.

Η χρήση των repos για την κάλυψη μόνιμων αναγκών του δημοσίου, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, έχοντας τριπλασιαστεί από τη ΝΔ σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ στα 63 δις €, θεωρείται προβληματική και σίγουρα μη συμβατική – επειδή η βραχυπρόθεσμη φύση τους και η συνεχής «ανακύκλωση» τους στα 1,7 τρις € ετήσια, προκαλεί κινδύνους ρευστότητας. Όσον αφορά δε τη λογιστική πλευρά, αν και τα repos αυξάνουν το ακαθάριστο κρατικό χρέος, η χρήση ενδοκυβερνητικών repos έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρούνται τα ποσά από το ενοποιημένο χρέος κατά Μάαστριχτ – εμφανίζοντας μία πλασματικά βελτιωμένη εικόνα του χρέους/ΑΕΠ που δεν ισχύει, αφού στην ουσία το κράτος «βάζει χέρι» στα χρήματα των ασφαλιστικών και λοιπών ταμείων.
.
Ανάλυση

Το να παρακολουθεί κανείς, στηριζόμενος σε αριθμούς, το πώς διαχειρίζεται η κυβέρνηση την οικονομία, είναι κάτι περισσότερο από αγχωτικό – ειδικά όσον αφορά το δημόσιο, το κρατικό, το εξωτερικό και το ιδιωτικό χρέος (ερμηνεία), όπου το τελευταίο ήταν πρόσφατα στα 404,4 δις €, σύμφωνα με την απάντηση του υπουργείου σε ερώτημα μας.
Το δημόσιο χρέος μας τώρα στις 31.12.25, δηλαδή αφαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού δανεισμού, ήταν στα 362,8 δις € από 364,97 δις € στις 31.12.24 (γράφημα) – ενώ το κρατικό στα 406,18 δις €, από 402,2 δις € προηγουμένως. Το ένα λοιπόν μειώνεται, ενώ το άλλο αυξάνεται – όπου όμως στο μεν πρώτο έχουν προστεθεί οι παγωμένοι τόκοι του δανείου του EFSF των 96 δις € που η εξυπηρέτηση του είχε αναβληθεί το 2018 από τον ΣΥΡΙΖΑ για μετά το 2032 μαζί με τους τόκους, ενώ στο δεύτερο όχι. Δεν είναι παράδοξο;
Τους βλέπουμε δε να προστίθενται μία φορά το χρόνο, στα τέλη του εκάστοτε Απριλίου, με το ετήσιο δελτίο δημοσίου χρέους (πηγή) – όπως το 2024, όπου το κρατικό χρέος από 403,86 δις € είχε αυξηθεί στα 422,64 δις € ή κατά 18,78 δις €, εκ των οποίων τα 15 δις € περίπου ήταν αυτοί οι παγωμένοι τόκοι (δεύτερη στήλη στο γράφημα, Κράτος). Έχουμε λοιπόν την πρώτη «αλχημεία», στα πλαίσια της συνήθους δημιουργικής λογιστικής του δημοσίου – ενώ προβλέπουμε ότι, στο ετήσιο δελτίο δημοσίου χρέους του 2025, θα πλησιάσει τα 430 δις €!
Συνεχίζοντας, στο δελτίο χρέους της 31.12.25, τα διαθέσιμα της Κεντρικής Διοίκησης, του κράτους δηλαδή χωρίς τους φορείς, ήταν 16,19 δις € – ενώ μαζί με το διακριτό λογαριασμό εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους ύψους 1,91 δις € και τα SDR του ΔΝΤ ύψους 2,74 δις €, αύξαναν το σύνολο των διαθεσίμων της Κεντρικής Διοίκησης στα 20,84 δις €.
Το σύνολο τώρα των διαθεσίμων της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή μαζί με τους φορείς του δημοσίου, ανερχόταν στις 31.12.25 στα 39,57 δις € (γράφημα) – γεγονός που σημαίνει ότι, το «μαξιλάρι» που έχει στην άμεση δικαιοδοσία του το υπουργείο οικονομικών είναι 20,84 δις € δικά του (εκ των οποίων τα 5,41 δις € είναι του ESM, cash buffer account), συν 18,73 δις € των φορέων που ανήκουν στην έμμεση δικαιοδοσία του.
Από την άλλη πλευρά, ξανά την 31.12.25, το υπουργείο οικονομικών είχε βραχυπρόθεσμο δανεισμό από τους φορείς του δημοσίου ύψους 62,85 δις € – ένα τεράστιο ποσόν, για το οποίο έχουμε ζητήσει πολλές φορές ανάλυση του, δηλαδή από ποιους ακριβώς φορείς και από πόσα από τον καθένα προέρχεται, χωρίς να πάρουμε ποτέ απάντηση.
Για να καταλάβουμε το τεράστιο μέγεθος αυτού του ποσού, η ΝΔ κληροδότησε στο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 δάνεια από τους φορείς ύψους 8,6 δις € και ο ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ το 2019 περί τα 22 δις € – ενώ από το 2019 έως τα τέλη του 2025, το ποσόν αυτό έχει εκτοξευθεί στα 62,85 δις €, δηλαδή σχεδόν τριπλασιάσθηκε!
Σε κάθε περίπτωση, τα διαθέσιμα της Κεντρικής Διοίκησης των 20,84 δις € (υπογραμμισμένο παραπάνω), προκύπτουν μετά το δανεισμό της από τους φορείς του δημοσίου (ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ κλπ.), ύψους 62,85 δις € – γεγονός που σημαίνει ότι, εάν δεν είχε δανεισθεί αυτά τα ποσά από τους φορείς, όχι μόνο δεν θα είχε διαθέσιμα, αλλά μία ταμειακή «τρύπα» ύψους 42 δις €!
Η αλχημεία
Περαιτέρω, από τα βραχυπρόθεσμα δάνεια των φορέων, συνήθως 15 ημερών, τα 50,16 δις € έχουν χρησιμοποιηθεί για να καλύψουν μόνιμες ανάγκες του δημοσίου (γράφημα) – γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα στα ταμεία του κράτους.
Εάν λοιπόν για κάποιο λόγο χρειαστεί να τα επιστρέψει το κράτος στους φορείς, δηλαδή στα ασφαλιστικά ταμεία, στα πανεπιστήμια κλπ., θα πρέπει είτε να τα δανεισθεί, είτε να «παράγει» ανάλογα δημοσιονομικά πλεονάσματα – κάτι που είναι φυσικά απίθανο.
Οφείλουμε δε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, στις αρχές του 2023 ο διοικητής της ΤτΕ είχε αναφερθεί σε ένα πρόσθετο «κοβιδιακό χρέος», ύψους 50 δις €, ένα μόνο μέρος του οποίου εμφανίζεται στο εξωτερικό χρέος – όπου ο όρος αναφέρεται στο πρόσθετο κρατικό χρέος που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του COVID 19, λόγω των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων στήριξης.
Συνεχίζοντας, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα των φορέων του δημοσίου για να υποκαταστήσει το δανεισμό της από τις αγορές – οπότε τους αφαιρεί στην ουσία πόρους, εις βάρος των υπηρεσιών που προσφέρουν. Ο τρόπος τώρα που δανείζεται τα χρήματα των φορέων, είναι μέσω των repos – δηλαδή μέσω συμφωνιών επαναγοράς που συνήθως χρησιμοποιούνται από τα κράτη, για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της ρευστότητας.
Εν τούτοις, η χρήση των repos για την κάλυψη μόνιμων αναγκών του δημοσίου, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, έχοντας τριπλασιαστεί από τη ΝΔ σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, θεωρείται προβληματική και σίγουρα μη συμβατική – επειδή η βραχυπρόθεσμη φύση τους και η συνεχής «ανακύκλωση» τους (rollover), προκαλεί κινδύνους ρευστότητας.
Όσον αφορά δε τη λογιστική πλευρά, αν και τα repos αυξάνουν το ακαθάριστο κρατικό χρέος, η χρήση ενδοκυβερνητικών repos έχουν ως αποτέλεσμα να αφαιρούνται τα ποσά από το ενοποιημένο χρέος κατά Μάαστριχτ – εμφανίζοντας μία πλασματικά βελτιωμένη εικόνα χρέους/ΑΕΠ που δεν ισχύει, αφού στην ουσία το κράτος «βάζει χέρι» στα χρήματα των ασφαλιστικών (συνταξιοδοτικών) και λοιπών ταμείων.
Βέβαια, η πρακτική του δανεισμού μέσω repos είναι συνήθης σε όλα τα κράτη – αλλά με σκοπό όμως να καλύπτονται έκτακτες ανάγκες και όχι μόνιμες, όπως στην Ελλάδα σήμερα, όπου το rollover των 62,85 δις € των repos έχει φτάσει στα αστρονομικά επίπεδα των 1,66 τρις € σε ετήσια βάση (γράφημα, βραχυπρόθεσμος δανεισμός).
Για σύγκριση, ο δανεισμός της πολύ μεγαλύτερης Ιταλίας με repos το 2025 ήταν μόλις 55 δις € (το Νοέμβριο του 2025, το MEF επικαιροποίησε το χαρτοφυλάκιο των τίτλων που χρησιμοποιούνται για repos, το οποίο ανέρχεται πλέον σε 55 δις € και περιλαμβάνει 51 διαφορετικά ομόλογα, πηγή) – όταν το ΑΕΠ της διαμορφώθηκε στα 2,2 τρις € περίπου και το δημόσιο χρέος της στα 3,1 τρις €. Ως ποσοστό του δημοσίου χρέους της ήταν λοιπόν στο 1,77% και του ΑΕΠ της στο 2,5% – όταν τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ελλάδα ήταν 25,7% του ΑΕΠ και 17,3% του χρέους! Επομένως η Ελλάδα βαδίζει σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μονοπάτι – το οποίο δυστυχώς δεν είναι το μοναδικό.
Ειδικότερα, έχουμε τα διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης των 18,73 δις € από τους φορείς της έμμεσης δικαιοδοσίας της, τα 62,85 δις € των βραχυπρόθεσμων δανείων των άλλων φορέων προς το κράτος μέσω των repos και τα 7,9 δις € του «Κοινού Κεφαλαίου» – το οποίο είναι ένας ειδικός επενδυτικός λογαριασμός που διαχειρίζεται η ΤτΕ.
Συνολικά λοιπόν, το κράτος στηρίζεται με 89,48 δις € από τους φορείς – ένα επίσης αστρονομικό ποσόν που δεν καταλαβαίνει κανείς από πού ακριβώς προέρχεται ενώ δημιουργείται η εξής απορία: γιατί χορηγούνται με τον προϋπολογισμό πάνω από 20 δις € κάθε χρόνο στους φορείς, όταν διαθέτουν (εάν) στα ταμεία τους τέτοια τεράστια ποσά;
Πάντως, κάποια από τα ποσά του Ταμείου Ανάκαμψης που δεν έχουν οδηγηθεί στην οικονομία, άνω των 10 δις €, παραμένουν στα ταμεία του κράτους αυξάνοντας τα διαθέσιμα – όπως μας έχει επιβεβαιώσει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (πηγή). Το 2027 όμως θα πρέπει να οδηγηθούν στην οικονομία – γεγονός που θα έχει σημαντικά επακόλουθα για τα διαθέσιμα του κράτους.
Επίλογος
Κλείνοντας, η εικόνα που έχουμε μελετώντας όλα αυτά τα στοιχεία για την ελληνική οικονομία, δεν είναι καθόλου καλή – πόσο μάλλον με το εξωτερικό μας χρέος να αυξάνεται συνεχώς λόγω των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας, ξεπερνώντας ήδη τα 584 δις €.





