Ο πανάκριβος λογαριασμός των δανεικών – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Ο πανάκριβος λογαριασμός των δανεικών

.

Ο στραγγαλισμός των Ελλήνων από τις τράπεζες, η συνέχιση του ενεργειακού εγκλήματος της απολιγνιτοποίησης, όπου η κυβέρνηση πέταξε πάνω από 230 δις € από το παράθυρο, με το ξαφνικό ξεπούλημα της ΔΕΗ, η επιτάχυνση του ξεπουλήματος της χώρας με το επόμενο 16% του ΟΛΠ στην Cosco και η εκρηκτική άνοδος των τιμών των βασικών τροφίμων, καθώς επίσης του ηλεκτρικού που θα εξαθλιώσουν ακόμη περισσότερο τους Πολίτες. Αυτό που συμβαίνει είναι προφανώς η πληρωμή του πανάκριβου λογαριασμού των δανεικών εις είδος – των 41 δις € που δανείσθηκε αλόγιστα και σπατάλησε η κυβέρνηση, μέσα σε δύο μόλις χρόνια. Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές, δεν θα αφήσει τίποτα όρθιο στη χώρα, στα πλαίσια της αλλαγής του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος – ενώ δεν θα διστάσει να προσφέρει ως αντάλλαγμα για τη νομή της εξουσίας ακόμη και εθνική κυριαρχία στο Αιγαίο, στην Κύπρο ή στη Θράκη, όταν της ζητηθεί και θα της ζητηθεί από τη Γερμανία ή τις Η.Π.Α.

Ανάλυση

Όπως δυστυχώς έχει αναφερθεί από τα ΜΜΕ, οι εντολές από την ΕΚΤ και την ΤτΕ που υπηρετεί πιστά τα συμφέροντα των δανειστών, σε σχέση με τους ελέγχους που ξεκίνησαν στα πλαίσια της ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας, όπως ονομάζονται τώρα τα μνημόνια, ήταν σαφείς. Η ρευστότητα, δηλαδή η αποδοχή των ελληνικών ομολόγων που ευρίσκονται ακόμη στην κατηγορία σκουπίδια, έως περίπου 35 δις €, για να μπορεί να δανείζεται η κυβέρνηση, καθώς επίσης τα πακέτα στήριξης που δόθηκαν ύψους περίπου 42 δις €, είχαν τους εξής στόχους:

(α) να απορροφηθούν οι κραδασμοί από την πανδημία, (β) να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και (γ) να στηρίξουν οι τράπεζες τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, τόσο κατά τη διάρκεια της κρίσης, όσο και κατά την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Ειδικά όσον αφορά τις επιχειρήσεις, η στήριξη τους προϋποθέτει τη βιωσιμότητα τους – δηλαδή, να μη χρησιμοποιείται η ρευστότητα για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων ζόμπι. Κατά τον πρόεδρο του SSM, του εποπτικού μηχανισμού του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, οι τράπεζες είναι υπεύθυνες να κρίνουν ποιες επιχειρήσεις είναι βιώσιμες και μπορούν να χρηματοδοτηθούν – καθώς επίσης ποιες πρέπει να οδηγηθούν σε πτώχευση, με πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζών που αναδεικνύονται έτσι στους κυρίαρχους της οικονομίας.

Για χώρες βέβαια όπως η Ελλάδα, το τραπεζικό σύστημα των οποίων όσον αφορά τουλάχιστον τις συστημικές τράπεζες έχει σε μεγάλο βαθμό αφελληνισθεί, ενώ ευρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας και διασώζεται συνεχώς από τους φορολογουμένους Πολίτες (με τα 44 δις € της ανακεφαλαιοποίησης που αύξησαν το δημόσιο χρέος, με τα 17 δις € των αναβαλλόμενων φόρων, με το hive down, με τα δύο προγράμματα Ηρακλής κοκ.), οι εντολές αυτές έχουν πολύ σημαντικότερες συνέπειες – πόσο μάλλον όταν έχει πρόσφατα δρομολογηθεί ο νέος πτωχευτικός νόμος έκτρωμα (ανάλυση) που, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στις τράπεζες να πτωχεύσουν όποιον τους οφείλει χρήματα.

Κατά την τράπεζα τις Ελλάδας τώρα, θα απαιτηθούν 14 € τραπεζικά κεφάλαια για κάθε 100 € δάνειο – έναντι 1 € που ισχύει υπό κανονικές συνθήκες (ανάλυση). Το γεγονός αυτό θα περιορίσει σημαντικά το δανεισμό των τραπεζών – ο οποίος θα αφορά 10.000 έως 20.000 επιχειρήσεις στην Ελλάδα που πληρούν ταυτόχρονα τα κριτήρια χρηματοδότησης των τραπεζών και του Ταμείου Ανάκαμψης. Ακόμη χειρότερα, το βασικό πελατολόγιο των συστημικών τραπεζών, όσον αφορά το δανεισμό τους, είναι μόλις περί τις 2.000 μεγάλες επιχειρήσεις – οι οποίες έχουν καλούς δείκτες λειτουργικών κερδών (EBITDA), σωστή σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια, καθώς επίσης βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο.

Εν προκειμένω, θα συμπεριλαμβάνονται προφανώς κάποιες μεσαίες επιχειρήσεις και οι μεγάλες, σύμφωνα με τον πίνακα που ακολουθεί – πηγή του οποίου είναι το «Small Business Act» της Eurostat για την Ελλάδα το 2018. Από τον πίνακα πάντως διαπιστώνουμε πως δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και της ΕΕ, όπως ισχυρίσθηκε ανόητα ο υπουργός ανάπτυξης – ο οποίος δήλωσε επίσης ότι, το δημόσιο χρέος μας αυξήθηκε μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ! Φυσικά πρόκειται για έναν λανθασμένο ισχυρισμό, προϊόν είτε άγνοιας, είτε λαϊκισμού, αφού μέσα σε δύο χρόνια η κυβέρνηση δανείσθηκε 41 δις € – ενώ προξένησε ζημίες στην Ελλάδα (ελλείμματα) περί τα 35 δις € συν το κόστος των πυρκαγιών που υπολογίζεται στα 30 δις €. Όλα αυτά για να επιβάλει ένα αχρείαστο lockdown, ακολουθώντας τις εντολές των υποστηρικτών του Great Reset – στους οποίους ανήκει δυστυχώς και ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Σύμφωνα τώρα με τις εντολές των δανειστών, το Ταμείο Ανάκαμψης και τα διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα, θα χρηματοδοτούν συγκεκριμένες κατηγορίες επενδύσεων που απαιτούν ιδία συμμετοχή των επιχειρήσεων – δικά τους χρήματα δηλαδή και σε καμία περίπτωση κεφάλαια κίνησης. Για παράδειγμα, για να χρηματοδοτήσουν μία επένδυση 100 €, θα πρέπει θεωρητικά να συμμετέχουν με 50 € δικά τους – ενώ υποθέτουμε πως οι κατηγορίες επενδύσεων θα ωφελούν τις εισαγωγές από χώρες όπως η Γερμανία. Υπενθυμίζουμε εδώ πως η Ελλάδα, από την ένταξη της στην ΕΕ, έλαβε 120 δις € επιδοτήσεις, από τις οποίες τα 51,3 δις € επέστρεψαν στις εταιρίες της δυτικής Ευρώπης – κυρίως για την αγορά εξοπλισμού, μηχανημάτων και πρώτων υλών.

Συνεχίζοντας, από τις 100 αιτήσεις χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι 80 δεν εγκρίνονται – επειδή οι 60 είναι ζημιογόνες, οι 16 δεν έχουν βιώσιμα σχέδια και οι 4 αρνητική εικόνα στα καταστήματα των τραπεζών, με τα οποία συνεργάζονται. Επικρατεί δε η εκτίμηση στις τράπεζες πως η εικόνα πολλών επιχειρήσεων είναι χειρότερη από αυτήν που τους παρουσιάζεται, με κριτήριο τη φορολογία τους – πιστεύουν δηλαδή πως οι επιχειρηματίες «καλλωπίζουν» τους ισολογισμούς τους, με τη βοήθεια της δημιουργικής λογιστικής. Από την έρευνα πάντως «SAFE» της Κομισιόν και της ΕΚΤ προκύπτει ότι, το 81% των ελληνικών επιχειρήσεων βρήκαν στήριξη από τα κρατικά προγράμματα και όχι από τις τράπεζες κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Όπως αναφέρεται τώρα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις προτείνουν λύσεις που να περιλαμβάνουν εγγυήσεις του Δημοσίου και προγράμματα μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας – κάτι που είναι μεν θεωρητικά εφικτό, αλλά όχι πρακτικά, αφενός μεν επειδή η Ελλάδα παράγει ελλείμματα, αφετέρου λόγω του ότι θα απαιτούταν η έγκριση της Κομισιόν. Πώς να τη δώσει όμως σε μία χώρα που χρωστάει 387 δις € ή το 234% του ΑΕΠ της, που το κόκκινο ιδιωτικό της χρέος είναι σε επίπεδα μοναδικά στην παγκόσμια ιστορία, που τα δίδυμα ελλείμματα της είναι εκτός ελέγχου κλπ.;

Ως εκ τούτου δεν θα δοθούν εγγυήσεις, οπότε θα κινδυνεύουν με χρεοκοπία σχεδόν 800.000 επιχειρήσεις που απασχολούν  περί τα 2.000.000 Έλληνες – γεγονός που σημαίνει πως θα ακολουθήσει ένα δεύτερο κύμα μετανάστευσης των Ελλήνων που θα αντικατασταθούν σταδιακά από παράνομους μετανάστες, μετατρέποντας την Ελλάδα από κράτος, σε μία εύκολα ελεγχόμενη, πολυπολιτισμική περιοχή.

Τέλος, δεν είναι λιγότερο σημαντικό το ότι οι ελληνικές τράπεζες χρεώνουν τις υψηλότερες προμήθειες συγκριτικά με την Ευρώπη, έχουν τα μεγαλύτερα spread, τη μεγαλύτερη διαφορά δηλαδή μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, ενώ αποτελούν κράτος εν κράτει – αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί να τους επιβάλλει τίποτα, έχοντας καταντήσει να τις εκλιπαρεί για να δανείσουν την πραγματική οικονομία. Λογικά λοιπόν δεν είναι ανταγωνιστικές οι ελληνικές επιχειρήσεις – αν και δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Το ενεργειακό έγκλημα

Περαιτέρω, το επόμενο μεγάλο πρόβλημα είναι προφανώς το κόστος ενέργειας – όπου, με δεδομένο το ότι, κάθε 10% μείωση προσθέτει 1,967 δις € στο ΑΕΠ άμεσα και έμμεσα (πίνακας), είναι εύλογο να υποθέσουμε πως συμβαίνει και το αντίθετο. Ότι δηλαδή κάθε 10% αύξηση περιορίζει το ΑΕΠ κατά σχεδόν 2 δις € – αν και θα φανεί αργότερα, αφού τώρα το ΑΕΠ στηρίζεται από τον αφανή πληθωρισμό (ανάλυση).

Εν προκειμένω, είναι αδιανόητο το έγκλημα της κυβέρνησης που επέλεξε να πετάξει από το παράθυρο πάνω από 230 δις € λιγνιτικά αποθέματα, υπολογιζόμενα με κόστος πετρελαίου στα 60 $ το βαρέλι (ανάλυση) – γεγονός που επιβεβαίωσε πρόσφατα ο κ. Μυτιληναίος, λέγοντας πως ήταν πρόωρη η απόφαση απολιγνιτοποίησης, καθώς επίσης ότι οι ΑΠΕ δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της ηλεκτροδότησης. Πόσο μάλλον να συμβάλλουν στη δημιουργία αποθεμάτων ασφαλείας – ενώ στις πρόσφατες πυρκαγιές, οι ΑΠΕ συνεισέφεραν μόλις στο 5% της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (πηγή).

Ακόμη χειρότερα η κυβέρνηση, αφού μετέτρεψε τη ΔΕΗ από παραγωγική εταιρία σε χονδρεμπορική και εισαγωγική, αυξάνοντας έτσι την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας και καθιστώντας την έρμαιο των διεθνών αγορών, αποφάσισε ξαφνικά να την ξεπουλήσει – μέσω αύξησης κεφαλαίου 750 εκ. €, στην οποία δεν θα συμμετέχουν το Υπερταμείο (34%) και το ΤΑΙΠΕΔ (17%). ΄

Επικαλείται δε ως αιτία τη ανάγκη επενδύσεων – κάτι που όμως δεν έχει λογική, αφού πρόσφατα η ΔΕΗ πούλησε ανεύθυνα το 49% του ΔΕΔΔΗΕ, του δικτύου μεταφοράς χαμηλής και μεσαίας τάσης, έναντι 2,1 δις €. Ισχυρίζεται επίσης πως έτσι θα μειωθούν οι τιμές ρεύματος – όπως ακριβώς όταν η ίδια κυβέρνηση ξεπούλησε τον ΟΤΕ στους Γερμανούς, με αποτέλεσμα σήμερα να έχομε το ακριβότερο internet της Ευρώπης με τις χειρότερες επιδόσεις, τα υψηλότερα τηλεπικοινωνιακά τέλη κοκ.

Επομένως κάτι άλλο συμβαίνει – ενώ διακρίνεται καθαρά η επιτάχυνση του ρυθμού του ξεπουλήματος της χώρας με την παραχώρηση της Εγνατία (ανάλυση), με την εκποίηση της ΔΕΠΑ φυσικού αερίου σε μία εποχή που η τιμή του αυξάνεται διαρκώς, με τον ΔΕΔΔΗΕ, με τη ΔΕΗ τώρα, με το 16% του ΟΛΠ στην Cosco που μόλις δρομολογήθηκε κοκ.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, αυτό που συμβαίνει είναι προφανώς η πληρωμή του πανάκριβου λογαριασμού των δανεικών εις είδος – των 41 δις € που δανείσθηκε αλόγιστα και σπατάλησε η κυβέρνηση, μέσα σε δύο μόλις χρόνια. Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές, δεν θα αφήσει τίποτα όρθιο στη χώρα, στα πλαίσια της αλλαγής του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος – ενώ δεν θα διστάσει να προσφέρει ως αντάλλαγμα για τη νομή της εξουσίας ακόμη και εθνική κυριαρχία στο Αιγαίο, στην Κύπρο ή στη Θράκη, όταν της ζητηθεί και θα της ζητηθεί από τη Γερμανία ή τις Η.Π.Α.

Επειδή τώρα δεν είναι δυνατόν να μειωθούν ξανά οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις των Ελλήνων, θα μειωθούν οι πραγματικοί – με την άνοδο των τιμών των βασικών τροφίμων, της ενέργειας κοκ., αφού η χώρα είναι εντελώς ανοχύρωτη απέναντι στις διεθνείς συγκυρίες.

Αυτό που βέβαια εξοργίζει είναι η αναφορά του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ (πηγή), σύμφωνα με την οποία οι αυξήσεις των τιμών είναι εισαγόμενο πρόβλημα τόσο στα προϊόντα, όσο και στην ενέργεια, λόγω της ανόδου των τιμών του φυσικού αερίου – χωρίς όμως να συμπληρώσει ότι, είναι τότε μόνο θανατηφόρες οι διεθνείς εξελίξεις, όταν μία χώρα έχει καταντήσει να εισάγει τα πάντα και να μην παράγει τίποτα.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!