδρίασης του Eurogroup στις 22 και 23 Μαΐου 2026, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ V. Dombrovskis, αναφέρθηκε απευθείας στις απαιτήσεις της Ιταλίας, επιβεβαιώνοντας πως η Επιτροπή εξετάζει επιλογές υπό το πρίσμα των προβλημάτων στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού – ιδίως εκείνων που προκλήθηκαν από τον πόλεμο με το Ιράν και το κλείσιμο του Στενού του Hormuz.
Υπήρξε δε μία γενική συμφωνία, σχετικά με το ότι, «απαιτείται μια στοχευμένη δημοσιονομική πολιτική, χωρίς να καταφεύγουμε σε μέτρα οικονομικής τόνωσης ευρείας βάσης», όπως ο ίδιος δήλωσε. Εν τούτοις, όπως πρόσθεσε, οποιαδήποτε βοήθεια πρέπει να είναι προσωρινή και να επικεντρώνεται στα πιο ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού – συμπληρώνοντας ότι, «Πρέπει να παραμείνουμε σε εγρήγορση για να διασφαλίσουμε υγιή δημόσια οικονομικά».
Στα πλαίσια αυτά, η Ιταλία εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο μείωσης της αίτησης δανείου SAFE, από 15 δις € σε λιγότερο από 5 δις € – ενώ ο M. Salvini, ο εταίρος στον κυβερνητικό συνασπισμό της Ιταλίας, πιέζει για περικοπές στις αμυντικές δαπάνες, υπέρ των εθνικών κοινωνικών προγραμμάτων.
Η ΕΕ βέβαια, ως συνήθως, αντέδρασε με τους συνήθεις εκβιασμούς – όπου ένας εκπρόσωπος της Κομισιόν ανακοίνωσε ότι, η ΕΕ θα μπορούσε να αναδιανείμει τα απελευθερωμένα δισεκατομμύρια σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Δηλαδή, σε έναν δεύτερο γύρο κατανομής – σε χώρες που έχουν ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για περαιτέρω δάνεια.
Από την άλλη πλευρά η πρόεδρος της ΕΚΤ, η C. Lagarde, προειδοποίησε τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης στη σύνοδο κορυφής – τασσόμενη κατά των υπερβολικών δαπανών για την καταπολέμηση του πληθωρισμού.
Όπως είπε, τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει να είναι «προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα» – απειλώντας ότι διαφορετικά, η ΕΚΤ θα «αμυνθεί» απέναντι στις υπερβολικά χαλαρές κρατικές δαπάνες με αυστηρότερη νομισματική πολιτική, ακυρώνοντας έτσι τα μέτρα οικονομικής τόνωσης που επιδιώκουν οι κυβερνήσεις.
Η ΕΚΤ βέβαια, θα μπορούσε να περιορίσει την αύξηση του δημόσιου χρέους στις χώρες της Ευρωζώνης, μέσω προγραμμάτων αγοράς ομολόγων – όπως με το «Transmission Protection Instrument» (TPA) που εισήχθη τον Ιούλιο του 2022. Το πρόγραμμα αυτό θα ήταν ιδιαίτερα κατάλληλο – επειδή επιτρέπει στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα μεμονωμένων χωρών της Ευρωζώνης όταν οι διαφορές επιτοκίων, τα spreads, διευρύνονται.
Ειδικότερα, σε αντίθεση με τα παλαιότερα προγράμματα αγοράς ομολόγων, αυτό το πρόγραμμα δρα προληπτικά – όπως αναφέρεται από το γερμανικό υπουργείο οικονομικών, «για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων, άτακτων εξελίξεων της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αποτελούν σοβαρή απειλή για την ομοιόμορφη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ»
Αυτή η ρήτρα θα μπορούσε να δώσει στην ΕΚΤ αρκετό περιθώριο για να περιορίσει την αύξηση του δημόσιου χρέους της Ιταλίας – ή άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ, με συγκριτικά χαμηλές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Όμως η ανακοίνωση της Lagarde, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΤ ενδέχεται να αντιδράσει στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με αυξήσεις επιτοκίων, δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση – η οποία υπηρετεί καθαρά τα συμφέροντα της ισχυρότερης χώρας του ευρώ εις βάρος των άλλων, της Γερμανίας.
