Κοσμική στασιμότητα – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Κοσμική στασιμότητα

Παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος, λόγω της επεκτατικής πολιτικής χρήματος των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες έχουν πλημμυρίσει με νέα χρήματα το σύστημα (τα οποία όμως δεν έχουν κατευθυνθεί στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας τεράστιες φούσκες στα χρηματιστήρια), να προκληθεί υπερβολικός πληθωρισμός – αφού προηγηθεί η καταστροφή της οικονομίας, μέσω του αποπληθωρισμού.

Ειδικότερα, όταν (όχι εάν) εκραγούν οι χρηματιστηριακές φούσκες, όσα χρήματα διασωθούν, είναι πιθανόν να τοποθετηθούν μαζικά στην πραγματική οικονομία – πριν προλάβουν οι κεντρικές τράπεζες να απορροφήσουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα, την οποία έχουν οι ίδιες δημιουργήσει. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των τιμών – όχι λόγω της μειωμένης προσφοράς, της αυξημένης ζήτησης ή της εξάντλησης της παραγωγικής δυναμικότητας της οικονομίας, αλλά λόγω της τρομακτικής υποτίμησης των χρημάτων. Μία άλλη πιθανότητα είναι αυτή που έχουμε αναλύσει στο κείμενο μας «Το παράδοξο του Minsky»* – ενδεχομένως η μεγαλύτερη.

Επανερχόμενοι στην «κοσμική στασιμότητα», ο Αμερικανός επιστήμονας προβλέπει πως θα διαρκέσει τουλάχιστον τριάντα χρόνια – τεκμηριώνοντας τη θέση του με το ότι, η παγκόσμια οικονομία υποφέρει από ένα πλεόνασμα αποταμιεύσεων, σε σχέση με τις επενδύσεις. Μαθηματικά, τα δύο παραπάνω «οικονομικά μεγέθη» πρέπει να ισορροπούν μεταξύ τους – όχι σε κάθε χώρα βέβαια, αλλά στο σύνολο όλων των χωρών.

Με δεδομένο δε το ότι, το επιτόκιο είναι η τιμή, ο παράγοντας καλύτερα, ο οποίος εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, το ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο το επιτόκιο αυτό δεν είναι πλέον αρνητικό. Το συγκεκριμένο επιτόκιο ονομάζεται πραγματικό επιτόκιο – όπου ένα αρνητικό πραγματικό επιτόκιο σημαίνει ότι, ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για επενδύσεις, ακόμη και όταν οι προϋποθέσεις δανεισμού του είναι εξαιρετικά συμφέρουσες.

Οι προβλέψεις του Αμερικανού φαίνονται λογικές – γεγονός που τεκμηριώνεται και στην περίπτωση της Γερμανίας, στην οποία έχουν μειωθεί σημαντικά οι επενδύσεις τα τελευταία χρόνια. Εάν λοιπόν δικαιωθεί τελικά, τότε η οικονομία θα παραμείνει στάσιμη – όπου όμως η διαδικασία αυτή, σε κοινωνίες με ελάχιστους επιτρεπόμενους (βασικούς) μισθούς, συνεπάγεται μία σταθερά υψηλή ανεργία.

Η εναλλακτική λύση, η ολοκληρωτική δηλαδή απελευθέρωση των μισθών, έτσι ώστε να διαμορφώνονται ελεύθερα από την αγορά («ελαστικοποίηση»), δεν θα έλυνε το πρόβλημα – αντίθετα, είναι πολύ πιθανόν πως θα το επιδείνωνε, επειδή δεν θα έμεναν στάσιμες μόνο οι επενδύσεις, αλλά και η κατανάλωση (γεγονός που συμβαίνει ήδη στην Ελλάδα).

Περαιτέρω, με τον τρόπο που έχουν οργανωθεί οι οικονομίες μας, ειδικά επειδή τα περισσότερα δυτικά κράτη είναι σε τέτοιο βαθμό χρεωμένα (γράφημα που ακολουθεί), ώστε να αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους χωρίς να αναπτύσσονται διαρκώς, τυχόν επαλήθευση της πρόγνωσης του Αμερικανού θα ήταν αντίστοιχη με ένα σενάριο οικονομικής καταστροφής του πλανήτη.

 .

Κατανομή χρεών ανά χώρα (G10)

Κατανομή χρεών ανά χώρα (G10)

.

Ολοκληρώνοντας, το οικονομικό μας σύστημα δεν θα μπορούσε να αντέξει τριάντα χρόνια στασιμότητας – αφού θα ακολουθούσε, μεταξύ άλλων, η έκρηξη του συνταξιοδοτικού συστήματος, παρά την αύξηση των ορίων ηλικίας. Πόσο μάλλον όταν η αύξηση αυτή, σε πολλές χώρες, επιδεινώνει την ανεργία των νέων – γεγονός που με τη σειρά του επιβαρύνει ξανά το ασφαλιστικό σύστημα, λόγω έλλειψης των εισφορών των νέων ανέργων. Φυσικά το ευρώ θα κατέρρεε – αν και θεωρείται το μικρότερο κακό, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα.

 .

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ

Η «κοσμική στασιμότητα» είναι κάτι που δεν μπορεί να αποκλεισθεί – κυρίως λόγω της ιαπωνικής εμπειρίας, αλλά και της υπερχρέωσης ολόκληρης της Δύσης, σε συνδυασμό με το πρόβλημα των αρνητικών επιτοκίων που αναλύσαμε παραπάνω. Επομένως, θα πρέπει να αναζητηθούν επειγόντως λύσεις – όπου αυτές που αναφέρονται διεθνώς είναι μόνο οι παρακάτω τρεις:

(α)  Θα μπορούσε κανείς να καταργήσει τα μετρητά χρήματα, έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι κεντρικές τράπεζες να «πιέσουν» τα επιτόκια κάτω από το μηδέν – επειδή οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να έχουν τα χρήματα τους στο σπίτι τους, οπότε δεν θα απέφευγαν να πληρώνουν τόκους (αντί να εισπράττουν), για τη διατήρηση τους στις τράπεζες.

Υπολογίζεται ότι, με ένα αρνητικό επιτόκιο της τάξης του -5%, θα επιλυόταν αμέσως το πρόβλημα του «διαρθρωτικού πλεονάσματος των αποταμιεύσεων» – επειδή οι άνθρωποι θα προτιμούσαν να καταναλώσουν αμέσως τα χρήματα τους, αγοράζοντας οτιδήποτε ή επενδύοντας οπουδήποτε, παρά να πληρώνουν 5% για τη διατήρηση τους στις τράπεζες (5.000 € ετησίως, στα 100.000 € αποταμίευση).

Εν τούτοις, η λύση αυτή δεν φαίνεται να μπορεί να επιβληθεί πολιτικά – αφού όποια κυβέρνηση την υιοθετούσε, είτε δεν θα εκλεγόταν καθόλου, είτε θα έπεφτε, εάν βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Ίσως όμως επιχειρηθεί κάτι ανάλογο, με την πραγματική ή «εκφοβιστική» φορολόγηση των τραπεζικών καταθέσεων.

(β)  Θα μπορούσε κανείς να εθνικοποιήσει το σύνολο του τραπεζικού συστήματος, έτσι ώστε να μειώσει «πολιτικά» τα επιτόκια για επενδύσεις, κάτω από αυτά που προσφέρονται από τις αγορές – κάτι που όμως δεν είναι συμβατό με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, ενώ ταιριάζει περισσότερο σε μία κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία (εθνικοσοσιαλιστική ή κομμουνιστική).

Εκτός αυτού, παρά το ότι από πολιτικής πλευράς θεωρείται η ευκολότερη προς υιοθέτηση λύση, θα έπρεπε να γίνει από όλες τις χώρες του πλανήτη – κάτι που είναι μάλλον απίθανο, κρίνοντας από τα προβλήματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί, στο θέμα της τραπεζικής ενοποίησης της Ευρωζώνης.

Ο χρυσός κανόνας της οικονομικής σταθερότητας, με την κατάργηση των τόκων (ανάλυση), θα ήταν μία ακόμη δυνατότητα – με τον ίδιο βαθμό δυσκολίας όμως, αφού θα έπρεπε να υιοθετηθεί παγκοσμίως.

(γ) Το κράτος θα μπορούσε να επέμβει, δανειζόμενο φθηνά χρήματα και επενδύοντας όσο περισσότερο γίνεται – επειδή οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι πολύ χαμηλότερες από τις αποταμιεύσεις.

Ενδεχομένως αυτή να είναι η πλέον αποτελεσματική και εφικτή λύση, αφού μέσω της αυξημένης ζήτησης για κεφάλαια που θα δημιουργούσαν οι επενδύσεις εκ μέρους του κράτους, το πραγματικό επιτόκιο θα μετατοπιζόταν ξανά πάνω από το μηδέν. Θα ήταν δε εντός των πλαισίων της οικονομίας της αγοράς, αφού θα ρυθμιζόταν μέσω των ελεύθερων διακυμάνσεων των επιτοκίων τόσο η Ζήτηση (επενδύσεις), όσο και η Προσφορά (αποταμιεύσεις).

Ουσιαστικά πρόκειται για μία λύση «τύπου Keynes», όπου όμως δεν είναι εύκολος σήμερα ο δανεισμός εκ μέρους των κρατών για τη διεξαγωγή επενδύσεων – λόγω των υψηλότατων δημοσίων χρεών τους. Εκτός εάν τα βασικά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών ήταν τόσο αρνητικά (υπολογίζονται στο -2% με τον κανόνα του Taylor), ώστε το ρίσκο της αγοράς ομολόγων του δημοσίου, με βιώσιμα για τα κράτη επιτόκια, να ήταν «υποφερτό».

Εάν δε η ενέργεια αυτή συνοδευόταν με ολική ή με μερική απαγόρευση των χρηματοπιστωτικών όπλων μαζικής καταστροφής (παράγωγα κάθε είδους), τότε η επίλυση του προβλήματος θα ήταν μάλλον σίγουρη. Βέβαια, σε μία τέτοια περίπτωση, οι κεντρικές τράπεζες θα έπρεπε να είναι έτοιμες να απορροφήσουν τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων, με τις οποίες έχουν πλημμυρίσει το σύστημα – πριν προκληθεί υπερβολικός πληθωρισμός, ο οποίος θα δημιουργούσε εντελώς διαφορετικά προβλήματα, όχι λιγότερο επικίνδυνα. .


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!