.
Η δουλεία των τόκων
Περαιτέρω, το πρόγραμμα των 25 σημείων προετοιμάσθηκε ουσιαστικά από έναν άλλο οικονομολόγο, τον G. Feder, ο οποίος είχε σπουδάσει μηχανικός – ενώ είχε εκδώσει το «Μανιφέστο για την καταπολέμηση της δουλείας των τόκων». Η στάση του οικονομολόγου ήταν μεν αντικαπιταλιστική, αλλά σε καμία περίπτωση αντισημιτική – ενώ διορίσθηκε γραμματέας του υπουργείου οικονομικών το 1933, μετά την ανάληψη της εξουσίας από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα.
Ο όρος «δουλεία των τόκων» χρησιμοποιήθηκε αρχικά από το γερμανικό εργατικό κόμμα, το οποίο απαιτούσε με το νέο του πρόγραμμα (1913), την καταπολέμηση του βασικότερου «εργαλείου» του χρηματοπιστωτικού συστήματος: του επιτοκίου. Σύμφωνα δε με τον G. Feder, η «καταστολή» της δουλείας των τόκων θα είχε σαν αποτέλεσμα το μηδενισμό των περισσότερων άμεσων και έμμεσων φόρων του κράτους – το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εξυπηρετούσε τότε (σήμερα δεν είναι καθόλου διαφορετικά) τους τόκους του χρέους. Οι εννέα βασικές αρχές του προγράμματος του ήταν οι εξής:
(α) Μετατροπή όλων των εξωτερικών χρεών της Γερμανίας στο εθνικό της νόμισμα, υπό καθεστώς αναστολής της υποχρέωσης καταβολής τόκων. Πληρωμή τους δηλαδή με το μάρκο, στην ονομαστική τους αξία (χωρίς τόκους).
(β) Για τους τίτλους σταθερού εισοδήματος, στους οποίους είχαν υπολογισθεί ήδη οι τόκοι, η υποχρέωση καταβολής τόκων έπρεπε να συνδυαστεί με την υποχρέωση επιστροφής τους.
(γ) Επιστροφή με δόσεις όλων των χρεών στα ακίνητα και στις υποθήκες – έτσι ώστε να μηδενιστούν.
(δ) Υπαγωγή ολόκληρου του νομισματικού συστήματος στον έλεγχο του κράτους – στα κεντρικά του ταμεία. Λειτουργία όλων των ιδιωτικών τραπεζών σαν υποκαταστήματα του δημοσίου – παραμένοντας όμως στους ιδιώτες.
(ε) Παροχή πραγματικών δανείων, δανείων δηλαδή απόκτησης κατοικίας, μόνο από την κρατική τράπεζα. Οι ιδιωτικές τράπεζες θα επιτρεπόταν να δίνουν μόνο καταναλωτικά και εμπορικά δάνεια, μετά από έλεγχο και άδεια του κράτους.
(στ) Πληρωμή των μερισμάτων με τον ίδιο τρόπο – όπως με τους τίτλους σταθερού εισοδήματος.
(ζ) Όλοι οι Πολίτες, οι οποίοι δεν θα ήταν σε θέση να κερδίσουν τα προς το ζην, θα δικαιούνταν να παίρνουν, έναντι των τόκων που δεν θα επιτρεπόταν πλέον από τα χρεόγραφα που διέθεταν, μία σύνταξη εφ όρου ζωής – με την προϋπόθεση της παράδοσης των αξιόγραφων τους στο κράτος.
(η) Με κριτήριο την εκάστοτε περιουσιακή κατάσταση των ανθρώπων, θα δημιουργούνταν κλίμακες κατάσχεσης μέρους των πολεμικών ομολόγων ή άλλων τίτλων του δημοσίου που κατείχαν.
(θ) Δημόσιο διάγγελμα για να ανακοινωθεί σε όλους ότι, τα χρήματα δεν θα ήταν και δεν θα επιτρεπόταν πλέον να είναι τίποτα άλλο, από την αμοιβή πραγματοποιηθείσας εργασίας.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στα εννέα σημεία οφείλει να σημειωθεί εδώ πως, όταν οι ναζί ανήλθαν στην εξουσία, δεν υιοθέτησαν την παραπάνω διαδικασία καταπολέμησης της δουλείας των τόκων – αφού υπουργός έγινε ο H. Schacht (ο Feder απολύθηκε το 1934), ο οποίος δεν ήταν οπαδός της συγκεκριμένης θεωρίας, έχοντας την άποψη ότι, ήταν ανόητη και επικίνδυνη για το σύστημα.
Συνεχίζοντας, οι θηριωδίες των ναζί, τα εγκλήματα του Χίτλερ, το Ολοκαύτωμα, ο αιματηρός πόλεμος και όλα όσα τον συνόδευσαν, έχουν «περιθωριοποιήσει» πολλές άλλες απόψεις – μεταξύ των οποίων αυτές που αφορούν τα πραγματικά αίτια του αντισημιτισμού. Ειδικότερα, όπως λέγεται, δεν επρόκειτο στην αρχή για ρατσιστικά συναισθήματα, με στόχο τους Εβραίους – έως εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον που «εφευρέθηκε» ο φυλετισμός (Άρια φυλή), από την εγκληματική ομάδα που κυβερνούσε, με στόχο την κοινωνική συσπείρωση για τη διεξαγωγή του πολέμου.
Ο αρχικός εχθρός λοιπόν δεν ήταν ο εβραϊκός λαός, αλλά οι χρηματοπιστωτικές αγορές και το αδρανές, κερδοσκοπικό κεφάλαιο – το οποίο δυστυχώς «ενσάρκωναν» οι Εβραίοι τότε, έχοντας στην ιδιοκτησία τους τα περισσότερα χρήματα, πολλές και μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις (περί τις 100.000, εκ των οποίων το 1938 είχαν απομείνει μόλις 40.000, αφού είχαν κατασχεθεί από τους ναζί οι υπόλοιπες, με τη μέθοδο της «αριοποίησης» τους), ενώ κατείχαν τις σημαντικότερες διευθυντικές θέσεις στις τράπεζες, καθώς επίσης στα χρηματιστήρια.
Η χρηματοδότηση της ανάπτυξης
Συνεχίζοντας τώρα την αναφορά μας στον εθνικοσοσιαλισμό, θεωρούμε σωστό να ξεκινήσουμε με τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης – η οποία ακολούθησε αμέσως μετά την αναστολή πληρωμών εκ μέρους της ναζιστικής κυβέρνησης της Γερμανίας, το 1933, που την απομόνωσε από τις αγορές.
Το χρηματοπιστωτικό θηρίο «δάγκωνε» από τότε, όταν κάποιο κράτος τολμούσε να αθετήσει τις πληρωμές του – με το δάγκωμα να γίνεται θανατηφόρο, όταν μία χώρα σχεδίαζε να αγγίξει κάποιο από τα μέλη του (εθνικοποιήσεις εμπορικών, πόσο μάλλον κεντρικών τραπεζών) ή, σήμερα, να περιορίσει την ελευθερία του (διαχωρισμός επενδυτικών και εμπορικών τραπεζών, εμπόδια στην ελευθερία κινήσεων του κεφαλαίου, επιβολή υψηλών φόρων στις χρηματιστηριακές συναλλαγές κλπ).
Ειδικότερα, δύο χρόνια πριν, το 1931, είχε καταργηθεί ουσιαστικά ο κανόνας του χρυσού, ο οποίος βοηθούσε στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού – με αποτέλεσμα να έχει ξεσπάσει ένας «αιματηρός» συναλλαγματικός πόλεμος μεταξύ πολλών κρατών, τα οποία υποτιμούσαν ανταγωνιστικά τα νομίσματα τους.
Ο τότε πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας λοιπόν, μη έχοντας τη δυνατότητα να δανεισθεί από το εξωτερικό, έθεσε στην κυκλοφορία τα «ειδικά γραμμάτια» – τα οποία ήταν καλυμμένα από την κεντρική τράπεζα και εγγυημένα από το κράτος. Όλα όσα αφορούσαν τα συγκεκριμένα γραμμάτια διατηρήθηκαν αρχικά κρυφά από τη δημοσιότητα – έτσι ώστε να μην υπάρχει καθαρή εικόνα, για τις μελλοντικές επενδύσεις της χώρας σε εξοπλιστικά προγράμματα (τα οποία δεν επιτρεπόταν από τη συνθήκη ειρήνης των Βερσαλλιών που καθόριζε τις υποχρεώσεις της Γερμανίας, μετά την ήττα της στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο).
Από την άλλη πλευρά βέβαια δεν θα έπρεπε να δημιουργηθούν ανησυχίες στις αγορές χρήματος, όσον αφορούσε το μάρκο – με στόχο να αποφευχθεί τυχόν υποτίμηση του, ως εύλογο αποτέλεσμα της αύξησης της ποσότητας χρήματος, μέσω των παραπάνω γραμματίων. Για να επιτευχθούν και οι δύο αυτοί στόχοι της κυβέρνησης, ιδρύθηκε μία πλασματική επιχείρηση – η «Μεταλλουργική Εταιρεία Έρευνας» (Mefo Ε.Π.Ε.), μέτοχοι της οποίας ήταν τέσσερις γνωστές βιομηχανίες της χώρας: η Siemens, η Krupp, η Rheinmetall και η Guttehoffnungshuette.
Το αντικείμενο της «Mefo» ήταν απλά και μόνο η δεύτερη υπογραφή, για να μπορέσει να γίνει νομικά εφικτή η προεξόφληση των ειδικών γραμματίων, εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας – η οποία, με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούσε χρήματα από το πουθενά. Περίπου 11,9 δις μάρκα διατέθηκαν για εξοπλιστικά προγράμματα, από το 1934 έως το 1938, τα οποία καλύφθηκαν από τα ειδικά γραμμάτια «Mefo» – το 30% δηλαδή των συνολικών πολεμικών προγραμμάτων ή περισσότερα από χίλιες φορές τα ίδια κεφάλαια της πλασματικής εταιρείας (1 εκ. μάρκα). Ουσιαστικά λοιπόν, με 1 εκ. μάρκα δημιουργήθηκαν από το πουθενά και δαπανήθηκαν 11,9 δις – γεγονός που τεκμηριώνει τις εξαιρετικές ικανότητες του τότε προέδρου της κεντρικής τράπεζας.
Παράλληλα, εκδίδονταν άτοκα κρατικά ομόλογα, ενώ από το Μάιο του 1939 ξεκίνησε η έκδοση των «πιστωτικών φορολογικών κουπονιών» – με τα οποία πληρώνονταν οι λογαριασμοί που χρωστούσε το κράτος (το 40% εξοφλούταν με μετρητά χρήματα, ενώ για το υπόλοιπο 60% το κράτος έδινε τα παραπάνω κουπόνια, τα οποία μείωναν, κατά το αντίστοιχο ποσόν, τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών). Ουσιαστικά ήταν ανάλογα των IOU που αναφέρονται σήμερα – όπως αυτά που εξέδωσε η Καλιφόρνια.
Περαιτέρω, την ίδια ακριβώς ημέρα που ενώθηκε η Γερμανία με την Αυστρία, στις 12 Μαΐου του 1938, μεταβιβάσθηκε ο αυστριακός χρυσός προς τη γερμανική κεντρική τράπεζα. Εκείνη την εποχή η Αυστρία είχε στην κατοχή της τριπλάσιες ποσότητες χρυσού από τη Γερμανία – περί τους 78,3 τόνους, αξίας τότε 8,5 εκ. μάρκων (33,9 εκ. ευρώ). Μεταβιβάσθηκαν επίσης συναλλαγματικά αποθέματα, αξίας 1,1 εκ. μάρκων (4,4 εκ. ευρώ), τα οποία ήταν απολύτως αναγκαία, λόγω της αποκοπής της Γερμανίας από τις διεθνείς αγορές συναλλάγματος – ενώ έκτοτε η Γερμανία στόχευε πάντοτε το χρυσό των χωρών που κατακτούσε.
Η αύξηση της ποσότητας χρήματος από την κεντρική τράπεζα της Γερμανίας θεωρήθηκε επικίνδυνη από τους τότε οικονομολόγους της, οι οποίοι φοβούνταν την επανεμφάνιση του πληθωρισμού – γνωρίζοντας πολύ καλά τις καταστροφικές συνέπειες του, από την σχετικά πρόσφατη εμπειρία τους (1923). Εν τούτοις, το οικονομικό σύστημα λειτούργησε σωστά και δεν προκλήθηκε αύξηση του πληθωρισμού – παρά το ότι η ανεργία μειωνόταν συνεχώς (γράφημα), οπότε αυξανόταν τα διαθέσιμα εισοδήματα.
Στο σημείο αυτό είναι ίσως σκόπιμο να αναφερθούμε στη μεγάλη διαφορά μεταξύ της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας του κομμουνισμού (όπου το κράτος αντικαθιστά πλήρως την ελεύθερη αγορά, δίνοντας ακριβείς οδηγίες για το ποιό προϊόν και σε ποιές ποσότητες οφείλει να παραχθεί), με την ελεγχόμενη οικονομία του εθνικοσοσιαλισμού –στον οποίο η ελεύθερη αγορά δεν υποκαθίσταται, αλλά ελέγχεται αυστηρά από το κράτος. Βέβαια και τα δύο συστήματα είναι αντίθετα στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς – όπου όμως ο εθνικοσοσιαλισμός την αποδέχεται, ως αναγκαίο κακό, όπως στην Κίνα σήμερα (ανάλυση).
Συνεχίζοντας, παρά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από την κεντρική τράπεζα, ο κρατικός έλεγχος της αγοράς, όσον αφορά τις τιμές των προϊόντων και τα επιτρεπόμενα ποσοστά εμπορικού κέρδους, εκ μέρους των υπεύθυνων «επιθεωρητών» της χώρας, λειτούργησε εξαιρετικά αποτελεσματικά – εξουδετερώνοντας τις βασικές αρχές της ελεύθερης αγοράς, αφού οι τιμές καταναλωτή, παρά την μεγαλύτερη ρευστότητα, αυξάνονταν μόλις κατά 1% ετήσια.
Εν τούτοις, επειδή η σταθερότητα του νομίσματος οφειλόταν στην καταναγκαστική πολιτική που ακολουθήθηκε και όχι στο αόρατο χέρι της αγοράς, οι διεθνείς αγορές δεν εμπιστεύονταν το μάρκο – με αποτέλεσμα να μην γίνεται κανενός είδους επένδυση στη Γερμανία, από ξένους επενδυτές.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε μία χρόνια έλλειψη συναλλάγματος στη χώρα, η οποία απομονωνόταν όλο και περισσότερο από το εξωτερικό – παρά τις προσπάθειες της να διατηρήσει σταθερό τόσο το νόμισμα, όσο και την οικονομία της. Η ενοχοποίηση των Εβραίων εδώ ήταν αναμενόμενη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους παράγοντες (ναζιστικές ρατσιστικές πεποιθήσεις κλπ.) – επειδή θεωρούταν ότι, ήταν οι κύριοι «εκπρόσωποι» των διεθνών κεφαλαίων.
Συνεχίστε στην 4η σελίδα (…)

