Συμπεράσματα / προοπτικές

.
Σε έρευνα που διεξήγαγε η εταιρία VRS με την συνεργασία του ΣΕΒΙΤΕΛ για τον κλάδο του ελαιολάδου αναφέρονται τα εξής συμπεράσματα:
- Ο κλάδος του ελαιολάδου είναι από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους και ανθεκτικότερους της ελληνικής οικονομίας.
- Βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε μια πιο εξωστρεφή στρατηγική και σε «φάση επιτάχυνσης» με ακρογωνιαίο λίθο το εμφιαλωμένο και επώνυμο ελαιόλαδο.
- Ο τέλειος συνδυασμός για την δημιουργία ελληνικού brand name είναι η υψηλή ποιότητα, η αποτελεσματική συσκευασία και οι στρατηγικές μάρκετινγκ.
- Οι διαρθρωτικές αδυναμίες του κλάδου έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της χύμα αγοράς στην Ελλάδα.
Ποιες είναι όμως αυτές οι διαρθρωτικές αδυναμίες του κλάδου; Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας είναι οι εξής:
- Το κόστος ελαιοπαραγωγής εξαιτίας των μικρών εκτάσεων καλλιέργειας, της χαμηλής παραγωγής με συνέπεια την απουσία οικονομίας κλίμακας.
- Τα κατά κύριο λόγο μικρά και παλαιάς τεχνολογίας ελαιοτριβεία που αυξάνουν το κόστος (0.19€/κιλό τα ελληνικά τριφασικά ελαιοτριβεία έναντι 0.16€/κιλό των ισπανικών). Στην Ελλάδα έχουμε περί τα 2.300 ελαιοτριβεία μέσης παραγωγικότητας 40-100 τόνους κατ’ έτος.
- Ο κατακερματισμός των συνεταιρισμών με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγικότητα, τον δύσκολο έλεγχο της ποιότητας και την παραγωγή premium προϊόντων.
- Το μικρό μέγεθος των εταιριών τυποποίησης που δεν επιτρέπει την αποτελεσματική προώθηση του τελικού προϊόντος.
Εκτός από τις διαρθρωτικές αυτές αδυναμίες, υπάρχουν και κάποιες μικρότερες λεπτομέρειες που χρίζουν διερεύνησης και ανάγκη λήψης στρατηγικών αποφάσεων για την κατεύθυνση που θα οδηγηθεί ο κλάδος. Έτσι π.χ. είναι σημαντικό να οχυρώνονται οι παραγωγοί που αναγκάζονται κάθε χρόνο, λόγω έλλειψης ρευστότητας, να πωλούν σε χαμηλές τιμές από τον Δεκέμβριο και μετά, με αποτέλεσμα την βίαιη κάθοδο των τιμών συλλήβδην για όλους. Επίσης χρειάζεται ενιαίος συντονισμός για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Παραγωγοί της Κρήτης επισημαίνουν πως είναι εντελώς διαφορετική η διαχείριση της ελιάς ανάλογα με τις βροχοπτώσεις (ένα ελαιόδεντρο χρειάζεται από 3000 μέχρι 6000 κιλά νερό το χρόνο). Αν δεν βρέχει συχνά αλλά λίγες φορές και πολύ (όπως συμβαίνει τελευταία) τότε θα χρειαστούν φράγματα για να αξιοποιείται το νερό της βροχής που χάνεται στην θάλασσα και να μην ανεβαίνει υπερβολικά το κόστος παραγωγής από την αναγκαστική άρδευση.
Παράλληλα θα πρέπει να εμπεδωθεί από όλους πως μόνο μέσα από την συνεργασία και την κοινή προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου θα υπάρξουν καλύτερες προοπτικές. Χρειάζονται με άλλα λόγια κατευθυντήριες γραμμές και τέτοιες μόνο ο κρατικός φορέας (δυστυχώς στη παρούσα φάση) μπορεί να δώσει. Γιατί όσο καλό μάρκετινγκ και να έχει μια μεμονωμένη επιχείρηση αν δεν υπάρξει συνολική προώθηση και δημιουργία κοινών δικτύων διανομής, το ταβάνι είναι συγκεκριμένο. Επιπλέον αναγκαίος είναι και ένας σαφής προσανατολισμός στοχοθέτησης της παραγωγής. Π.χ. θα στοχεύσουμε στην βιολογική καλλιέργεια και αν ναι σε τι ποσοστό; Θα ακολουθήσουμε την μελέτη της McKinsey για ένα με δύο μεγάλα ελαιοτριβεία και μαζική παραγωγή για να κοντράρουμε τα υψηλά ποσοστά διείσδυσης που καταλαμβάνει η Ισπανία στις ξένες αγορές; Ή μήπως θα δημιουργήσουμε μια πλειάδα από high premium quality ελαιόλαδα μικρής παραγωγής στοχεύοντας μονολιθικά στην αντίστοιχη αγορά; Όλες αυτές οι ερωτήσεις πρέπει να απαντηθούν αν θέλουμε να αισιοδοξούμε και να μην ονειροβατούμε για το μέλλον.
Συνεπώς και σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργαστήκαμε μέχρι τώρα:
- Η Ισπανία εξ’ αιτίας της σχεδιασμένης πολιτικής για παραγωγή προϊόντων χαμηλού κόστους κατέκτησε πρωτεύουσα θέση στην παγκόσμια αγορά και ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές του ελαιολάδου σύμφωνα με την εκάστοτε παραγωγή της.
- Η Ιταλία διαθέτει το καλύτερο brand name του χώρου, το οποίο και επωφελείται για να κερδίζει σε υπεραξία μέσω των εισαγωγών χύμα και των εξαγωγών τυποποιημένου ελαιολάδου.
- Η Ελλάδα φαίνεται να χάνει έδαφος, αφενός μεν επειδή «συνθλίβεται» ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες πολιτικές των δύο μεσογειακών χωρών, αφετέρου δε από την είσοδο νέων δυναμικών παικτών στην αγορά (Τυνησία, Τουρκία).
- Οι διεθνείς τιμές του ελαιολάδου καθορίζονται όχι μόνο από την ετήσια παγκόσμια παραγωγή αλλά και από τα αποθέματα της προηγούμενης χρονιάς κάθε χώρας (βλ. κυρίως Ισπανίας), (το ελαιόλαδο με σωστή συντήρηση διατηρείται μέχρι δύο χρόνια).
- Οι εξαγωγές της Ελλάδας για το προηγούμενο έτος προς την Ιταλία κατά κύριο λόγο και προς την Ισπανία κατά δεύτερο, είναι ενδεικτικές της στρέβλωσης που επικρατεί. Παρά την από καιρό κατανόηση να δοθεί τέλος στην αδιέξοδη πρακτική της εξαγωγής χύμα ελαιολάδου και παρά την ταυτόχρονη ανάπτυξη νέων ετικετών στον κλάδο, το 2013 οι εξαγωγές χύμα ελαιολάδου όχι μόνο δεν μειώθηκαν, όχι μόνο δεν παρέμειναν στάσιμες, αλλά υπερδιπλασιάστηκαν.
- Οι χώρες στις οποίες εξάγουμε τις μεγαλύτερες ποσότητες τυποποιημένου ελαιολάδου είναι αυτές που υπάρχει μεγάλη μερίδα Ελλήνων ομογενών.
- Η κατανάλωση ελαιολάδου στη χώρα μας σημείωσε σημαντική πτώση από το 2010 και έπειτα.
Για όλα αυτά κρίνεται αναγκαίο για τη χώρα μας:
- να περιοριστεί το κόστος παραγωγής με την είσοδο νέων τεχνολογιών στο στάδιο παραγωγής,
- να αυξηθεί το μερίδιο παραγωγής που τυποποιείται με απώτερο στόχο τη δημιουργία μεγαλύτερης συνολικά υπεραξίας από τα μερίδια αγοράς των εξαγωγών,
- να εκσυγχρονιστούν τα ελαιοτριβεία της χώρας για να μειωθεί το κόστος παραγωγής,
- να αναβιώσουν οι συνεταιρισμοί ή να δημιουργηθούν ομάδες παραγωγών με μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ,
- να αναπτυχθούν κοινά κανάλια διανομής που θα επιτρέψουν την αύξηση των εξαγωγών τυποποιημένου ελαιολάδου,
- εντέλει, να καθοριστεί εκείνο το μείγμα στρατηγικής (από τον τρόπο της παραγωγής, μέχρι τον τρόπο του μάρκετινγκ) που θα μας επιτρέψει να χαράξουμε τον δικό μας, ξεχωριστό δρόμο στην διεθνή αγορά που θα μας αποφέρει μακροπρόθεσμα τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη.
