.

Η Ελλάδα βίωσε μία κρίση δημοσίου χρέους η οποία, λόγω κακοδιαχείρισης, τη χρεοκόπησε, έχοντας διευρυνθεί σε κρίση τραπεζών και ιδιωτικού χρέους – ενώ είναι η μοναδική χώρα στην παγκόσμια ιστορία που της επιβλήθηκαν τρία διαδοχικά μνημόνια, με αποτέλεσμα την φτωχοποίηση του πληθυσμού και το ξεπούλημα της, στα πλαίσια μίας κυλιόμενης πτώχευσης που θα διαρκέσει πολλές δεκαετίες. Αντίθετα, η Σουηδία βίωσε μία κρίση ιδιωτικού χρέους, τραπεζών και νομισματική κρίση – η οποία επιβάρυνε σε κάποιο βαθμό το δημόσιο, αλλά για ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Δυστυχώς όμως, η σουηδική επιλογή της υιοθέτησης ακραία νεοφιλελεύθερων «συνταγών», με την ιδιωτικοποίηση τομέων του κοινωνικού κράτους της, την έχει καταστήσει αρνητικό παράδειγμα, μεταξύ άλλων με την εκτόξευση της εγκληματικότητας – ελπίζοντας να μην την ακολουθήσουν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ειδικά η Ελλάδα που μάλλον βαδίζει προς την ίδια κατεύθυνση.
.
Ανάλυση

Η Σουηδία ήταν κάποτε μία χώρα-πρότυπο του κοινωνικού φιλελευθερισμού – δηλαδή, με ένα λειτουργικό κράτος προνοίας που δεν εξαιρούσε κανέναν. Λόγω όμως των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, της εξωτερικής ανάθεσης εργασιών (=outsourcing) και της υιοθέτησης των «κουπονιών», δηλαδή ενός συστήματος δημόσιας χρηματοδότησης για ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών, οι βασικές δημόσιες υπηρεσίες που αφορούν την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και την απασχόληση, έχουν αφεθεί στις δυνάμεις της αγοράς – περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα και παρά το ότι η Σουηδία έχει ένα πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (γράφημα), καθώς επίσης πολύ χαμηλό δείκτη χρέους/ΑΕΠ.
Μετατράπηκε λοιπόν στην ουσία, σε ένα πεδίο δοκιμών του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, σε ένα «πειραματόζωο» καλύτερα, με δυσμενείς επιπτώσεις για την κοινωνία της – τονίζοντας εδώ ότι, εμείς είμαστε μεν υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά όχι των κερδοφόρων μονοπωλιακών (πχ ΟΠΑΠ), των στρατηγικών (πχ λιμάνια, αεροδρόμια) και των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας (πχ ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), ούτε φυσικά των βασικών δημοσίων υπηρεσιών (ασφάλεια, υγεία, εκπαίδευση, φυλακές κλπ.).
Η τραπεζική και δημοσιονομική κρίση της Σουηδίας
Συνεχίζοντας, η παραπάνω αλλαγή στη Σουηδία οφειλόταν στη δημοσιονομική και τραπεζική κρίση της, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – η οποία ήταν η χειρότερη οικονομική κρίση της χώρας, από τη δεκαετία του 1930. Προκλήθηκε δε από την «απορρύθμιση» του πιστωτικού της συστήματος, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 – η οποία οδήγησε σε φούσκα ακινήτων που «έσπασε», όταν αυξήθηκαν απότομα τα επιτόκια και το κράτος αναγκάστηκε να διασώσει τις τράπεζες.
Ειδικότερα, μετά την άρση των πιστωτικών περιορισμών το 1985, οι τράπεζες άρχισαν να χορηγούν μαζικά δάνεια – προκαλώντας τεράστια αύξηση στην τιμή των ακινήτων και οδηγώντας στην υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα.
Στη συνέχεια (1990-1991), ακολούθησε η επονομαζόμενη «φορολογική μεταρρύθμιση του αιώνα» – η οποία μείωσε μεν τους οριακούς συντελεστές φόρου, αλλά περιόρισε ταυτόχρονα τη δυνατότητα έκπτωσης των τόκων στεγαστικών δανείων από το φόρο, ενώ εκτοξεύθηκαν τα πραγματικά επιτόκια.
Ένα παράπλευρο πρόβλημα ήταν η κρίση των νομισμάτων του ERM το 1992 – όπου η Σουηδία είχε συνδέσει την κορόνα με το γερμανικό μάρκο. Έτσι έγινε στόχος κερδοσκοπικών επιθέσεων, με αποτέλεσμα το φθινόπωρο του 1992 να αναγκασθεί η κεντρική της τράπεζα να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο έως και 500% – οπότε η άνοδος των επιτοκίων και η ταυτόχρονη ύφεση, προκάλεσαν την κατακόρυφη πτώση των τιμών των ακινήτων.
Εύλογα λοιπόν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνεια τους, τα μη εξυπηρετούμενα (κόκκινα) έφτασαν στο 11% και οι μεγάλες τράπεζες βρέθηκαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας – όπως συνέβη στην Ελλάδα μετά το 2010.
Η ανεργία εκτινάχθηκε πάνω από 10% και το δημοσιονομικό έλλειμμα του προϋπολογισμού της ξεπέρασε το 12% το 1993 (πηγή) – οπότε, το Νοέμβριο του 1993, η Σουηδία εγκατέλειψε τη σταθερή ισοτιμία, με αποτέλεσμα την υποτίμηση του νομίσματος της και τη μείωση των εισαγωγών, παράλληλα με την αύξηση των εξαγωγών (εδώ η Ελλάδα δεν είχε αυτήν τη δυνατότητα το 2010, λόγω ευρώ).
Παράλληλα, το κράτος εθνικοποίησε τις προβληματικές τράπεζες, ενώ δημιουργήθηκαν «Bad Banks» και εταιρίες διαχείρισης ενεργητικού – για να απορροφήσουν τα κόκκινα δάνεια και τα ακίνητα, τα οποία ξεπουλήθηκαν σταδιακά, μόλις η αγορά ομαλοποιήθηκε.
Από την άλλη πλευρά, το κράτος εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις και τις καταθέσεις των τραπεζών – αποκαθιστώντας πλήρως την εμπιστοσύνη των Πολιτών απέναντι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι μέτοχοι βέβαια των χρεοκοπημένων τραπεζών έχασαν τα κεφάλαια τους και το κράτος ανέλαβε τις μετοχές στις τράπεζες που διέσωσε, όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα – ενώ, όταν ο τραπεζικός τομέας ανέκαμψε, το δημόσιο ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος του κόστους διάσωσης, σε αντίθεση με την Ελλάδα.
Όσον αφορά δε την εξέλιξη των δημοσιονομικών και του κρατικού χρέους της Σουηδίας εκείνη την εποχή, το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε ελάχιστα χρόνια – ακολουθώντας την εξής πορεία (πηγή):
(α) 1990 (πριν την κρίση): Το χρέος βρισκόταν στο χαμηλό 42,3% του ΑΕΠ – με το κράτος να καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα.
(β) 1991–1992 (έναρξη της κρίσης): Η φούσκα των ακινήτων έσπασε και το χρέος άρχισε να αυξάνεται ραγδαία λόγω των δημοσιονομικών ελλειμμάτων – ενώ η κυβέρνηση εφάρμοσε τη λεγόμενη «Λύση της Στοκχόλμης», για να κρατήσει όρθιο το τραπεζικό σύστημα.
(γ) 1993–1994 (κορύφωμα της κρίσης): Η Σουηδία βυθίστηκε σε τρία συνεχόμενα έτη αρνητικής ανάπτυξης (ύφεση), το δημοσιονομικό έλλειμμα άγγιξε το 10,5% του ΑΕΠ και το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της εκτοξεύθηκε στο 73% του ΑΕΠ το 1994.
(δ) 1995 (σταθεροποίηση): Το χρέος παρέμεινε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με αυτό της κεντρικής διοίκησης να φτάνει στο 80% – η οικονομία όμως άρχισε να ανακάμπτει, με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4%.
Έκτοτε βέβαια το δημόσιο χρέος της Σουηδίας ως προς το ΑΕΠ της διατηρείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα – αλλά το ιδιωτικό της χρέος παραμένει εξαιρετικά υψηλό, σε επικίνδυνα επίπεδα. Ειδικότερα, είναι υπερβολικά υψηλός ο λόγος χρέους προς το εισόδημα (DTI) των νοικοκυριών – ο οποίος φαίνεται απειλητικός επειδή έχει σχεδόν διπλασιαστεί από 95% το 1995 σε 180% το 2024 (γράφημα)
Υπάρχουν βέβαια και αντίθετες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η φερεγγυότητα των σουηδικών νοικοκυριών και η ρευστότητα τους, αντισταθμίζει τον παραπάνω κίνδυνο (πηγή) – οπότε το χρέος των νοικοκυριών δεν αποτελεί απειλή για τη χρηματοπιστωτική και μακροοικονομική σταθερότητα.
Θα φανεί όμως ποιες από τις δύο απόψεις είναι σωστές, στην επόμενη διεθνή κρίση – κάτι που θα συμβεί και με την Ελλάδα που όχι μόνο δεν μείωσε τελικά τη σχέση χρέους/ΑΕΠ παρά τη διαγραφή του PSI, τη χρεοκοπία των Πολιτών της και την υπερφορολόγηση, αλλά την αύξησε, ενώ σήμερα την περιορίζει μεν, αλλά μόνο με τη βοήθεια του πληθωρισμού.
Οι σημερινές εξελίξεις
Επιστρέφοντας στο σήμερα, δύο εμπειρογνώμονες της Σουηδίας, σε συνεργασία με το σκανδιναβικό γραφείο του ιδρύματος Friedrich Ebert, δημοσίευσαν μία αξιόλογη μελέτη σχετικά με το θέμα της κυριαρχίας του ακραίου νεοφιλελευθερισμού στη χώρα (πηγή) – στην οποία μελέτη σκιαγραφούν μία ευρύτερη εικόνα των καταστροφικών συνεπειών της εξέλιξης που αναφέραμε στην εισαγωγή μας, περιγράφοντας επιπλέον την πρόθεση των συγκεκριμένων εταιριών εξαγοράς των δημοσίων υπηρεσιών να επεκταθούν στη Γερμανία.
Σε μία χώρα που μερικά χρόνια πριν δεν υπήρχαν ιδιωτικά σχολεία, ούτε φυσικά φροντιστήρια, αφού δεν προβλέπονται εισαγωγικές εξετάσεις στα ΑΕΙ – ενώ τα ιδιωτικά σχολεία άρχισαν να εμφανίζονται μετά τη μαζική μεταναστευτική «εισβολή», όπου τα παιδιά των Γερμανών δεν ένοιωθαν πια ασφάλεια στα, γεμάτα αλλοδαπούς τρίτων χωρών, δημόσια σχολεία τους.
Επανερχόμενοι στη Σουηδία, στην οποία το μεταναστευτικό πρόβλημα είναι πια εκτός ελέγχου, με την εγκληματικότητα στα ύψη και με δεκάδες απαγορευμένες ζώνες ακόμη και για την αστυνομία (πηγή), στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά τη νομισματική κρίση της, «άνοιξε» πολλές από τις υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας, σε ιδιωτικούς παρόχους – με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας τους, με τη βοήθεια του ανταγωνισμού.
Όπως ήταν όμως αναμενόμενο, η ποιότητα των υπηρεσιών που «άνοιξαν» μειώθηκε – λόγω του εύλογου στόχου των ιδιωτών που δεν είναι άλλος, από τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Ειδικότερα, οι ιδιωτικοί πάροχοι μείωναν το προσωπικό, κάλυπταν όλο και περισσότερες θέσεις με φθηνούς ανειδίκευτους εργαζομένους και συνέχιζαν να αυξάνουν τα κέρδη τους – κάτι που έχει συμβεί σε πολλές χώρες που ιδιωτικοποιούν επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως τα νερά (ανάλυση) ή το ηλεκτρικό.
Σε κάθε περίπτωση στη Σουηδία έκτοτε, ένα σημαντικό μέρος των δημοσίων κεφαλαίων έχει οδηγηθεί στις τσέπες των μετόχων αυτών των εταιριών – επίσης των διεθνών επενδυτών. Μπορεί δε το δημόσιο χρέος να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα (35,1%), μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, αλλά το ιδιωτικό χρέος κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα – άνω του 200% του ΑΕΠ της των 610 δις $ το 2024 (τα νοικοκυριά περί το 83% και οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις άνω του 120% – πηγή).
Το πρόβλημα των ιδιωτικοποιήσεων
Συνεχίζοντας, οι ιδιωτικοποιήσεις αυξάνουν στην πραγματικότητα τη γραφειοκρατία – επειδή απαιτούνται πλέον πολύπλοκοι μηχανισμοί κρατικού ελέγχου, για να διατηρηθεί κάπως υπό έλεγχο η επιδίωξη υπερβολικών κερδών από τους ιδιώτες, η δημιουργία καρτέλ κλπ. Επομένως, η εξοικονόμηση δαπανών από το κράτος είναι περιορισμένη – ενώ, εάν προκύψουν διαφωνίες μετά την υπογραφή μίας σύμβασης, το τελικό αποτέλεσμα είναι οι δαπανηρές διαδικασίες διαιτησίας.
Οι ιδιωτικοί πάροχοι δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για το συνολικό σύστημα, δεν ελέγχονται δημοκρατικά από τους Πολίτες (όπως με την εκλογική αλλαγή του κόμματος εξουσίας, εάν δεν εκπληρώσει τους στόχους του) και επιλέγουν τους πιο επικερδείς πελάτες – αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους στο κράτος και ειδικά τις πιο σύνθετες υποθέσεις.
Ακόμη χειρότερα η Σουηδία, μέσω της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών, «έχει ανοίξει τις πύλες της κοινωνίας της» στο οργανωμένο έγκλημα – με την έννοια ότι, έχουν διεισδύσει συμμορίες σε κέντρα υγείας και στους οίκους ανηλίκων, για να τα χρησιμοποιήσουν ως πηγές εισοδήματος, για επιχειρήσεις ξεπλύματος μαύρου χρήματος ή/και για χώρους στρατολόγησης, για περαιτέρω εγκληματικές δραστηριότητες.
Παρά το ότι δε η αστυνομία της χώρας γνωρίζει τις σχετικές δομές και τα ονόματα, έχει τεκμηριωθεί πως είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθούνται τέτοιες εγκαταστάσεις και να αποδεικνύεται η εγκληματική δραστηριότητα – οπότε στην ουσία το κράτος είναι ανίσχυρο και δεν μπορεί να τις ελέγξει.
Όπως αναφέρεται τώρα από τη μία ερευνήτρια, όταν το κέρδος είναι ο βασικός στόχος, η κοινωνική δικαιοσύνη τοποθετείται αυτόματα σε δεύτερη μοίρα – ενώ όσοι έχουν ήδη πόρους, εκπαίδευση ή καλή υγεία, μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα την ελευθερία επιλογής τους, με όλους τους άλλους να μένουν πίσω.
Περαιτέρω, το 16% όλων των μαθητών στη Σουηδία εκπαιδεύονται σε ιδιωτικά δημοτικά σχολεία – τα οποία περιλαμβάνουν τα εννέα χρόνια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα τρία τέταρτα τώρα από τα συγκεκριμένα σχολεία, λειτουργούνται από εταιρίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο – ενώ, αν και υπάρχουν πολλά μικρά ιδιωτικά σχολεία, οι μεγάλοι σχολικοί ιδιωτικοί όμιλοι γίνονται όλο και μεγαλύτεροι.
Σχεδόν το 50% των μαθητών στα ιδιωτικά δημοτικά σχολεία φοιτούν σε κάποιο που ανήκει σε έναν από τους οκτώ μεγαλύτερους ομίλους – ενώ ο μεγαλύτερος είναι το Internationella Engelska Skolan AB, με πάνω από 30.000 μαθητές και 46 σχολεία, ακολουθούμενος από τον AcadeMedia AB, με περίπου 22.000 μαθητές κατανεμημένους σε 83 σχολεία.
Περαιτέρω, το σουηδικό σχολικό σύστημα, χρησιμοποιεί εκπαιδευτικά κουπόνια – με την έννοια ότι, οι δήμοι της χώρας εκδίδουν ένα κουπόνι για όλους τους μαθητές που καλύπτει το κόστος των διδάκτρων σε ένα δημόσιο σχολείο.
Στη συνέχεια, οι γονείς και οι μαθητές μπορούν να αποφασίσουν εάν θα εξαργυρώσουν το κουπόνι σε ένα δημόσιο ή σε ένα ιδιωτικό σχολείο – ενώ τα ιδιωτικά σχολεία εγκαθίστανται συνήθως σε πλουσιότερες περιοχές, λαμβάνοντας το ίδιο ύψος της κρατικής χρηματοδότησης. Ακόμη χειρότερα, τα ιδιωτικά σχολεία έχουν το δικαίωμα να αποκλείουν μαθητές με σημαντικές μαθησιακές ανάγκες, όταν υποβάλουν αίτηση – εντελώς αυθαίρετα.
Το άρρωστο σύστημα υγείας της Σουηδίας
Συνεχίζοντας, μία παρόμοια διαδικασία επιλογής, όπως αυτή στα σχολεία, ακολουθείται και στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης – στον οποίο οι ασθενείς με σοβαρές ασθένειες απορρίπτονται, ενώ στους «υγιείς ασθενείς» προσφέρονται περιττές υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.
Οι πρόσθετες δε και συχνά ψηφιακές υπηρεσίες που προσφέρονται από τους ιδιωτικούς παρόχους, δεν μετριάζουν τον κανονικό φόρτο εργασίας στο υγειονομικό σύστημα – αλλά, αντίθετα, τον επιδεινώνουν.
Από την άλλη πλευρά, η σοβαρή έλλειψη φροντίδας παιδιών, δασκάλων και υγειονομικής περίθαλψης στις γερμανικές αγροτικές περιοχές, αν είναι δυνατόν σε μία τόσο πλούσια χώρα, καθιστούν τη Γερμανία ευάλωτη σε παρόμοιες εξελίξεις – ενώ οι σουηδικοί ιδιωτικοί οργανισμοί κοινωνικής προνοίας έχουν διαπιστώσει αυτές τις ελλείψεις, με αποτέλεσμα να θεωρούν τη χώρα ως μία νέα, κερδοφόρα αγορά για την επέκταση τους.
Στα πλαίσια αυτά, η εισηγμένη στο χρηματιστήριο AcadeMedia AB λειτουργεί ήδη σχεδόν 100 παιδικούς σταθμούς και σχολεία στη Γερμανία – εκμεταλλευόμενη την «ειδυλλιακή» εικόνα της Σουηδίας, όσον αφορά την ισότητα, τη σύνδεση με τη φύση και τα δικαιώματα των παιδιών.
Στην ουσία βέβαια, αυτοί οι όμιλοι προωθούν τη «σκανδιναβική εκπαίδευση» – ενώ οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, όπως οι πρωτοβουλίες γονέων ή οι ενώσεις προνοίας, δεν μπορούν να ανταγωνισθούν αυτού του είδους το marketing και την ισχύ της επιρροής του.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζονται συχνά ως το μόνο κατάλληλο «φάρμακο» για τη μείωση των ελλειμμάτων και των χρεών του δημοσίου. Επίσης ως η βέλτιστη απάντηση, σε έναν μη παραγωγικό και υπερφορτωμένο δημόσιο τομέα – ενώ στην πραγματικότητα, φυσικά με ορισμένες εξαιρέσεις, το πρόβλημα είναι η υποχρηματοδότηση του κράτους προνοίας.
Έχουν δε μεγάλα προβλήματα, όπως όσον αφορά τις εκροές κεφαλαίων από την εγχώρια αγορά, όταν διενεργούνται από ξένες πολυεθνικές – επιπλέον άλλου είδους δυσμενείς επιπτώσεις, όπως στο παράδειγμα των ιδιωτικών φυλακών στις ΗΠΑ (ανάλυση).
Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές πως, ειδικά το κράτος προνοίας, πρέπει να είναι προσανατολισμένο στις ανάγκες της πλειοψηφίας των ανθρώπων – όχι στις προσδοκίες απόδοσης των επενδυτών. Όμως, αν και στη Σουηδία η πλειοψηφία του πληθυσμού, καθώς επίσης τα κόμματα από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, απορρίπτουν πλέον την ιδιωτικοποίηση του κράτους προνοίας, η κατάσταση δεν αντιστρέφεται – επειδή, μόλις ανοίξει «το κουτί της Πανδώρας» των αποκρατικοποιήσεων, είναι πολύ δύσκολο και εξαιρετικά δαπανηρό να κλείσει ξανά.
Σωστά λοιπόν αρκετοί Σουηδοί εύχονται να μπορούσαν να γυρίσουν το ρολόι του χρόνου 20 χρόνια πίσω – κάτι που φυσικά δεν μπορεί να συμβεί. Αυτό που οφείλουμε όμως εμείς οι Έλληνες να προσέξουμε είναι το ότι, η αρνητική πλευρά των ιδιωτικοποιήσεων στη Σουηδία φάνηκε 20 περίπου χρόνια μετά την κρίση που βίωσε – γεγονός που σημαίνει ότι στη δική μας περίπτωση θα φανεί μετά το 2030, εάν δεν ληφθούν οι σωστές αποφάσεις έως τότε.


