Η γερμανική πολεμική μηχανή – The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Η γερμανική πολεμική μηχανή

.

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας και η κατακόρυφη άνοδος της παραγωγής όπλων από ορισμένες βιομηχανίες της, κυρίως από τη Rheinmetall, δεν προκαλεί απλά σκεπτικισμό εκ μέρους των Ευρωπαίων – αλλά φόβους επανάληψης των καταστροφών του παρελθόντος. Πόσο μάλλον όταν δεν αναζητούνται καθόλου διπλωματικές λύσεις στον πόλεμο της Ουκρανίας – γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι, οι Γερμανοί επιτίθενται στην ουσία στη Ρωσία, μέσω των Ουκρανών, καθώς επίσης πως οι Γερμανοί είναι αυτοί που επιβάλλουν στην ΕΕ το δανεισμό της Ουκρανίας, πρόσφατα με 90 δις €, για να στηρίξουν τη δική τους πολεμική βιομηχανία. Εάν πράγματι έχουμε δίκιο, το τέλος δεν θα είναι καθόλου καλό για την ήπειρο μας – με ευθύνη ως συνήθως της Γερμανίας η οποία, μετά την ένωση της το 1870 από τον Bismarck, προκαλεί σταθερά προβλήματα στην Ευρώπη ανά 30-40 χρόνια.

.

Ανάλυση

Η Γερμανία μετατρέπει σταδιακά την οικονομία της σε πολεμική, μεταξύ άλλων για να καταπολεμήσει την ύφεση – λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους που έχει ως αποτέλεσμα την πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής (ανάλυση). Αρκεί να δει κανείς εδώ την πορεία της γερμανικής εταιρίας κατασκευής όπλων, της Rheinmetall, για να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα – ενώ εντυπωσιάζει πραγματικά το γεγονός ότι, κανένας δεν δίνει σημασία στους κινδύνους από τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, παρά το ότι προκάλεσε τους δύο παγκοσμίους πολέμους μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα, αιματοκυλίζοντας την Ευρώπη.

Η Rheinmetall τώρα αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς – με τη μία παραγγελία όπλων να διαδέχεται την άλλη, με συνεχώς νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις και με την εξαγορά άλλων εταιριών. Με αφετηρία το 2022, όπου ξεκίνησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πρώην προμηθευτής του στρατού έχει εξελιχθεί σε έναν πανίσχυρο όμιλο όπλων που περιλαμβάνει ναυτικά σκάφη, μαχητικά αεροπλάνα, συστήματα αεράμυνας, εργοστάσια πυρομαχικών, στρατιωτικά οχήματα, άρματα μάχης, δορυφόρους και ένα ευρύ φάσμα άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού – έχοντας μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα επεκταθεί τόσο ραγδαία, ώστε να έχει θορυβήσει τις αρχές ανταγωνισμού της χώρας που συνήθως είναι πολύ ανεκτικές. Προφανώς αναδύεται εδώ ένα γερμανικού τύπου στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα, το οποίο επηρεάζει όλο και περισσότερο την πολιτική.

Η μεγαλύτερη γερμανική εταιρία όπλων λοιπόν, η οποία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατασκεύαζε μόνο άρματα μάχης, στρατιωτικά οχήματα και πυρομαχικά, επενδύει τα τελευταία χρόνια σε εντελώς νέους επιχειρηματικούς τομείς – αποκτώντας πρόσφατα, για παράδειγμα, τη ναυτική μονάδα Naval Vessels Lürssen (NVL), από το ναυπηγικό όμιλο Lürssen, με έδρα τη Βρέμη.

Η NVL απασχολεί 2.100 άτομα και έχει ετήσιο τζίρο 1,3 δις € – ενώ η Rheinmetall έχει στόχο να αυξήσει τις ναυτικές της δραστηριότητες κατά 30% ετησίως, με το τζίρο της να προβλέπεται να φτάσει στα 5 δις € έως το 2030 (πηγή). Με ένα δεύτερο παράδειγμα, σε συνεργασία με την ισραηλινή UVision, η Rheinmetall αναπτύσσει μαχητικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη – επίσης όμως ανεξάρτητα ένα δικό της μοντέλο μη επανδρωμένου αεροσκάφους, το FV-014.

Η εντυπωσιακή επέκταση της Rheinmetall

Συνεχίζοντας, η επέκταση της εταιρίας από το 2022 είναι εντυπωσιακή – αφού, εκμεταλλευόμενη τα δισεκατομμύρια σε αμυντικές δαπάνες από τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και το ΝΑΤΟ, έχει σχεδόν διπλασιάσει τον ετήσιο τζίρο της στα 9,9 δις €. Το αποτέλεσμα ήταν η κατακόρυφη άνοδος της μετοχής της, από τα 90 € περίπου το 2022, σχεδόν στα 2.000 € – ενώ η πρόσφατη πτώση της στα 1.205 € (γράφημα) οφείλεται κυρίως στην αποκόμιση κερδών των επενδυτών,  στους φόβους επιβολής ειδικής φορολόγησης στις εξοπλιστικές εταιρίες και στο ότι, αν και τα κέρδη του πρώτου τριμήνου της ήταν αυξημένα, οι αναλυτές περίμεναν υψηλότερο τζίρο.

Εν τούτοις, η ζήτηση για τα προϊόντα της Rheinmetall παραμένει εξαιρετικά υψηλή, αφού το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών της ανήλθε πρόσφατα στα 73 δις € – ή περί τις 7 φορές μεγαλύτερο από τον ετήσιο τζίρο της που είναι πολύ μεγάλο, σε σχέση με άλλες βιομηχανίες. Έχει επιπλέον μετατραπεί σε έναν περιζήτητο εργοδότη, αφού το 2025 έλαβε 350.000 αιτήσεις προσλήψεων παγκοσμίως, εκ των οποίων οι 250.000 από τη Γερμανία – παρά το ότι απασχολεί σήμερα μόλις 43.000 άτομα (πηγή).

Το μειονέκτημα τώρα της εταιρίας είναι ακριβώς η ραγδαία άνοδος της – η οποία δημιουργεί μία δομή στην αγορά όπλων που ονομάζεται στην οικονομία «διμερές μονοπώλιο». Δηλαδή, από τη μία πλευρά το κράτος είναι ο μοναδικός αγοραστής, ενώ από την άλλη η Rheinmetall είναι ο κυρίαρχος αγοραστής – τον οποίο δεν μπορεί πια το κράτος να αγνοήσει, όσον αφορά την άμυνα και τους εξοπλισμούς.

Με απλά λόγια, η Rheinmetall έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε ένα είδος «Google της βιομηχανίας όπλων» – με το κράτος να μην είναι εύκολο να ελέγχει εταιρίες, από τις οποίες εξαρτάται σε τέτοιο βαθμό.

Η δεσπόζουσα θέση της Rheinmetall

Η εταιρία, έδρα της οποίας είναι το Düsseldorf, κατέχει κυρίαρχη θέση στην αγορά – ιδίως στον τομέα των πυρομαχικών πυροβολικού. Εν προκειμένω, έχει συνάψει αρκετές συμφωνίες με τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις για πυρομαχικά, συνολικής αξίας περί τα 13 δις € – συμπεριλαμβανομένης μίας σύμβασης ύψους 8,5 δις €, για την παράδοση βλημάτων πυροβολικού το 2024 που αποτελεί τη μεγαλύτερη παραγγελία στην ιστορία της εταιρίας (πηγή). Πόσα από αυτά προορίζονται για την Ουκρανία, δηλαδή για χρήση εναντίον της Ρωσίας, είναι άγνωστο – αν και μάλλον θα είναι πολλά.

Το 2024 δε, η Rheinmetall ξεκίνησε την επέκταση του εργοστασίου της στην Κάτω Σαξονία – στο μεγαλύτερο εργοστάσιο πυρομαχικών της Ευρώπης για βλήματα πυροβολικού 155mm που είναι το τυπικό διαμέτρημα των στρατών του ΝΑΤΟ. Η παραγωγική ικανότητα σε αυτό το εργοστάσιο αναμένεται να φτάσει στα 350.000 βλήματα ετησίως – από 70.000 πριν το 2022.

Επιπλέον, η Rheinmetall κατασκευάζει ένα ακόμη εργοστάσιο πυρομαχικών στη Βουλγαρία, μαζί με τον τοπικό συνεργάτη της VMZ – με παραγωγικότητα που προβλέπεται στα 100.000 βλήματα ετησίως, ενώ λειτουργεί επίσης εργοστάσια στην Ισπανία και στην Ουγγαρία.

Όπως είναι βασικό χαρακτηριστικό τώρα των μονοπωλιακών εταιριών, η Rheinmetall διατηρεί στενούς δεσμούς με τους πολιτικούς – όπου λέγεται ότι, σχεδόν καμία εταιρία όπλων δεν έχει τόσο καλές διασυνδέσεις στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και στο Κοινοβούλιο, όσο αυτή. Ο διευθύνων σύμβουλος της δε, μιλάει στα μέλη της Βουλής και σε άλλους καλεσμένους σε εκδηλώσεις, σχετικά με τους νέους επιχειρηματικούς κλάδους της εταιρίας στους τομείς της ναυτικής βιομηχανίας και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, σαν να πρόκειται για μία παρουσίαση πωλήσεων – ενώ καλεί συχνά τους σημαντικούς υπευθύνους λήψης αποφάσεων στο εργοστάσιο της Κάτω Σαξονίας, για «κυνηγετικά ταξίδια ή απλά για διαμονή τους στον ξενώνα της Rheinmetall.

Το λόμπινγκ

Περαιτέρω, φαίνεται καθαρά πως το λόμπινγκ αποδίδει, αφού η εταιρία λαμβάνει πλέον συμβόλαια δισεκατομμυρίων ευρώ, ακόμη και σε τομείς που η εμπειρία της είναι ελάχιστη – όπως πρόσφατα για την προμήθεια του μαχητικού drone FV-014 (πηγή), για το οποίο δεν έχει διενεργηθεί ακόμη ούτε μία δοκιμή. Το ίδιο συνέβη με τον τομέα των δορυφόρων, όπου η Rheinmetall συνεργάζεται με τη φινλανδική Iceye – έχοντας εξασφαλίσει μία σύμβαση ύψους 1,7 δις €, για την προμήθεια δεδομένων αναγνώρισης (πηγή).

Στις αρχές Ιουνίου τώρα προστέθηκε στην εταιρία μία ακόμη παραγγελία – αυτή τη φορά από τη Ρουμανία. Έτσι το διεθνές πακέτο παραγγελιών της Rheinmetall αυξήθηκε στα 5,7 δις € – ενώ είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία της. Συμπεριλαμβάνει οχήματα μάχης Lynx, το σύστημα αεράμυνας Skyranger, πυρομαχικά και εξαρτήματα πυρομαχικών, καθώς επίσης τέσσερα πολεμικά πλοία – ενώ το ναυτικό τμήμα της εταιρίας επεκτείνεται συνεχώς, αφού μετά την εξαγορά της NVL υπέβαλε προσφορά για το ναυπηγείο German Naval Yards Kiel (GNYK), για το οποίο όμως ενδιαφέρεται επίσης η θυγατρική της ThyssenKrupp στον τομέα της άμυνας, ηTKMS.

Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική πολεμική βιομηχανία επεκτείνεται με πολύ υψηλούς ρυθμούς – ενώ οι επενδύσεις των αυτοκινητοβιομηχανιών στον τομέα, γίνονται όλο και περισσότερες.

Επίλογος  

Ολοκληρώνοντας, όταν διαπιστώνει κανείς όλα αυτά που συμβαίνουν σε σχέση με τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, καθώς επίσης πόσο γρήγορα ενισχύονται οι εξοπλιστικές της εταιρίες, συμπεραίνει πως ο πόλεμος της Ουκρανίας δεν «συμφέρει» τη βιομηχανία να τελειώσει – αφού διαφορετικά θα χανόταν η αξία των επενδύσεων.

Πόσο μάλλον όταν δεν αναζητούνται καθόλου διπλωματικές λύσεις, παρά το ότι προτείνονται από Αμερικανούς (ανάλυση) – γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι, οι Γερμανοί επιτίθενται στην ουσία στη Ρωσία, μέσω των Ουκρανών, καθώς επίσης πως οι Γερμανοί είναι αυτοί που επιβάλλουν στην ΕΕ το δανεισμό της Ουκρανίας, πρόσφατα με 90 δις €, για να στηρίξουν τη δική τους πολεμική βιομηχανία.

Εάν πράγματι έχουμε δίκιο, το τέλος δεν θα είναι καθόλου καλό για την ήπειρο μας – με ευθύνη ως συνήθως της Γερμανίας η οποία, μετά την ένωση της το 1870 από τον Bismarck, προκαλεί σταθερά προβλήματα στην Ευρώπη ανά 30-40 χρόνια.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading