.

Είναι φανερό πως τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, εάν δεν λειτουργεί το κράτος – οπότε στο κράτος θα έπρεπε να επικεντρώνονται οι όποιες μεταρρυθμίσεις, με στόχο να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία του, καθώς επίσης μία υγιή κοινωνία. Ακριβώς για το λόγο αυτό είναι ουτοπική η αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η αγορά μπορεί να επιλύσει όλα τα προβλήματα μας και να διορθώνεται από μόνη της – ενώ πολύ σωστά ο Αριστοτέλης είχε υπαγάγει την οικονομία στην πολιτική και όχι το αντίθετο, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο κρατισμός είναι η λύση, αλλά πως πρέπει το κράτος να έχει την ευθύνη της σωστής λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, όπου αυτή είναι πιο αποτελεσματική – κάτι που δεν συμβαίνει όταν επιτρέπει τη δημιουργία ολιγοπωλίων, καρτέλ κοκ., ούτε όταν αποκρατικοποιείται σταδιακά, όπως διαπιστώνεται, μετά την επικράτηση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
.
Ανάλυση

Πίσω από τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που μας επιβάλλονται από την ΕΕ και τις κυβερνήσεις μας, υπάρχει το εξής ερώτημα: «Μπορεί μία κοινωνία να οργανωθεί, σύμφωνα με την οικονομία της αγοράς»; Να κάνει δηλαδή τις αγορές εργασίας πιο ευέλικτες, με βάση τις ανάγκες των επιχειρήσεων; Να διορθώνεται από μόνη της;
Να θέσει την εκπαίδευση στην υπηρεσία της ανταγωνιστικότητας, να προωθήσει ή ακόμη και να επιβάλει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού (να πηγαίνουν δηλαδή οι εργαζόμενοι εκεί που υπάρχουν δουλειές), καθώς επίσης να διαλύσει το κράτος πρόνοιας, προκειμένου να υπάρχουν περισσότεροι πόροι για τις ανάγκες των επενδύσεων; Να στηρίζει την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά μόνο όταν δεν επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, αφού χωρίς αυτήν δεν υπάρχει μέλλον;
Εν προκειμένω, τόσα χρόνια (λιτότητας και) μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, απάντησαν στο παραπάνω ερώτημα ως εξής: η κορυφαία προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής που μας επιβλήθηκε, απέτυχε θεαματικά. Η χώρα μας όχι μόνο φτωχοποιήθηκε, ενώ η κοινωνία της «αρρώστησε», αλλά παραμένει μη ανταγωνιστική – με δίδυμα χρέη και με δίδυμα ελλείμματα που μας προϊδεάζουν για ένα ακόμη πιο δύσκολο μέλλον.
Απέτυχαν όμως επίσης στην ΕΕ, αφού σε πολλές χώρες της, όπως στη Γερμανία, δημιουργήθηκε (με σκοπό την άνοδο της ανταγωνιστικότητας που προκύπτει από τα πλεονάσματα των εμπορικών ισοζυγίων), ένα υποπρολεταριάτο – ένας τομέας πολύ χαμηλών μισθωτών, οι οποίοι δύσκολα επιβιώνουν, σε μία κοινωνία που βιώνει μία εντυπωσιακή παρακμή.
Σε άλλες χώρες δε που δεν «κατάφεραν» να δημιουργήσουν ένα αντίστοιχο υποπρολεταριάτο, όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, συνεχίζουν να αυξάνονται τα ελλείμματα και τα χρέη τους (ανάλυση), με τις κοινωνίες τους επίσης σε παρακμή – ενώ στην ουσία βιώνουν ήδη τη θανατηφόρο οικονομική ασθένεια του στασιμοπληθωρισμού.
Δηλαδή, μία ύφεση ή στασιμότητα του ρυθμού ανάπτυξης, με τις τιμές όμως να αυξάνονται συνεχώς – κάτι που καθυστέρησε μεν στην Ελλάδα, επειδή η ανάπτυξη στηρίχθηκε με τα δανεικά των 50 δις € που δαπανήθηκαν, χωρίς όμως να αποφευχθεί τελικά, όπως θα φανεί από το 2024 και μετά. Ήδη το εμπορικό μας έλλειμμα που μειώνει το ΑΕΠ (ΑΕΠ=Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + Εμπορικό ισοζύγιο) αποτελεί προπομπό αυτής της εξέλιξης – αφού συνεχίζει να αυξάνεται, όταν το 2023 είχαμε εμπορικό έλλειμμα της τάξης των 32 δις €.
Η οικονομία της αγοράς
Συνεχίζοντας τώρα με το θέμα της «οικονομίας της αγοράς», ελάχιστοι γνωρίζουν πως πρόκειται για μία σχετικά νέα μορφή οργάνωσης – αφού οι 999 στις 1.000 γενιές ανθρώπων, έχουν επιβιώσει χωρίς μία τέτοια αγορά. Σε κάθε περίπτωση, πριν τον 19ο αιώνα, η οικονομία ήταν πάντοτε «ενσωματωμένη» στην κοινωνία – ήταν υποταγμένη στην τοπική πολιτική, στα έθιμα, στη θρησκεία και στις κοινωνικές σχέσεις. Η γη και η εργασία ειδικότερα, δεν αντιμετωπίζονταν ως εμπορεύματα, αλλά ως μέρη ενός συνόλου – της ίδιας της ζωής.
Περαιτέρω, ακόμη και στις σύγχρονες κοινωνίες, μόνο μία μειοψηφία των αναγκών τους καλύπτεται μέσω της οικονομίας της αγοράς – με την έννοια πως οι περισσότερες παραγωγικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα σε ιεραρχίες, σε οικογένειες, σε φυλές, σε γειτονιές και σε λαούς, ενώ οι επιχειρήσεις είναι επίσης δομημένες ιεραρχικά.
Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που η «οικονομία της αγοράς» δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πρώτες ημέρες της οικονομικής σκέψης – σημειώνοντας πως η λέξη «οικονομία» προέρχεται από την ελληνική λέξη «Οίκος» και σημαίνει νοικοκυριό.
Προπάτορας της οικονομίας δε, θεωρείται ως συνήθως για όλα ένας Έλληνας, ο Αριστοτέλης – αν και για αυτόν ήταν απλά μία υποδιαίρεση της πολιτικής φιλοσοφίας και της πολιτικής επιστήμης. Στόχος της οικονομίας ήταν το «ευ ζην» – η καλή ζωή, η ευημερία. Αυτό με τη σειρά του κατανοήθηκε πρωτίστως ως ζήτημα καλής οργάνωσης της οικογενειακής μονάδας, του οίκου, του χωριού και του κράτους.
Η έννοια τώρα του καταμερισμού της εργασίας εμφανίζεται μεν στον Αριστοτέλη, αλλά δεν οργανώνεται από την αγορά – οργανώνεται από την κοινότητα του χωριού. Εν προκειμένω, πολλά νοικοκυριά δημιουργούν ένα χωριό, στο οποίο ο καταμερισμός της εργασίας επιτρέπει την καλύτερη «φροντίδα» του με τα προς το ζην – όπου ο καταμερισμός της εργασίας είναι ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων σε τομείς, τύπους απασχόλησης και ρόλους ευθύνης, καθώς επίσης η εξειδίκευση των εργατών στους ρόλους αυτούς.
Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, περίπου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, καθιερώθηκε μία νέα έννοια της οικονομίας – από τον Adam Smith που, με το διάσημο εργοστάσιο βελονιών του, επεξεργάσθηκε τα πλεονεκτήματα ενός καταμερισμού της εργασίας, με τη μεσολάβηση της αγοράς και της χρηματοπιστωτικής/νομισματικής οικονομίας. Επρόκειτο τότε για κάτι ακραίο – ενώ με τον David Ricardo, τοποθετήθηκαν στο επίκεντρο της οικονομικής σκέψης ο διασυνοριακός καταμερισμός της εργασίας και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Εκείνη την εποχή είχαν τόσο γοητευθεί όλοι από αυτήν την ιδέα, ώστε τα οικονομικά περιορίζονταν όλο και περισσότερο στη λειτουργία της αγοράς – λέγοντας πως πρόκειται για την επιτομή της ρύθμισης της προσφοράς και της ζήτησης. Θεώρησαν λοιπόν ότι, η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς, ήταν ο κύριος στόχος της οικονομίας – ενώ η ευημερία επιτυγχανόταν με τη βέλτιστη προσφορά αγορασθέντων αγαθών και υπηρεσιών.
Εδώ δεν γνωρίζουμε εάν θα ικανοποιούσε τον Adam Smith αυτή η εξέλιξη, αφού ήταν επίσης ηθικός φιλόσοφος – ενώ πολύ αργότερα, στις δεκαετίες του 1940 και 1950, ο Abraham Maslow προσπάθησε να επαναφέρει την οικονομική σκέψη σε μία ευρύτερη βάση. Καθιέρωσε λοιπόν την εξής ιεραρχία αναγκών: φυσιολογικές, ασφάλεια, κοινωνικές και ατομικές ανάγκες, αυτοπραγμάτωση.
Εν τούτοις, η προσπάθεια του να ποσοτικοποιήσει τη σχετική αξία αυτών των αναγκών και να τις χρησιμοποιήσει για να συντάξει ένα είδος εγχειριδίου, με οδηγίες για την ευημερία, απέτυχε παταγωδώς – αν και θα μπορούσαμε να μάθουμε κάτι από τον Maslow. Δηλαδή, το ότι αυτό που έχει σημασία είναι οι ανθρώπινες ανάγκες – όχι μόνο η χρηματοοικονομική ζήτηση και προσφορά.
Το «μερίδιο αγοράς» της αγοράς
Περαιτέρω, πριν καν εξετασθεί η τελειοποίηση των μηχανισμών της αγοράς, θα έπρεπε να διευκρινισθεί σε ποιους τομείς η αγορά, ο καταμερισμός της εργασίας, είναι πιο κατάλληλη από άλλους κοινωνικούς θεσμούς, για την προώθηση της ευημερίας – όπου, εάν επιχειρήσει κανείς να δώσει απάντηση σε αυτήν την ερώτηση, θα διαπιστώσει πως το «μερίδιο αγοράς» της αγοράς είναι εντυπωσιακά χαμηλό.
Ειδικότερα, η καθαρή αγορά είναι κατάλληλη μόνο για μεμονωμένα αναλώσιμα αγαθά και υπηρεσίες – επίσης, μόνο εάν αυτά μπορούν να πληρωθούν από το τρέχον εισόδημα. Οι μεγαλύτερες δαπάνες, όπως η Υγεία, η Παιδεία, οι συνταξιοδοτικές κλπ. παροχές, χρηματοδοτούνται πιο ευνοϊκά συλλογικά – ενώ το ίδιο ισχύει για τα πραγματικά αγαθά κοινής ωφελείας, όπως η άμυνα, η ασφάλεια, το δικαστικό σώμα, η δημόσια διοίκηση κοκ.
Σε γενικές γραμμές λοιπόν, μόνο το 50% περίπου των υπηρεσιών που συμπεριλαμβάνονται στο ΑΕΠ, παρέχονται και διανέμονται μέσω του μηχανισμού της αγοράς – απλά δεν το συνειδητοποιούμε.
Εκτός αυτού, το ΑΕΠ δεν μετράει ούτε το 50% άλλων ωφέλιμων διεργασιών που συντελούνται εντός των οικογενειών, χωρίς χρήματα – όπως το καθάρισμα του σπιτιού, η ανατροφή των παιδιών κλπ., αν και εδώ επεμβαίνει σε κάποιο βαθμό η αγορά (υπηρέτριες κα.). Η στατιστική υπηρεσία της Ελβετίας πάντως που είναι εξαιρετικά μεθοδική, έχει υπολογίσει πως ο χρόνος που δαπανάται για απλήρωτη εργασία είναι 8,7 δισεκατομμύρια ώρες – όταν, για σύγκριση, οι αμειβόμενες ώρες είναι 7,8 δισεκατομμύρια.
Επομένως, ο θεσμός της αγοράς διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο στην ικανοποίηση των αναγκών μας – ενώ το συγκριτικό του πλεονέκτημα έγκειται στο γεγονός ότι, επιτρέπει έναν ακραίο καταμερισμό της εργασίας.
Η εξειδίκευση αυτή αυξάνει μεν την παραγωγικότητα, με τίμημα όμως την πλήρη εξάρτηση των ανθρώπων από τη λειτουργία του καταμερισμού της εργασίας που οργανώνεται με τη βοήθεια του κράτους – επειδή δεν μπορεί πλέον να παρέχει αυτάρκεια στον εαυτό του, όπως συνέβαινε στο παρελθόν (σε επίπεδο κρατών συμβαίνει κάτι ανάλογο, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης).
Ένα άλλο γεγονός που δεν είναι κατανοητό είναι το ότι, το κράτος πρέπει επίσης να φροντίσει έτσι ώστε, οι υπηρεσίες που πρέπει να πληρώνουν τα άτομα για τις υπηρεσίες άλλων ατόμων, να παραμένουν προσιτές – κάτι που σημαίνει πως πρέπει να μπορεί κανείς να ζει λογικά από τα έσοδα της δουλειάς του και ότι πρέπει να έχει δουλειά, αλλιώς δεν έχει νόημα ο καταμερισμός της εργασίας.
Ως εκ τούτου, το κράτος πρέπει να εγγυάται ότι, όσοι συμμετέχουν στον καταμερισμό της εργασίας, συμμετέχουν πλήρως στα αποτελέσματα αυτού του καταμερισμού – δηλαδή, στις θέσεις εργασίας και στην άνοδο της παραγωγικότητας. Μπορούν αλήθεια όλα αυτά να εξασφαλισθούν από την οικονομία της αγοράς; Προφανώς όχι – γεγονός που σημαίνει πως η σημασία του κράτους, ακόμη και στις οικονομίες της ελεύθερης αγοράς, είναι τεράστια.
Πόσο μάλλον με την τρέχουσα εξέλιξη της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης που θα καταστρέψουν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας – κάτι που θα μπορούσε να ισορροπήσει μόνο με τη μείωση των ωρών εργασίας, για την οποία πρέπει να επέμβει το κράτος, αφού η ελεύθερη αγορά δεν πρόκειται να το κάνει. Ήδη άλλωστε οι εισοδηματικές ανισότητες είναι τρομακτικές – ανάλογες με την εποχή που προηγήθηκε της Μεγάλης Ύφεσης.
Ο μύθος της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς
Τέλος, όσον αφορά την αυτορρύθμιση της αγοράς, οι κρίσεις που έχουμε βιώσει τεκμηριώνουν πως είναι ουτοπική – αφού για να καταπολεμηθούν επεμβαίνει το κράτος, είτε με τη νομισματική, είτε με τη δημοσιονομική του πολιτική. Μόνο το 1929 δεν επενέβη – θεωρώντας πως θα αυτορυθμίζονταν οι αγορές, θα έκλειναν οι μη βιώσιμες επιχειρήσεις και θα ισορροπούσε η οικονομία.
Αποδείχθηκε μεγάλο λάθος που διορθώθηκε με την επέμβαση του Keynes στις ΗΠΑ – με το new deal που ακολούθησε. Αντίθετα, στην Ευρώπη η κρίση οδήγησε στην άνοδο του φασισμού και στο 2ο ΠΠ – με τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα του.
Σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή κρίση του 1930 πάντως, διαδραμάτισε ο κανόνας του χρυσού – όπου δυστυχώς δεν μας έγινε το πάθημα μάθημα, αφού σήμερα έχει αντικατασταθεί από κάτι εξίσου καταστροφικό: από το κοινό νόμισμα, χωρίς καν να προηγηθεί η τραπεζική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση των χωρών του. Ακόμη δε και οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι της αυστριακής σχολής, όπως ο Hayek και ο Mises, γνώριζαν πως η αυτορρυθμιζόμενη αγορά είναι ένας μύθος.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, είναι φανερό πως τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, εάν δεν λειτουργεί το κράτος – οπότε στο κράτος θα έπρεπε να επικεντρώνονται οι όποιες μεταρρυθμίσεις, με στόχο να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία του, καθώς επίσης μία υγιή κοινωνία.
Σε κάθε περίπτωση, είναι ουτοπική η αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η αγορά μπορεί να επιλύσει όλα τα προβλήματα μας και να διορθώνεται από μόνη της – ενώ πολύ σωστά ο Αριστοτέλης είχε υπαγάγει την οικονομία στην πολιτική και όχι το αντίθετο, όπως συμβαίνει σήμερα.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο κρατισμός είναι η λύση, αλλά πως πρέπει το κράτος να έχει την ευθύνη της σωστής λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, όπου αυτή είναι πιο αποτελεσματική – κάτι που δεν συμβαίνει όταν επιτρέπει τη δημιουργία ολιγοπωλίων, καρτέλ κοκ., ούτε όταν αποκρατικοποιείται σταδιακά, όπως διαπιστώνεται, μετά την επικράτηση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
Πάντως, οι ελεύθερες αγορές δεν θα μπορούσαν ποτέ να προκύψουν, αφήνοντας απλά τα πράγματα να συμβούν από μόνα τους – με την έννοια πως ακόμη και το «Laissez-faire» (=η μη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία), σχεδιάσθηκε και επιβλήθηκε από το κράτος. Η σωστή πολιτική είναι η «Χρυσή Μεσότητα» (ανάλυση).

