Η δημοκρατία δεν εκδικείται, ΣΩΣΤΟ, όμως πρέπει να τιμωρεί όσους την πληγώνουν και μάλιστα επιδεικτικά διαφορετικά τα ίδια πρόσωπα με τις ίδιες μεθόδους θα την ξανά πληγώσουν. Η περίπτωση Τσίπρα είναι το κλασικότερο σύγχρονο παράδειγμα.
Το ζήτημα των κόκκινων δανείων, των funds και των servicers διαμόρφωσε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες περιόδους στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας κατά την τελευταία δεκαετία.
Κύριος πρωταγωνιστής η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – Τσίπρα που εξελέγη το 2015 με κεντρικό σύνθημα την προστασία της λαϊκής κατοικίας και την αντίσταση στις πολιτικές λιτότητας.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, θεσπίστηκε το βασικό νομοθετικό πλαίσιο που επέτρεψε τη μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επενδυτικά funds και τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, των γνωστών servicers.
Η κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο δεν εμπόδισε την είσοδο των funds στην ελληνική αγορά, αλλά άνοιξε θεσμικά τον δρόμο για τη μαζική διαχείριση και εκμετάλλευση ιδιωτικών χρεών από ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
Ο Τσίπρας αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Παρότι εξελέγη με βασικό σύνθημα την προστασία της κοινωνίας από τα συμφέροντα των αγορών και των μεγάλων οικονομικών κέντρων, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του δημιουργήθηκαν οι βασικές συνθήκες που ευνόησαν σημαντικά τα επενδυτικά funds.
Μέσα από τις αναδιαρθρώσεις στο τραπεζικό σύστημα που οδήγησαν καταληκτικά στον πλήρη αφελληνισμό του πιστωτικού συστήματος , τις πωλήσεις κόκκινων δανείων και τη μεταφορά μεγάλου μέρους της ιδιωτικής περιουσίας σε ξένα επενδυτικά σχήματα, άνοιξε ο δρόμος για την ενίσχυση των funds εις βάρος των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το ζήτημα αυτό εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προκαλεί έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις ενώ η επανεμφάνιση του ως αρχηγού νέου κόμματος και η αμνησία για τις νομοθετικές του παρεμβάσεις ως πρωθυπουργού την περίοδο 2015-2019 όχι μόνο προκαλούν το λαϊκό αίσθημα αλλά αναπροσδιορίζουνε την απόλυτη κυνικότητα ορισμένων πολιτικών.
Το σημαντικότερο νομοθέτημα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- Τσίπρα ήταν ο νόμος 4354/2015, ο οποίος εισήγαγε το πλαίσιο για τη διαχείριση και μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο νόμος προέβλεπε τη δυνατότητα:
- πώλησης κόκκινων δανείων σε funds,
- ίδρυσης και λειτουργίας εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων,
- ανάθεσης της είσπραξης οφειλών σε servicers,
- δικαστικών ενεργειών και πλειστηριασμών από τις εταιρείες διαχείρισης.
Με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο, οι ελληνικές τράπεζες απέκτησαν τη δυνατότητα να απομακρύνουν από τους ισολογισμούς τους τον τεράστιο όγκο προβληματικών δανείων, μεταβιβάζοντάς τα σε επενδυτικά κεφάλαια που τα αγόραζαν σε πολύ χαμηλές τιμές.
Ο νόμος 4354/2015 δεν περιορίστηκε μόνο στην πώληση δανείων, δημιούργησε επίσης τον θεσμό των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, δηλαδή των servicers.
Οι εταιρείες αυτές απέκτησαν τη δυνατότητα να:
- επικοινωνούν με δανειολήπτες,
- προχωρούν σε ρυθμίσεις,
- ασκούν ένδικα μέσα,
- κινούν διαδικασίες κατασχέσεων και πλειστηριασμών.
Η σχετική διάταξη του νόμου αναφέρει ότι οι αδειοδοτημένες εταιρείες διαχείρισης «νομιμοποιούνται να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων».
Αυτή ακριβώς η πρόβλεψη θεωρείται το κρίσιμο σημείο που επέτρεψε στους servicers να αποκτήσουν τεράστια δύναμη στην ελληνική οικονομία.
Παράλληλα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα ήταν η σταδιακή αποδυνάμωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.
Κατά την περίοδο 2017–2019:
- επεκτάθηκαν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί,
- συρρικνώθηκε το πλαίσιο προστασίας,
- περιορίστηκαν τα κριτήρια υπαγωγής,
- καταργήθηκε η οριζόντια προστασία της πρώτης κατοικίας,
- νομοθετήθηκε η αυτεπάγγελτη δίωξη και η αυτόφωρη διαδικασία (ιδιώνυμο αδίκημα) για όσους εμποδίζουν τους πλειστηριασμούς με στόχο να ανακοπεί το κύμα των αντιδράσεων και της παρεμπόδισης διενέργειας ηλεκτρονικών πλειστηριασμών,
- δεν θεσμοθέτησαν την υποχρεωτικότητα από την πλευρά των πιστωτών στην αποδοχή των ρυθμίσεων που προτείνονταν, αφού μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του νόμου 4469/2017 προβλέπονταν η παροχή πρότασης αναδιάρθρωσης εφόσον συναινέσει η πλειοψηφία των πιστωτών.
Οι νομοθετικές αυτές παρεμβάσεις διευκόλυναν ουσιαστικά τη δράση των funds και των servicers.
Η μεγαλύτερη πολιτική κριτική προς τον Αλέξη Τσίπρα αφορά την αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική και στη νομοθετική πρακτική.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη με κεντρικά συνθήματα:
- «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη»,
- προστασία των αδύναμων δανειοληπτών,
- σύγκρουση με τα τραπεζικά συμφέροντα.
Ωστόσο, τελικά:
- θεσμοθετήθηκε η αγορά δανείων από funds,
- δημιουργήθηκε το πλαίσιο λειτουργίας των servicers,
- επεκτάθηκαν οι πλειστηριασμοί,
- δεν δόθηκε στους δανειολήπτες δικαίωμα εξαγοράς των δανείων τους στις ίδιες τιμές που τα αγόραζαν τα funds,
- αυξήθηκε η επιθετικότητα που επέδειξαν τα funds στις διαδικασίες είσπραξης,
- αυξήθηκαν από τα funds οι μαζικοί πλειστηριασμοί.
Το τελευταίο σημείο αποτέλεσε ιδιαίτερη πηγή κοινωνικής αγανάκτησης, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν άδικο το γεγονός ότι ένα fund μπορούσε να αγοράσει ένα δάνειο με μεγάλη έκπτωση, ενώ ο ίδιος ο δανειολήπτης δεν είχε αντίστοιχο δικαίωμα.
Ανεξάρτητα από τις πολιτικές ερμηνείες, είναι ιστορικά και νομοθετικά σαφές ότι η κυβέρνηση Τσίπρα διαμόρφωσε το βασικό θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία των funds και των servicers στην Ελλάδα μέσω του νόμου 4354/2015.
Η νομοθεσία εκείνης της περιόδου:
- επέτρεψε τη μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων δανείων,
- αναγνώρισε θεσμικά τους servicers,
- έδωσε δυνατότητες δικαστικής διεκδίκησης και αναγκαστικής εκτέλεσης,
- συνέβαλε στη δημιουργία της σημερινής αγοράς διαχείρισης ιδιωτικού χρέους.
Το αν αυτό ήταν αναγκαστική επιλογή λόγω μνημονιακών δεσμεύσεων ή πολιτική υποχώρηση απέναντι στις τράπεζες και τους δανειστές παραμένει αντικείμενο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Το 2015 οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονταν υπό τεράστια πίεση.
Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα είχαν εκτοξευθεί, ξεπερνώντας το 50% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων.
Η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και οι δεσμεύσεις απέναντι στους θεσμούς οδήγησαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ στην αποδοχή ενός πλαισίου που στόχευε στη γρήγορη απομείωση των «κόκκινων» δανείων.
Στο πλαίσιο της τρίτης μνημονιακής συμφωνίας, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να θεσπίσει μηχανισμούς που θα επέτρεπαν στις τράπεζες να απομακρύνουν από τους ισολογισμούς τους τα προβληματικά δάνεια.
Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την είσοδο διεθνών funds στην ελληνική αγορά απαιτήσεων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η πρόβλεψη ότι οι αδειοδοτημένες εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των απαιτήσεων.
Η διάταξη αυτή αποτέλεσε τη βάση της μεταγενέστερης ισχυρής παρουσίας των servicers στους πλειστηριασμούς και στις δικαστικές διαδικασίες.
Εν κατακλείδι η κυβέρνηση Τσίπρα διαμόρφωσε το βασικό θεσμικό υπόβαθρο για τη λειτουργία των funds και των servicers στην Ελλάδα, μέσω του νόμου 4354/2015 και των μεταγενέστερων ρυθμίσεων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Παρότι οι παρεμβάσεις αυτές παρουσιάστηκαν ως αναγκαίες για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος και τη συμμόρφωση με τις μνημονιακές δεσμεύσεις, συνέβαλαν παράλληλα στη δημιουργία ενός νέου τοπίου στη διαχείριση ιδιωτικού χρέους, με σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες που συνεχίζουν να προκαλούν έντονη δημόσια συζήτηση.
Το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε την περίοδο 2015–2019 αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία επεκτάθηκε αργότερα η αγορά διαχείρισης «κόκκινων» δανείων.
Οι επόμενες κυβερνήσεις όχι μόνο διατήρησαν το πλαίσιο, αλλά το ενίσχυσαν μέσω προγραμμάτων όπως ο «Ηρακλής», που επιτάχυνε τις τιτλοποιήσεις δανείων.
Σήμερα, οι servicers διαχειρίζονται απαιτήσεις αξίας 91,5 δις ευρώ και αποτελούν έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες στην ελληνική οικονομία.
Η συζήτηση για το αν το μοντέλο αυτό βοήθησε πραγματικά την οικονομία ή επιβάρυνε κοινωνικά τους δανειολήπτες μπορεί να παραμένει ανοιχτή πλην όμως εκ του αποτελέσματος μιας δεκαετίας διαχείρισης είναι πλέον ευδιάκριτη η αποτυχία των servicers και η ανάγκη αναζήτησης ενός νέου τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος.
Το βέβαιο είναι ότι πολιτικοί τύπου Τσίπρα πρέπει να τιμωρούνται για την δράση τους και για τα αποτελέσματα των κυβερνητικών τους πρακτικών διότι διαφορετικά επιστρέφουν ως κήνσορες και ενδεχόμενα ως διαμορφωτές της πολιτικής ζωής του τόπου.
Η δημοκρατία δεν εκδικείται, ΣΩΣΤΟ, όμως πρέπει να τιμωρεί όσους την πληγώνουν και μάλιστα επιδεικτικά διαφορετικά τα ίδια πρόσωπα με τις ίδιες μεθόδους θα την ξανά πληγώσουν.
Η περίπτωση Τσίπρα είναι το κλασικότερο σύγχρονο παράδειγμα.
ΛΕΚΚΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ
e-mail: salekkas@gmail.com

