Οι λύσεις για την Ελλάδα – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι λύσεις για την Ελλάδα

.

Απαιτείται άμεσα σημαντική αύξηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και μείωση των φόρων σε ανταγωνιστικά επίπεδα από το Υπουργείο Οικονομικών, ταυτόχρονα με την αλλαγή οικονομικού μας μοντέλου στα πρότυπα του Ισραήλ – καθώς επίσης πραγματική ενεργοποίηση του Υπουργείου Ανάπτυξης, για τη διενέργεια επενδύσεων τόσο εκ μέρους του κράτους, όσο και του ιδιωτικού τομέα, εγχώριου και διεθνή. Μόνο έτσι θα μετατρεπόταν η κρίση της Κορώνα σε μία μεγάλη ευκαιρία – συμπεριλαμβανομένης αυτής με την Τουρκία που μας δίνει τη δυνατότητα να αναβιώσουμε την αμυντική μας βιομηχανία και να στηριχθούμε από την ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, η υγιής ανάπτυξη που θα προκαλούταν από τις δημόσιες επενδύσεις, καθώς επίσης από τις ιδιωτικές που τις ακολουθούν πάντοτε νομοτελειακά, (α) θα αύξανε τους μισθούς, οπότε τη ζήτηση (κατανάλωση) και τις επενδύσεις, χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, (β) θα μείωνε τη σχέση χρέους/ΑΕΠ προς όφελος της πιστοληπτικής ικανότητας του δημοσίου, ενώ (γ) θα αύξανε τις τιμές των ιδιωτικών περιουσιακών μας στοιχείων, από τα οποία έχουν χαθεί πάνω από 1 τρις € τα τελευταία δέκα χρόνια. Έτσι αφενός μεν θα μειωνόταν το ιδιωτικό μας χρέος ως ποσοστό επί των περιουσιακών μας στοιχείων, αφετέρου θα εξυγιαινόταν οι τράπεζες, επειδή θα αυξάνονταν οι αξίες των εγγυήσεων τους – καθώς επίσης η κερδοφορία τους, αφού θα μπορούσαν ξανά να δανείζουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που θα είχαν ανακτήσει την πιστοληπτική τους ικανότητα. Μόνο ένας τυφλός δεν βλέπει λοιπόν την ευκαιρία, κυρίως όμως τι απαιτείται για την εκμετάλλευση της – ελπίζοντας να τη δει και η κυβέρνηση, παύοντας επί τέλους να λειτουργεί λογιστικά εις βάρος των Ελλήνων. Όσον αφορά τα απαιτούμενα κεφάλαια, μόνο ένα οικονομικό επιτελείο με λογιστικές αντιλήψεις θα διατηρούσε απόθεμα (μαξιλάρι) ύψους 37 δις € ως ρεζέρβα που δεν αποδίδει απολύτως τίποτα και με τόσες επενδυτικές ανάγκες – όταν μεταφορικά δεν έχει λογική μία χώρα που χάνει τον πόλεμο να διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις ως ρεζέρβα, οπότε πρόκειται για το άκρον άωτο της ανοησίας!

.

Ανάλυση

Προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες της πανδημίας Κορώνα προς το παρόν, οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη έχουν κινητοποιήσει αδιανόητα μεγάλα ποσά. Μόνο η Γερμανία κατέθεσε έναν συμπληρωματικό προϋπολογισμό ύψους 156 δις € – εκ των οποίων τα 122,5 δις € αφορούν νέες δαπάνες και τα 33,5 δις € μειώσεις φόρων. Σε ένα σύνολο προϋπολογισμού ύψους 356,4 δις € του 2019 (πηγή), η αύξηση ήταν σχεδόν 44% – ενώ δρομολόγησε επί πλέον κρατικά δάνεια πάνω από 1 τρις €.

Αντίθετα η Ελλάδα, μη κατανοώντας πως οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά χρειάζονται προγραμματισμό για να διαχειριστούν σωστά τα οικονομικά τους, δεν κατέθεσε έκτακτο προϋπολογισμό – δηλώνοντας τώρα, αρχές Σεπτεμβρίου, πως θα τον καταθέσει! Τα μέτρα δε που θα λάβει όσον αφορά τις δαπάνες είναι ύψους 11 δις € συνολικά (πηγή), μαζί με τις αναδρομικές συντάξεις, το μεταναστευτικό και τον επί πλέον αμυντικό εξοπλισμό – δηλαδή σε ένα σύνολο προϋπολογισμού 57 δις € περί το 19%, έναντι 44% της Γερμανίας.

Δημόσιο χρέος Ελλάδας ως προς το ΑΕΠ (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) συγκριτικά με τη Γερμανία (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).

Βέβαια, το καθαρό χρέος της Γερμανίας ήταν στο 60% περίπου στα τέλη του 2019, ενώ της Ελλάδας στο 176,6% (γράφημα), με υποθηκευμένα τα πάντα – ίσως ακόμη χαμηλότερο, εάν το μαξιλάρι ήταν πράγματι 37 δις € έναντι ακαθάριστού χρέους 356 δις €, οπότε καθαρού 319 δις € ή 169,7% του ΑΕΠ ύψους 187,5 δις €. Εν τούτοις, επειδή τα 95 δις € έχουν μεταφερθεί για μετά το 2032, για τα επόμενα δώδεκα έτη το χρέος που θα εξυπηρετείται είναι της τάξης των 224 δις € ή στο 120% περίπου του ΑΕΠ του 2019όσο το αναμένει το ΔΝΤ για το μέσον όρο του  συνόλου των βιομηχανικών χωρών στα τέλη του 2020.

Με το βλέμμα μας τώρα στραμμένο στο μέλλον, χωρίς να επαναλαμβάνουμε τις απίστευτες «προδοσίες» του παρελθόντος, από το κληροδότημα του Κ. Καραμανλή και το έγκλημα του PSI, έως την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από την Τρόικα Εσωτερικού, θεωρούμε πως η Ελλάδα έχει μία αναπάντεχη ευκαιρία για να ξεφύγει από τα μνημόνια και από την κρίση που προκάλεσαν – στην οποία είναι βυθισμένη τα τελευταία χρόνια.

Χρειάζεται όμως να επενδυθούν περισσότερα χρήματα από τα 11 δις €, αφού μας δίνεται αυτή η δυνατότητα από την ΕΕ – κυρίως στην αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου που πρέπει να πάψει αμέσως να στηρίζεται στον τουρισμό (στην ουσία απομάκρυνση από το μαζικό τουρισμό με τα φθηνά πακέτα που δεν επιτρέπει την άνοδο των μισθών, παράλληλα με την παροχή κινήτρων για τον εφοδιασμό των μονάδων μόνο με ελληνικά προϊόντα) και να επικεντρωθεί στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση, στην αμυντική βιομηχανία, καθώς επίσης στην υψηλή τεχνολογία, κατά το παράδειγμα του Ισραήλ. Ένα μεγαλύτερο «πακέτο διάσωσης» λοιπόν είναι απαραίτητο, επειδή μία έκρηξη της οικονομίας θα είναι πολύ χειρότερη οικονομικά και πολιτικά – ενώ έχει δυστυχώς καθυστερήσει, με αποτέλεσμα την επιστροφή του εφιάλτη με την «ύφεση σοκ» του -15,2% του δευτέρου τριμήνου.

Για τη χρηματοδότηση του πάντως δεν απαιτούνται ούτε φόροι ιδιοκτησίας, ούτε άλλες αυξήσεις φόρων, ούτε μειώσεις των κοινωνικών δαπανών στο μέλλον – αφού έχει τεκμηριωθεί από τον εφιάλτη των μνημονίων που βιώνουμε πάνω από δέκα χρόνια πως η λιτότητα, ειδικά εάν δρομολογηθεί πολύ ενωρίς, αποτελεί ένα δηλητηριώδες, εντελώς καταστροφικό φάρμακο.

Η μεγάλη ευκαιρία

Περαιτέρω, λόγω της πανδημίας, η παγκόσμια οικονομία θα βυθιστεί σε έναν αποπληθωριστικό λαβύρινθο – ακόμη πιο βαθιά, συγκριτικά με την προ Κορώνα εποχή, ενώ ήδη στην Ελλάδα ο αποπληθωρισμός έχει εκτοξευθεί στο -1,8%. Ως εκ τούτου, η συντηρητική οικονομική πολιτική των περιορισμένων μειώσεων φόρων και της μη αύξησης των κρατικών δαπανών, είναι απόλυτα λανθασμένη – αφού αυτό που απαιτείται είναι ακριβώς το αντίθετο:

οι μεγάλες περικοπές φόρων σε επίπεδα ανταγωνιστικά με τις γύρω χώρες, καθώς επίσης οι μαζικές δημόσιες επενδύσεις σε ένα καινούργιο οικονομικό μοντέλο, με πρώτη προτεραιότητα την αμυντική βιομηχανία.

Όσον αφορά το πρόβλημα του υψηλού δημοσίου χρέους μας, όπου δυστυχώς έχουν ξεχασθεί εντελώς οι γερμανικές επανορθώσεις, παρά το ότι πολλοί έντιμοι Γερμανοί τις θεωρούν αυτονόητες και ντρέπονται για την κυβέρνηση τους (ανάλυση), ο μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης του, εκτός από τη διαγραφή όπως ξανά πρόσφατα η Αργεντινή (45%),  είναι ο εξής:

(α) η συνεχής μεταφορά του στο μέλλον, με την έκδοση νέων ομολόγων για την εξυπηρέτηση των παλαιών και

(β) η άνοδος του ΑΕΠ μας τουλάχιστον στα επίπεδα του 2009 (περί τα 240 δις €), έτσι ώστε να μειωθεί η σχέση χρέος προς ΑΕΠ.

Για παράδειγμα, ενώ το καθαρό χρέος των 319 δις € ισοδυναμούσε με το 169,7% του ΑΕΠ μας του 2019, το ίδιο ποσόν θα ήταν στο 133% του ΑΕΠ μας του 2009, όσο δηλαδή της Ιταλίας στα τέλη του 2019, εάν δεν είχε καταρρεύσει το ΑΕΠ μας. Σε απόλυτο μέγεθος λοιπόν θα έμενε ως έχει ή θα αυξανόταν λίγο, αλλά σε σχέση με το ΑΕΠ θα μειωνόταν – αρκεί ο ρυθμός ανάπτυξης να παρέμενε υψηλότερος των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους.

Ο κρίσιμος παράγοντας εδώ, σε αυτό το «παιχνίδι» που δυστυχώς δεν το παίζουμε καθόλου καλά, αφού δεν έχουμε υπουργό οικονομικών αλλά λογιστή, είναι η εξέλιξη των επιτοκίων – όπου όμως η πανδημία Κορώνα είναι κυριολεκτικά «ο από μηχανής θεός» που χρειαζόμαστε, η τύχη στην ατυχία μας (ανάλυση). Ειδικότερα, η κρίση που προκάλεσε «χτύπησε» την παγκόσμια οικονομία σε μία έντονη φάση χαμηλών επιτοκίων – ενώ το πιθανότερο είναι να επιδεινωθεί αυτή η τάση. Ήδη ποσά ρεκόρ, επενδυτικά κεφάλαια δηλαδή, εγκαταλείπουν τις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες αγορές, αναζητώντας ασφαλή καταφύγια – όπου η Ευρώπη και το ευρώ είναι ένα μία από τις πιο ασφαλείς περιοχές.

Στην Ευρώπη όμως τα κεφάλαια αυτά «συναντώνται» με τη χαμηλή ζήτηση του επιχειρηματικού τομέα, η οποία ήταν ήδη περιορισμένη πριν από την κρίση – ενώ έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο από την πανδημία. Το αποτέλεσμα λοιπόν αυτής της συνάντησης υπό τις παρούσες συγκυρίες, είναι ακόμη χαμηλότερα επιτόκια – πόσο μάλλον όταν ένας ακόμη βασικός συντελεστής διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο: οι κεντρικές τράπεζες.

Ειδικότερα, εάν είναι διατεθειμένες να αγοράζουν κρατικά ομόλογα, τα χαμηλά επιτόκια είναι εγγυημένα για πολλά χρόνια – ενώ όσα χρήματα μεταφέρουν σε αυτές τα κράτη με την έκδοση ομολόγων, επιστρέφονται ως κέρδη της κεντρικής τράπεζας. Επομένως οι χώρες της Ευρωζώνης δανείζονται ουσιαστικά μόνες τους – κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο όταν υπάρχει ένα υγιές, σταθερό νόμισμα, όπως το δεύτερο μεγαλύτερο παγκόσμιο αποθεματικό: το ευρώ.

Άλλες χώρες, όπως οι Η.Π.Α., ο Καναδάς, η Μ. Βρετανία και η Ιαπωνία, το έχουν καταλάβει από πολλά χρόνια τώρα – χρηματοδοτώντας το χρέος τους μέσω της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, επίσημα και επ’ αόριστον, όπως μετά την κρίση του 2008. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην αρχή σε προειδοποιήσεις για κινδύνους υπερπληθωρισμού, ειδικά όσον αφορά την Ιαπωνία, με δημόσιο χρέος πάνω από το 250% του ΑΕΠ της – κάτι που όμως δεν συνέβη ποτέ (ανάλυση).

Άλλωστε οι διαρθρωτικοί λόγοι της ύπαρξης των χαμηλών επιτοκίων, η υψηλή τάση για αποταμίευση των γερασμένων δυτικών κοινωνιών (βλ. τα σκληρά μαθηματικά του δημογραφικού, πηγή) και η χαμηλή επενδυτική δυναμική, συνεχίζουν να υπάρχουν – ενώ μάλλον επιδεινώνονται λόγω της πανδημίας. Λογικά λοιπόν προβλέπονται αρνητικά πραγματικά επιτόκια (πραγματικά = ονομαστικά συν τον αποπληθωρισμό ή μείον τον πληθωρισμό) για πολλές δεκαετίες – γεγονός που σημαίνει πως η αναζήτηση επενδύσεων με μεγαλύτερες αποδόσεις θα παραμείνει ισχυρή, έστω με μεγαλύτερο ρίσκο, πόσο μάλλον με τα χρηματιστήρια υπερτιμημένα (ανάλυση).

Εν προκειμένω, εάν αναρωτηθούμε ποια δυτική χώρα έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη επενδύσεων, διαθέτοντας επί πλέον τις πιο υποτιμημένες αξίες, η απάντηση είναι μία: η Ελλάδα. Ως εκ τούτου η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων είναι στην ουσία μία εύκολη διαδικασία – εάν η χώρα είχε μία επαρκή κυβέρνηση, ικανή να καταλάβει τη μεγάλη ευκαιρία που της προσφέρεται από την πανδημία.

Συνεχίζοντας, η Ευρώπη δυσκολεύεται να αποδεχθεί τις παραπάνω πραγματικότητες – αφού διατηρεί στην ουσία τους αυστηρούς κανόνες του Μάαστριχτ με κάποιες παραχωρήσεις για τα έτη 2020 και 2021, οι οποίοι καθιστούν πολύ δύσκολη την ορθολογική αντιμετώπιση των δημοσίων χρεών, συμπεριλαμβανομένων των νέων της Κορώνα. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να ενεργήσει όπως οι άλλες κεντρικές τράπεζες, εξασφαλίζοντας απλά τη χρηματοδότηση τους με το τύπωμα νέων χρημάτων – κυρίως λόγω της Γερμανίας, όπου ευρίσκεται σε μία μόνιμη σύγκρουση με το συνταγματικό της δικαστήριο.

Η σύγκρουση δε αυτή θα μπορούσε να τερματισθεί μόνο με την αλλαγή της εντολής της ΕΚΤ, έτσι ώστε να λειτουργεί όπως όλες οι άλλες κεντρικές τράπεζες – κάτι που πρέπει να συμβεί τώρα, πριν διαλυθεί η Ευρωζώνη από την Ιταλία ή τη Γαλλία, οι οποίες έχουν δρομολογήσει ήδη μέτρα στήριξης της οικονομίας τους μεγάλου ύψους, αδιαφορώντας για τις γερμανικές αντιρρήσεις και το μελλοντικό ύψος των χρεών τους.

Η μοναδική λύση

Περαιτέρω, αναφέραμε ήδη τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί το δημόσιο χρέος μας – ακόμη και αν δεν διαγραφεί ένα μεγάλο μέρος του, όπως σίγουρα δικαιούμαστε λόγω της λανθασμένης πολιτικής των μνημονίων που μας επιβλήθηκε. Εκτός αυτού, ασφαλώς μπορούν να μετατεθούν ακόμη περισσότερο στο μέλλον τα 95 δις € που έχει ήδη παγώσει ο ESM για το 2032 – οπότε δεν υπάρχει λόγος να τα συμπεριλαμβάνουμε έως τότε.

Η λύση τώρα για την Ελλάδα είναι η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, έτσι ώστε να ακολουθήσουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, όπως συνήθως συμβαίνει – μετατρέποντας την κρίση της Κορώνα σε ευκαιρία, συμπεριλαμβανομένης αυτής με την Τουρκία που μας δίνει τη δυνατότητα να αναβιώσουμε την αμυντική μας βιομηχανία και να στηριχθούμε από την ΕΕ. Φυσικά αλλάζοντας το οικονομικό μας μοντέλο και αυξάνοντας σημαντικά το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων (ΠΔΕ) τόσο στον έκτακτο, όσο και στον τακτικό προϋπολογισμό που θα ακολουθήσει – έτσι ώστε να εκμεταλλευθούμε επί πλέον σωστά και γρήγορα τα συγχρηματοδοτούμενα έργα (ΕΣΠΑ, ΚΑΠ).

Όσον αφορά τα απαιτούμενα κεφάλαια, μόνο ένα οικονομικό επιτελείο με λογιστικές αντιλήψεις θα διατηρούσε απόθεμα (μαξιλάρι) ύψους 37 δις € ως ρεζέρβα που δεν αποδίδει απολύτως τίποτα και με τόσες επενδυτικές ανάγκες – σε μία εποχή που τα διεθνή κεφάλαια είναι υψηλότερα από ποτέ, αναζητώντας εναγωνίως ευκαιρίες επένδυσης, ενώ τα επιτόκια θα παραμείνουν για χρόνια ακόμη αρνητικά.

Εάν διενεργηθούν με τα χρήματα αυτά δημόσιες επενδύσεις στους κλάδους που πρέπει, το ΑΕΠ μας θα αυξηθεί, οπότε θα μειωθεί η σχέση χρέους/ΑΕΠ προς όφελος της πιστοληπτικής μας ικανότητας. Σε κάθε περίπτωση, μεταφορικά, δεν έχει λογική μία χώρα που χάνει τον πόλεμο να διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις ως ρεζέρβα – πρόκειται για το άκρον άωτο της ανοησίας!

Από την άλλη πλευρά, η υγιής ανάπτυξη που θα προκαλούταν από τις δημόσιες επενδύσεις, καθώς επίσης από τις ιδιωτικές που τις ακολουθούν νομοτελειακά, θα αύξανε αφενός μεν τους μισθούς χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, αφετέρου τις τιμές των ιδιωτικών περιουσιακών μας στοιχείων (ακίνητα, μετοχές κλπ.) – από τα οποία έχουν χαθεί πάνω από 1 τρις € τα τελευταία δέκα χρόνια (σχεδόν 600 δις € μόνο από τις χαμηλές τιμές των ακινήτων).

Έτσι αφενός μεν θα μειωνόταν το ιδιωτικό μας χρέος ως ποσοστό επί των περιουσιακών μας στοιχείων, αφετέρου θα εξυγιαινόταν οι τράπεζες επειδή θα αυξανόταν οι αξίες των εγγυήσεων τους – καθώς επίσης η κερδοφορία τους, αφού θα μπορούσαν ξανά να δανείζουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που θα είχαν ανακτήσει την πιστοληπτική τους ικανότητα. Μόνο ένας τυφλός δεν βλέπει λοιπόν την ευκαιρία, κυρίως όμως τι απαιτείται για την εκμετάλλευση της – ελπίζοντας να τη δει και η κυβέρνηση, παύοντας επί τέλους να λειτουργεί λογιστικά εις βάρος των Ελλήνων.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, με ακόμη πιο απλά λόγια, απαιτείται σημαντική αύξηση του ΠΔΕ και μείωση των φόρων σε ανταγωνιστικά επίπεδα από το υπουργείο οικονομικών, ταυτόχρονα με την αλλαγή οικονομικού μοντέλου – καθώς επίσης πραγματική ενεργοποίηση του υπουργείου ανάπτυξης, για τη διενέργεια επενδύσεων τόσο εκ μέρους του κράτους, όσο και του ιδιωτικού τομέα, εγχώριου και διεθνή. Φυσικά δε το άμεσο σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων των κοινωφελών, των στρατηγικών, καθώς επίσης των κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων, με την ταυτόχρονη ανάκτηση του ΥΠΕΡΤΑΜΕΙΟΥ – παράλληλα με τις επενδύσεις για την ανάπτυξη τους.

Εάν κλείσει τώρα και αυτό το παράθυρο ευκαιρίας, εάν δηλαδή μας προλάβει ο εφιάλτης που προβλέπεται λόγω των λανθασμένων μέτρων και του καθυστερημένου τρόπου που τα έλαβε η κυβέρνηση, πολύ φοβόμαστε πως δεν θα υπάρξει άλλη – λέγοντας σε όλους εκείνους που ρωτούν συνεχώς για λύσεις ότι, έχουμε αναφέρει μεν πάρα πολλές σε κάθε στιγμή της ιστορίας των τελευταίων δέκα ετών, αλλά κάποια στιγμή τελειώνουν, παύουν να υπάρχουν: με εξαίρεση την εσαεί υφιστάμενη της χρεοκοπίας.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!