.

Η περίοδος ακμής του Orban ξεκίνησε όταν, μετά το τέλος της μαζικής κερδοσκοπίας των ξένων με το νόμισμα (carry trade), λόγω της οποίας είχε υπερτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό το ουγγρικό φιορίνι, η ισοτιμία του έπεσε κατακόρυφα – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να βρεθούν σε δεινή θέση πολλοί ιδιοκτήτες σπιτιών που είχαν δανεισθεί σε ξένα νομίσματα, εκμεταλλευόμενοι τα χαμηλά επιτόκια έναντι των πολύ υψηλών εγχωρίων. Ο V. Orban υποσχέθηκε προεκλογικά ότι, θα έλυνε το πρόβλημα – καλύπτοντας ένα σημαντικό ποσοστό των κερδοσκοπικών απωλειών. Τελικά κράτησε την υπόσχεση του – όπως επίσης όλες τις υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένης της εκδίωξης του ΔΝΤ από τη χώρα του. 16 χρόνια όμως αργότερα και μετά τη δραματική ήττα του, ο διάδοχος του αντιμετωπίζει σχετικά παρόμοιες συνθήκες – αφού ο Orban οδήγησε τη χώρα στην κατάσταση που την είχε βρει και που ως εκ τούτου, θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Επομένως ήταν σε θέση να την είχε αποφύγει, όπως το πέτυχε στο παρελθόν – δεν τα κατάφερε όμως, θεωρώντας λανθασμένα πως οι αυξήσεις των μισθών πολύ επάνω από την παραγωγικότητα, θα του εξασφάλιζαν την παραμονή του στην εξουσία.
.
Ανάλυση
Όπως είναι γνωστό, το κόμμα του V. Orban κατέρρευσε στις εκλογές, παρά τη στήριξη των Αμερικανών και των Ρώσων – χωρίς όμως να ανέλθει στην εξουσία ένα άλλο με θεμελιωδώς διαφορετική πολιτική ιδεολογία, αφού ο διάδοχος του έχει σχεδόν την ίδια. Ο λόγος δε της ήττας του Orban δεν ήταν μόνο η διαφθορά – αλλά, επιπλέον, η οικονομία, με κέντρο βάρους την ακρίβεια της περιόδου 2022/23. Ειδικότερα τα εξής:
Στις αρχές του 2009, η Ουγγαρία βυθίστηκε σε μία κρίση ρευστότητας – κυρίως λόγω της κατάρρευσης του ΑΕΠ των χωρών της Βαλτικής, καθώς επίσης της κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της ευρύτερης τραπεζικής κρίσης και της μαζικής φυγής των επενδυτών, εξαιτίας των φόβων απώλειας των χρημάτων τους. Ως εκ τούτου το φιορίνι δέχθηκε ξανά πιέσεις, χάνοντας πολύ γρήγορα ακόμη ένα 15% της ισοτιμίας του – όπου η παρακάτω αναφορά μίας γερμανικής εφημερίδας της εποχής (πηγή), στις αρχές του 2009, είναι χαρακτηριστική:
«Σε καμία χώρα της Ανατολικής Ευρώπης δεν ήταν τόσο έντονη η χρηματοπιστωτική κρίση, όσο στην Ουγγαρία – στην οποία η δραματική πτώση της παραγωγής κατά 14,6% μέσα σε έναν μόλις μήνα (Δεκέμβριο) ή κατά 23,3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, συνοδεύθηκε από την κατάρρευση του φιορινιού στο 1:302 σε σχέση με το ευρώ, από 1:140 στις αρχές του 2008, αν και σταθεροποιήθηκε στο 1:290.
Η κεντρική της τράπεζα αύξησε το βασικό επιτόκιο από το 8,5% στο 11,5% για να συγκρατήσει την πτώση του νομίσματος – ενώ το γεγονός ότι, σχεδόν το 62% όλων των ιδιωτικών δανείων είναι σε ξένο νόμισμα, η εξυπηρέτηση τους με το αδύναμο φιορίνι θα οδηγήσει πολλά νοικοκυριά στη χρεοκοπία».
Ως αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής, καθώς επίσης της υπαγωγής της χώρας στο ΔΝΤ έναντι αυστηρών μέτρων λιτότητας, η κυβέρνηση έχασε τη στήριξη των Πολιτών – οπότε το σοσιαλιστικό κόμμα, μαζί με τους φιλελευθέρους, έδωσαν στις 14.04.2009 την εντολή σε έναν τεχνοκράτη, επιχειρηματία και οικονομολόγο (Gordon Bajnai), να αναλάβει τη διαχείριση του κράτους ως πρωθυπουργός.
Ο νέος πρωθυπουργός, εφαρμόζοντας πιστά τις εντολές του ΔΝΤ, πάγωσε τους μισθούς και τις συντάξεις των 700.000 δημοσίων υπαλλήλων, κατήργησε το 13ο μισθό και την αντίστοιχη 13η σύνταξη (=ονομαστική μείωση κατά 7%), σταμάτησε την αύξηση της καθιερωμένης κοινωνικής και οικογενειακής βοήθειας κατά το ύψος του πληθωρισμού, περιόρισε το χρόνο των επιδομάτων γεννήσεων στα δύο έτη από τρία, αύξησε την ηλικία συνταξιοδότησης στα 65 από 62 έτη, τον ΦΠΑ από 20% στο 25%, επέβαλλε φόρο περιουσίας (τον οποίο όμως δεν επέτρεψε τελικά το συνταγματικό δικαστήριο), συνέχισε τις ιδιωτικοποιήσεις κοκ.
Έτσι το καλοκαίρι του 2009 η Ουγγαρία, στην οποία οι άνεργοι είχαν αυξηθεί στους 500.000 περίπου (11%), επέστρεψε στις αγορές, αφού τα επιτόκια δανεισμού της ομαλοποιήθηκαν – ενώ είχε ακόμη να λάβει 6 δις € από το δάνειο των 20 δις € που της είχε εγκριθεί από το ΔΝΤ.
Ακολούθησαν όμως οι εκλογές τον Απρίλιο του 2010, όπου κέρδισε το κόμμα που τοποθετούταν εναντίον του ΔΝΤ και των μέτρων του – το πατριωτικό συντηρητικό Fidesz του V. Orban, το οποίο πήρε τα 2/3 των βουλευτικών εδρών (όπως σήμερα ο P. Magyar), οπότε τη συνταγματική πλειοψηφία.
Λίγο αργότερα ξέσπασε η ελληνική κρίση χρέους, ενώ με την αιτιολογία αυτή η Κομισιόν απαίτησε από τη νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας δημοσιονομική πειθαρχία – τη συνέχιση δηλαδή του προγράμματος λιτότητας (=μνημόνια) των προκατόχων της, έτσι ώστε το έλλειμμα του προϋπολογισμού να μειωθεί κάτω του 3%.
Εν τούτοις, ο νέος πρωθυπουργός, ο V. Orban δεν συμφώνησε, κηρύσσοντας τον αγώνα για την χρηματοοικονομική ανεξαρτησία της χώρας του – ενώ λίγο αργότερα σταμάτησε τις συζητήσεις με το ΔΝΤ, επειδή δεν ήθελε να έχει την ίδια κατάληξη με την Ελλάδα όπως είπε, παρά το ότι έχασε τα υπόλοιπα 6 δις € του προγράμματος στήριξης. Αντίθετα, η Ελλάδα κατάντησε να γίνει η μοναδική χώρα στην παγκόσμια ιστορία που υπέγραψε τρία διαδοχικά μνημόνια, αυτοκτονώντας – ενώ εξοργίζεται κανείς όταν βλέπει ότι, ακόμη και σήμερα υπάρχουν κόμματα, όπως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, που θριαμβολογούν χωρίς ντροπή για τα μνημόνια, παρά το ότι κατέστρεψαν ολοσχερώς τη χώρα μας.
Συμπερασματικά λοιπόν, η περίοδος ακμής του Orban στην Ουγγαρία ξεκίνησε όταν, μετά το τέλος της μαζικής κερδοσκοπίας των ξένων με το νόμισμα (carry trade*), λόγω της οποίας είχε υπερτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό το ουγγρικό φιορίνι, η ισοτιμία του έπεσε κατακόρυφα – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να βρεθούν σε δεινή θέση πολλοί ιδιοκτήτες σπιτιών που είχαν δανεισθεί σε ξένα νομίσματα (ελβετικά φράγκα ή ιαπωνικά γεν), εκμεταλλευόμενοι τα χαμηλά επιτόκια.
Ο V. Orban υποσχέθηκε προεκλογικά ότι, θα έλυνε το πρόβλημα το κράτος – καλύπτοντας ένα σημαντικό ποσοστό των κερδοσκοπικών απωλειών. Τελικά κράτησε την υπόσχεση του – όπως επίσης όλες τις υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένης της εκδίωξης του ΔΝΤ από τη χώρα του (ανάλυση).
Η επανάληψη της ιστορίας
Συνεχίζοντας, 16 χρόνια αργότερα και μετά τη δραματική ήττα του Orban, ο διάδοχος του αντιμετωπίζει σχετικά παρόμοιες συνθήκες – αφού ο Orban οδήγησε τη χώρα στην κατάσταση που την είχε βρει και που ως εκ τούτου θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Επομένως ήταν σε θέση να την είχε αποφύγει – όπως το πέτυχε στο παρελθόν.
Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια οι μισθοί στην Ουγγαρία αυξάνονται πολύ πιο γρήγορα, από ότι μπορεί να απορροφήσει, να αντέξει δηλαδή η εγχώρια οικονομία – ενώ οι μεγάλες αυξήσεις, οι οποίες πυροδότησαν τον πληθωρισμό, ξεκίνησαν μετά το σοκ τιμών που ακολούθησε την κρίση του Covid 19 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Το παρακάτω γράφημα δείχνει μία αύξηση μισθών στη χώρα άνω του 9% το τελευταίο τρίμηνο του 2025 – ενώ μεταξύ των ετών 2022 και 2024 οι αυξήσεις ήταν αρκετά υψηλότερες του 10%.
Το γεγονός αυτό συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση του τιμαρίθμου, του πληθωρισμού δηλαδή, ιδίως το 2022 και το 2023 (γράφημα) – με αποτέλεσμα από το 2024 και μετά να ήταν η ανταγωνιστική πίεση στις ευρωπαϊκές αγορές τόσο έντονη, ώστε ακόμη και οι παραγωγικές επιχειρήσεις της Ουγγαρίας να μην μπορούν πλέον να μετακυλίσουν πλήρως το κόστος εργασίας στις τιμές πώλησης τους.
Σήμερα βέβαια οι τιμές καταναλωτή και οι τιμές παραγωγού στον ουγγρικό μεταποιητικό τομέα αυξάνονται μεν πια ελαφρώς, αλλά η χώρα έχει επωμισθεί ένα τεράστιο βάρος από τα προηγούμενα χρόνια – με το δείκτη τιμών παραγωγού (χωρίς την ενέργεια) να ευρίσκεται στις 148,1 μονάδες στις αρχές του 2026, στο ίδιο επίπεδο περίπου με τη Βουλγαρία, ενώ τα στοιχεία για τις άλλες χώρες είναι σχεδόν ομοιόμορφα στις 120 μονάδες (γράφημα, πηγή).
Την ίδια στιγμή, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ουγγαρίας έχει παραμείνει στάσιμος τα τελευταία χρόνια (πηγή), οπότε και η παραγωγικότητα – ενώ υπήρξε μία απότομη μείωση των επενδύσεων, λόγω της πτώσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και του υψηλού κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος.
Το τεράστιο αυτό ανταγωνιστικό μειονέκτημα, είναι διαχειρίσιμο μόνο για τις δυτικές εταιρίες που κατασκευάζουν στην Ουγγαρία – ενώ η εγχώρια οικονομία, η οποία ανταγωνίζεται τις ξένες αγορές, καταστρέφεται.
Με απλά λόγια, μια φτωχότερη χώρα δεν καλύπτει την οικονομική της υστέρηση αυξάνοντας απλά τους μισθούς – αλλά μόνο όταν η παραγωγικότητα της που απαιτεί επενδύσεις, καινοτομία κλπ. αυξάνεται πολύ ταχύτερα, από ότι στις πλουσιότερες χώρες. Εάν αυξάνονται μόνο οι μισθοί (όπως συμβαίνει δυστυχώς σε όλες τις πρώην ανατολικές χώρες, με εξαίρεση τη Σλοβακία), αργά ή γρήγορα προκύπτει αναπόφευκτα ένα τεράστιο πρόβλημα – ιδίως εάν το κράτος δεν έχει πλέον το δικό του νόμισμα για να το υποτιμήσει, έναντι του ευρώ.
Η Ουγγαρία όμως εξακολουθεί να έχει το δικό της νόμισμα, σε αντίθεση πχ με τη Βουλγαρία – οπότε θεωρητικά θα μπορούσε να καλύψει το χάσμα ανταγωνιστικότητας της, υποτιμώντας απλά το φιορίνι. Εν τούτοις δεν είναι τόσο απλό, όσο ακούγεται – επειδή τα τελευταία χρόνια το φιορίνι έχει ανατιμηθεί, αντί να υποτιμηθεί, κυρίως λόγω του carry trade*.
Εν προκειμένω, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία του φιορινιού (= ο λόγος των τιμών των ξένων αγαθών προς τα εγχώρια αγαθά, εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα – αναδεικνύει πόσα ξένα προϊόντα μπορούμε να αγοράσουμε με μία μονάδα εγχώριου προϊόντος), όπως υπολογίζεται από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS, ανάλυση), έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια – γράφημα, όπου η ανοδική καμπύλη υποδηλώνει ανατίμηση του φιορινιού, ενώ σημαίνει πως οποιαδήποτε τυχόν υποτίμηση του φιορινιού, δεν έχει αντισταθμίσει τον πληθωρισμό.
Σε ονομαστικούς όρους δε, το φιορίνι ευρίσκεται υπό ανοδική πίεση από τις αρχές του 2023, σύμφωνα με το γράφημα της ΕΚΤ – όπου εδώ η ανοδική κίνηση του φιορινιού υποδηλώνει υποτίμηση. Ενώ λοιπόν υπήρξε υποτίμηση (πτώση της καμπύλης) ιδιαίτερα το 2024, το φιορίνι παρέμεινε υπό ανοδική πίεση σε όλη τη διάρκεια του 2025 – οπότε στην πραγματικότητα ανατιμήθηκε σημαντικά, παρά το ότι η κακή ανταγωνιστική κατάσταση της χώρας θα δικαιολογούσε μία μεγάλη υποτίμηση.
Έχουμε πάντως ήδη αναφέρει την αιτία της παραπάνω διαστρέβλωσης, η οποία δεν είναι άλλη από το περιβόητο carry trade – από τις συνθήκες δηλαδή που οδήγησαν τον V. Orban στην εξουσία και σήμερα στην αντιπολίτευση, με τεράστιες απώλειες ψηφοφόρων.
Αναλυτικότερα, επειδή τα ποσοστά του πληθωρισμού στην Ουγγαρία ήταν σημαντικά υψηλότερα από αυτά στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα επιτόκια στη χώρα ήταν επίσης σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με την ΟΝΕ τα τελευταία χρόνια – ενώ στα μέσα του 2023, η Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας τα αύξησε στο εντυπωσιακό 17%, αν και για ένα μικρό χρονικό διάστημα.
Ενώ λοιπόν μειώθηκαν γρήγορα στη συνέχεια, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια στη χώρα εξακολουθούν να ευρίσκονται σήμερα πάνω από το 6% – κάτι που αποτελεί ένα σημαντικό χάσμα σε σχέση με την ΟΝΕ, οπότε είναι ελκυστικό για τους κερδοσκόπους συναλλάγματος. Ως εκ τούτου, δανείζονται φιορίνια από την Ουγγαρία και τοποθετούν τα δανεικά στην ΟΝΕ – κερδίζοντας από τη διαφορά των επιτοκίων. Με τον τρόπο αυτό το φιορίνι ανατιμάται, παρά το ότι στην πραγματικότητα χρειάζεται υποτίμηση – ενώ έτσι περιορίζεται και το ρίσκο των κερδοσκόπων.
Η επώδυνη λύση
Από τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι, το να έχει μία χώρα το δικό της νόμισμα, δεν εγγυάται αυτόματα την ανεξαρτησία της – πως ένα εθνικό νόμισμα δεν είναι πανάκεια. Η αιτία είναι το γεγονός ότι, οι αγορές είναι κερδοσκοπικές και δεν ακολουθούν τους κανόνες της παραδοσιακής οικονομίας – οπότε ακόμη και οι χώρες με τα δικά τους νομίσματα, αναγκάζονται να ακολουθούν τις τάσεις του πληθωρισμού και των μισθών των μεγαλυτέρων γειτονικών τους κρατών.
Δεν γίνεται δηλαδή οι μισθοί στην Ουγγαρία να αυξάνονται 9% και στη Γερμανία 2%, εάν δεν είναι ανάλογα μεγαλύτερη η παραγωγικότητα της Ουγγαρίας – ενώ το ίδιο συμβαίνει με πολλές άλλες πρώην ανατολικές χώρες που θα υποστούν τεράστια απώλεια ανταγωνιστικότητας, εάν δεν μπορέσουν να υποτιμήσουν τα νομίσματα τους ή εάν δεν έχουν δικό τους νόμισμα, όπως η Βουλγαρία.
Κάτι σχετικά παρόμοιο συμβαίνει με κράτη που έχουν υψηλότερο πληθωρισμό από το μέσο της ΟΝΕ, όπως η Ελλάδα – κάτι που φαίνεται ήδη από το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας και από το εξωτερικό μας χρέος που έχει υπερβεί πια τα 590 δις € (πηγή).
Η λύση τώρα του προβλήματος της Ουγγαρίας που θα πρέπει να δρομολογηθεί, δεν είναι καθόλου εύκολη από πολιτικής πλευράς – αφού η νέα κυβέρνηση, σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα της χώρας, θα πρέπει να συνεργασθούν για να υποτιμήσουν το φιορίνι, χωρίς να προκαλέσουν νέο πληθωρισμό μέσω αναπροσαρμογών των μισθών (=σπιράλ μισθών-τιμών, ανάλυση).
Κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη πιο δύσκολο, με τις ήδη υψηλές τιμές των εισαγωγών ενέργειας – πόσο μάλλον εάν η νέα κυβέρνηση θελήσει να διακόψει εντελώς τις σχέσεις της με τη Ρωσία, όπως απαιτεί η Κομισιόν (κάτι που θεωρούμε οικονομικά αυτοκτονικό).
Ειδικότερα, για την υποτίμηση του φιορινιού απαιτούνται τα εξής: (α) άμεση παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος – με την αγορά ξένων νομισμάτων με το φιορίνι, για την αποδυνάμωση του και (β) σημαντική μείωση των επιτοκίων.
Για να έχει όμως επιτυχία το συγκεκριμένο εγχείρημα, θα πρέπει να προηγηθεί ρητή συμφωνία με τους κοινωνικούς εταίρους, δηλαδή με τους εργαζομένους και τα συνδικάτα – η οποία να διασφαλίζει ότι, η μείωση των επιτοκίων και η υποτίμηση δεν θα χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογήσουν περαιτέρω μαζικές αυξήσεις τιμών που θα έθεταν σε λειτουργία το σπιράλ μισθών-τιμών, ακόμη και αν ο τιμάριθμος θα αυξανόταν πιο απότομα από το γενικά αναμενόμενο.
Με απλά λόγια, ο νέος πρωθυπουργός θα πρέπει να δρομολογήσει τη μείωση των πραγματικών μισθών, μέσω του ακόμη μεγαλύτερου πληθωρισμού – κάτι που δεν θα είναι τόσο απλό, εκτός εάν το έχει αναφέρει στο προεκλογικό του πρόγραμμα (μάλλον απίθανο).
Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη πρόκληση έγκειται σίγουρα στην επιστροφή σε λογικές αυξήσεις μισθών και στην ομαλοποίηση των επιτοκίων – στην αντίθετη πολιτική δηλαδή από αυτήν του Orban τα τελευταία χρόνια, μάλλον για να διατηρηθεί στην εξουσία, την οποία όμως έχουν συνηθίσει οι Ούγγροι Πολίτες.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας η Ουγγαρία, με πληθυσμό 9,58 εκ., έχει εμπορικό πλεόνασμα και πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών στο 1,7% του ΑΕΠ της το 2025 (πηγή) – όταν η Ελλάδα εμπορικό έλλειμμα άνω των 30 δις € και έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών πάνω από 5,7% του ΑΕΠ.
Το εξωτερικό της χρέος δε είναι στα 192,8 δις € όταν της Ελλάδας υπερβαίνει τα 590 δις € – ενώ το χρέος ως προς το ΑΕΠ της είναι στο 73,9% και το δικό μας πάνω από 150%, παρά το ότι η ελληνική κυβέρνηση το έχει μειώσει με το τέχνασμα του εσωτερικού δανεισμού, «υπεξαιρώντας» στην ουσία τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων και λοιπών φορέων του δημοσίου (ανάλυση).
Ο μέσος μισθός της δε είναι υψηλότερος, όπως επίσης το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των Πολιτών της – ενώ ο πληθωρισμός της το Μάρτιο, παρά το ότι θεωρείται πως η ακρίβεια οδήγησε στην πτώση του Orban, είχε πέσει στο 1,8% έναντι 3,9% της Ελλάδας. Το κακό πάντως συνέβη το 2022/23 – όπου ο πληθωρισμός της κορυφώθηκε στο 25,7% τον Ιανουάριο του 2023 (πηγή). Συγκριτικά πάντως με την Ελλάδα, η κυβέρνηση Orban της έχει προκαλέσει πολύ λιγότερα προβλήματα – σε αντίθεση με τη δική μας που μας οδηγεί ξανά στη χρεοκοπία.
Υστερόγραφο: Η Ουγγαρία είναι από τις πιο ανοιχτές οικονομίες στην Ευρώπη – αφού το 2024, ο δείκτης εισαγωγών της ήταν 71,1%, σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 46,1%, ενώ ο δείκτης εξαγωγών της, στο 75,4%, υπερέβαινε επίσης σαφώς τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 50,4%. Περίπου το ένα τέταρτο των εξαγωγών της όμως, κατευθύνεται μόνο στη Γερμανία.
Η χώρα θεωρείται μια κλασική «οικονομία εργαστηρίου», στενά ενσωματωμένη στις αλυσίδες αξίας της γερμανικής βιομηχανίας – οπότε εύλογα έχει επηρεασθεί από τα οικονομικά προβλήματα της Γερμανίας, μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας. Έχει δε τον χαμηλότερο συντελεστή εταιρικού φόρου στην ΕΕ, στο 9% – επίσης όμως, μερικά από τα χαμηλότερα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα.
Η Ουγγαρία εισάγει ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς της – ενώ η βιομηχανία της, όπως η γερμανική, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν περίπου το 30% του ενεργειακού της μείγματος το 2024 – οπότε, κατά συνέπεια, η Ουγγαρία εισάγει πολλαπλάσιες των δικών της ενεργειακών αναγκών. Η πυρηνική ενέργεια βέβαια είναι η σημαντικότερη εγχώρια πηγή ενέργειας της Ουγγαρίας, αντιπροσωπεύοντας το 37% της παραγωγής – ενώ μόνο το 10% της εγχώρια παραγόμενης ενέργειας, προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Τέλος, ο V. Orban, υποστήριξε κυρίως την εθνική αυτοδιάθεση της Ουγγαρίας: προσιτό ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καμία ανεξέλεγκτη μετανάστευση όπως απαιτεί η ΕΕ, καμία στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, καμία περαιτέρω χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία, μπλοκάρισμα του δανείου των 90 δις € της ΕΕ στην Ουκρανία και καμία ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ ή στο ΝΑΤΟ. Διατήρησε δε αυτά τα αιτήματα, παρά το ότι η ΕΕ παρακράτησε συνολικά 35 δις € σε χρηματοδότηση από την Ουγγαρία για χρόνια, ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσόν δηλαδή για μια χώρα με ΑΕΠ περίπου 215 δις € – ενώ η ΕΕ το έκανε de facto, χωρίς καμία νομική βάση, αποκλειστικά για πολιτικά υποκινούμενους λόγους.
.
* Το carry trade είναι μια επενδυτική στρατηγική που περιλαμβάνει τον δανεισμό κεφαλαίου σε ένα νόμισμα με χαμηλό επιτόκιο (νόμισμα χρηματοδότησης) και την επένδυση του σε περιουσιακά στοιχεία που εκφράζονται σε άλλο νόμισμα με υψηλότερο επιτόκιο (νόμισμα-στόχος). Ο σκοπός είναι να επωφεληθεί ο κερδοσκόπος από τη διαφορά επιτοκίου – ελπίζοντας ότι, η συναλλαγματική ισοτιμία θα παραμείνει σταθερή.







