.

Μία πρόσφατη ανάλυση που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 2023 στη Washington Post, αποκάλυψε κάτι που στην ουσία αποτελούσε κοινό μυστικό. Πως το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, παραμένει στις ΗΠΑ – συμβάλλοντας στην οικονομική τους ανάπτυξη. Το μέγεθος αυτής της βοήθειας τότε ήταν 68 δις $ – εκ των οποίων το 90% ή τα 61,2 δις $ δαπανήθηκαν στις ΗΠΑ. Με απλά λόγια, η οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία αφορά την παραγωγή όπλων – όπως βόμβες, πυραύλους, τανκς, drones ή πυρομαχικά που παράγονται από αμερικανικές αμυντικές εταιρίες. Η έκθεση κατονομάζει 117 γραμμές παραγωγής, σε 31 Πολιτείες και 71 πόλεις – στις οποίες Αμερικανοί εργαζόμενοι κατασκευάζουν μεγάλα οπλικά συστήματα για την Ουκρανία.
.
Ανάλυση

Έχουμε ήδη αναφερθεί στη μετατροπή της ρωσικής οικονομίας σε μιλιταριστική – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για την ειρήνη, ειδικά στην ήπειρο μας. Μεταξύ άλλων, τονίσαμε τα εξής:
«Τα οικονομικά διδάγματα του Keynes που βίωσε μία σχετικά ανάλογη εποχή, όσον αφορά τον πόλεμο και τις συνέπειες του, είναι ξεκάθαρα – ενώ επικεντρώνονται στο ότι, τα κράτη που προετοιμάζονται και τελικά διεξάγουν πόλεμο, πρέπει να αποσύρουν τους οικονομικά διαθέσιμους πόρους τους από τη μη στρατιωτική χρήση, επενδύοντας τους στον εξοπλισμό, καθώς επίσης στον επανεξοπλισμό των στρατών τους.
Η παραπάνω διαδικασία δε, σημαίνει την οριστική απόσυρση της εργασίας και των μέσων παραγωγής, από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στον εργαζόμενο άμαχο πληθυσμό για την κάλυψη των αναγκών του, προς το στρατιωτικό και βιομηχανικό «συγκρότημα» – για να εξυπηρετηθούν οι δικές του ανάγκες, εις βάρος της ευημερίας των Πολιτών.
Στις σημερινές μονεταριστικές οικονομίες παραγωγής του σύγχρονου καπιταλισμού, η αλλαγή αυτή προϋποθέτει μία στοχευμένη παρέμβαση του κράτους – μέσω της οποίας οδηγούνται τα αντίστοιχα μέρη του εθνικού κεφαλαίου και το παραγωγικό εργατικό δυναμικό, στη βιομηχανία εξοπλισμών και στη δημιουργία στρατού.
Ο μετασχηματισμός τώρα μίας πολιτικής οικονομίας σε μία μερική πολεμική οικονομία, είναι μία εξαιρετικά επισφαλής διαδικασία – η οποία συνοδεύεται από μία «ευαισθησία» σε νομισματικές κρίσεις. Εύλογα, αφού η μετατόπιση των παραγωγικών δυνάμεων στον εξοπλισμό του στρατού και στην κατασκευή όπλων, δημιουργεί ένα ονομαστικό ΑΕΠ από μισθούς και κέρδη που στηρίζεται στην προσφορά – στο οποίο όμως δεν αντιστοιχεί η άμεση παραγωγή αγαθών για την κάλυψη των πολιτικών αναγκών.
Με απλά λόγια, οι μισθοί που πληρώνονται και οι κεφαλαιακές επενδύσεις που διεξάγονται για τις στρατιωτικές ανάγκες μίας χώρας, δημιουργούν ένα ΑΕΠ που δεν έχει σχέση με την ευημερία των Πολιτών της – οπότε είναι στην ουσία πλασματικό. Τα όπλα που παράγονται δεν χρησιμοποιούνται, ενώ οι μισθοί που πληρώνονται για την παραγωγή τους και για το στρατό, μειώνουν την παραγωγή της υπόλοιπης οικονομίας – οπότε αυξάνεται η ζήτηση, με μειωμένη την προσφορά.
Ανάλογα με τη χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας τώρα, τα κενά προσφοράς που προκύπτουν, όπως για παράδειγμα τα λιγότερα τρόφιμα, επιδρούν επιταχυντικά στον πληθωρισμό – αφού η ζήτηση που προέρχεται από τους μισθούς κλπ. της πολεμικής οικονομίας, είναι υψηλότερη της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών της πολιτικής οικονομίας.
Εάν λοιπόν η συγκεκριμένη υπερβάλλουσα ζήτηση δεν μειωθεί, με αναγκαστικές αποταμιεύσεις, με τη μορφή φορολογικών ανακατανομών και πολεμικών ομολόγων που περιορίζουν τα εισοδήματα των Πολιτών (όπως τα πολεμικά ομόλογα του Χίτλερ, ανάλυση), η εκτόξευση των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου, η άνοδος του εξωτερικού χρέους και ο υπερπληθωρισμός δεν αποφεύγονται – όπως στο πρόσφατο παράδειγμα της Τουρκίας. Στην αντίθετη περίπτωση, ο όγκος των ιδιωτικών αποταμιεύσεων και η σχετική χρήση των φόρων, αυξάνονται από κοινού με τα αυξανόμενα πολεμικά οπλοστάσια – οπότε υπάρχει εξισορρόπηση.
Τέλος, η αναδιάρθρωση της οικονομίας εν καιρώ πολέμου φτάνει στο οικονομικά παράλογο, καταστροφικό και απάνθρωπο αποκορύφωμα της, όταν τελικά ξεσπούν οι πόλεμοι – όπου τα συσσωρευμένα αποθέματα όπλων χρησιμοποιούνται στα πεδία των μαχών με μεγάλες απώλειες, ενώ καταστρέφεται πολύτιμο απόθεμα κεφαλαίου, με τη μορφή των υποδομών και της παραγωγής, καθώς επίσης των εργαζομένων που είναι ικανοί να δημιουργήσουν αξία.
Όλες αυτές οι δαπάνες μπορούν να εξισορροπηθούν μόνο με την κατάκτηση νέων εδαφών, πλούσιων σε πόρους – οπότε είναι «υποχρεωτική» η αντίστοιχη προσπάθεια των επιτιθεμένων, αφού διαφορετικά καταρρέουν».
Έκτοτε η κατάσταση έχει επιδεινωθεί – ενώ μία πρόσφατη ανάλυση του M. Thiesen που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 2023 στη Washington Post αποκάλυψε κάτι που στην ουσία αποτελούσε κοινό μυστικό. Πως το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, παραμένει στις ΗΠΑ – συμβάλλοντας στην οικονομική τους ανάπτυξη.
Το μέγεθος αυτής της βοήθειας τότε ήταν 68 δις $ – εκ των οποίων το 90% ή τα 61,2 δις $ δαπανήθηκαν στις ΗΠΑ. Με απλά λόγια, η οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία αφορά την παραγωγή όπλων – όπως βόμβες, πυραύλους, τανκς, drones ή πυρομαχικά που παράγονται από αμερικανικές αμυντικές εταιρίες.
Η έκθεση κατονομάζει 117 γραμμές παραγωγής, σε 31 Πολιτείες και 71 πόλεις – στις οποίες Αμερικανοί εργαζόμενοι κατασκευάζουν μεγάλα οπλικά συστήματα για την Ουκρανία. Υπάρχει δε ένα ενδιαφέρον πληροφοριακό γράφημα (infographic) από την κυβέρνηση των ΗΠΑ που περιγράφει ποιες Πολιτείες και αμυντικές εταιρίες έχουν ωφεληθεί περισσότερο από τη «βοήθεια» στην πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας – θυμίζοντας διαφημιστικό έντυπο (πηγή).
Ο πρόεδρος Biden τώρα αναφέρθηκε σε αυτήν την πολιτική του ανοιχτά – αφού, σε μία ομιλία του στο Oval Office τον περασμένο Οκτώβριο, σύμφωνα με το αμερικανικό Politico, ζήτησε από το Κογκρέσο 106 δις $ για την στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας, του Ισραήλ και άλλων χωρών. Εν προκειμένω, δήλωσε πως τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα θα δαπανηθούν στις ΗΠΑ – ωφελώντας την αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Όπως είπε,
«Επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω κάτι. Στέλνουμε στην Ουκρανία πολεμικό εξοπλισμό που είναι αποθηκευμένος στη χώρα μας – από τα αποθέματα μας. Όταν λοιπόν χρησιμοποιούμε τα χρήματα που διατέθηκαν από το Κογκρέσο, τα χρησιμοποιούμε για να αναπληρώσουμε τις δικές μας αποθήκες – τα δικά μας αποθέματα, με νέο εξοπλισμό».
Συνεχίζοντας, το επιχείρημα του αυτό φαίνεται πως είχε στόχο να πείσει εκείνα τα μέλη του Κογκρέσου που ανήκουν στην ομάδα «Making America Great Again» ή MAGA – η οποία είναι κοντά στον Trump. Σε αυτήν που αρνείται να εγκρίνει περαιτέρω στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία και στο Ισραήλ – απαιτώντας ως αντάλλαγμα σημαντικές παραχωρήσεις της κυβέρνησης, όσον αφορά το μεταναστευτικό ζήτημα στα σύνορα του Μεξικού.
Εν τούτοις, μία παρόμοια «πραγματιστική» άποψη για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας είχε εκφράσει προηγουμένως ο Mitch McConnell – ο αρχηγός των Ρεπουμπλικάνων στην αμερικανική Γερουσία που προσπάθησε επίσης να πείσει την παράταξη MAGA του κόμματος του, λέγοντας τα εξής:
«Τα περισσότερα από τα χρήματα που εγκρίθηκαν για την αμυντική στήριξη της Ουκρανίας, δεν έχουν οδηγηθεί στην Ουκρανία. Έχουν επενδυθεί στην αμερικανική στρατιωτική παραγωγή. Χρηματοδοτούν νέα όπλα και πυρομαχικά για τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, έτσι ώστε να αντικαταστήσουν παλαιότερο υλικό που παραδώσαμε στην Ουκρανία».
Με απλά λόγια, τόσο η Ρωσία, όσο και οι ΗΠΑ, χρησιμοποίησαν τα πεπαλαιωμένα αποθέματα τους στον πόλεμο της Ουκρανίας, αντικαθιστώντας τα με νέα – αντί στην ουσία να τα πετάξουν. Στην πραγματικότητα λοιπόν, αυτές οι «επενδύσεις» έχουν αυξήσει το ΑΕΠ των ΗΠΑ (της Ρωσίας επίσης), δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Εύλογα λοιπόν είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση πληθωριστικών πιέσεων – όπως συμβαίνει, όταν η ανεργία είναι σε χαμηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε με 3,3% το 2023, όταν η παγκόσμια οικονομία κατά μέσον όρο με 3,1% και η Ευρωζώνη που πλήττεται από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία, καθώς επίσης στη Γάζα, με μόλις 0,5% – ενώ η Ρωσία με 5,5% το 3ο τρίμηνο του 2023 (γράφημα). Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια των 54 δις € που συμφωνήθηκε πρόσφατα, θα μπορούσε να στηρίξει επίσης την αμερικανική οικονομία – μαζί με τις εισαγωγές αμερικανικού LNG της Ευρώπης (ανάλυση) και τις αυξημένες αμυντικές της δαπάνες.
Αυτή άλλωστε ήταν η ανεπίσημη θέση πολλών αμερικανικών κυβερνήσεων στο παρελθόν – δηλαδή το ότι, η υποστήριξη των πολέμων ωφελεί την οικονομία και τις αμυντικές βιομηχανίες των ΗΠΑ. Ήδη πάντως από το 1961, ο Eisenhower προειδοποιούσε για την πολιτική ισχύ του στρατιωτικού βιομηχανικού συμπλέγματος της χώρας – ενώ σήμερα αυτή η λογική φαίνεται να γίνεται η επίσημη θέση της κυβέρνησης.
Υπενθυμίζεται δε πως ο Trump είχε δηλώσει δημόσια ότι, η εισβολή στο Ιράκ ήταν δικαιολογημένη, εφόσον οι ΗΠΑ μπορούσαν να αρπάξουν το πετρέλαιο του – ενώ σήμερα ορισμένα μέλη της MAGA μιλούν ανοιχτά υπέρ μίας εισβολής στο Μεξικό.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, η Ρωσία αξιοποίησε πολύ γρήγορα αυτές τις δηλώσεις – μέσω του υπουργού εξωτερικών της σε μία ομιλία του στον ΟΗΕ, όπου επισήμανε ότι, η υποστήριξη της Ουκρανίας χρησιμοποιήθηκε για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας των ΗΠΑ.
Ο Λαβρόφ γνωρίζει φυσικά τις συνέπειες που θα έχει για τη διεθνή κοινότητα η δημιουργία της εντύπωσης ότι, η αμερικανική οικονομία προηγείται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας – γεγονός που σημαίνει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία και στη Γάζα, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις των Αμερικανών, απειλούν να απομονώσουν τις ΗΠΑ από τον υπόλοιπο πλανήτη.
Σε κάθε περίπτωση, αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ανοιχτά πως οι πόλεμοι είναι καλοί για την αμερικανική οικονομία και τις θέσεις εργασίας στη χώρα, δηλαδή ότι εξυπηρετούν πρωτίστως τις ΗΠΑ, τότε θα σήμαινε πως η οικονομία της υπερδύναμης είναι σε σύγκρουση συμφερόντων με την ειρήνη – κάτι που ασφαλώς προβληματίζει τους συμμάχους της.


