Ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της Γερμανίας – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της Γερμανίας

.

Οι Γερμανοί θεωρούν πως το πρόσφατο διάταγμα του J. Biden για τη διακοπή των τερματικών σταθμών LNG, ισοδυναμεί με την κήρυξη ενός νέου οικονομικού πολέμου εναντίον τους – με μία «οικονομική κύρωση» που έχει σκοπό την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας, ταυτόχρονα με την αποδυνάμωση του γερμανικού ανταγωνισμού. Με δεδομένη δε την έξυπνη δικαιολογία του προέδρου Biden, τη σύνδεση δηλαδή του διατάγματος του με ανησυχίες για την περιβαλλοντική και κλιματική αλλαγή που έχουν καταστήσει «σημαία» τους οι Ευρωπαίοι, δεν μπορούν να τον κατηγορήσουν – παρά το ότι κατανοούν πως δεν έγινε ξαφνικά ευαίσθητος για το κλίμα, αν και είναι σωστό πως το LNG ρυπαίνει το περιβάλλον περισσότερο ίσως από κάθε άλλο ορυκτό καύσιμο. Ο μεγάλος τους φόβος πάντως, διακρίνοντας πως η αντιμετώπιση των ΗΠΑ είναι εχθρική, ενώ μετά τις ενέργειες τους κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, καθώς επίσης με τη ληστρική τους οικονομική πολιτική, έχουν χάσει την αποδοχή των Ευρωπαίων, είναι μήπως αυτή τη φορά εφαρμοσθεί το σχέδιο Morgenthau στη χώρα τους – αφού είναι ξανά οι ηττημένοι του (οικονομικού) πολέμου που οι ίδιοι κήρυξαν πρώτοι στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

.

Ανάλυση

Η Ρωσία, πριν από τον πόλεμο της Ουκρανίας, είχε καταφέρει να κυριαρχήσει στην Ευρώπη, όσον αφορά τις προμήθειες φυσικού αερίου – αποτελούσε δε το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Γερμανίας, το οποίο της εξασφάλιζε εμπορικά πλεονάσματα από τις εξαγωγές της, ακόμη και σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Η κατάσταση όμως άλλαξε απότομα μετά τον πόλεμο – ενώ η Ρωσία εξουδετερώθηκε πλήρως ως προμηθευτής της Γερμανίας και της ΕΕ, μετά τις δολιοφθορές στους δύο Nord Stream. Στην ουσία λοιπόν η Γερμανία έχασε τον «πόλεμο» με τις ΗΠΑ, για τρίτη φορά μέσα σε έναν αιώνα – ενώ η τοποθετημένη από τις ΗΠΑ «σφήνα» της Ουκρανίας (ανάλυση), εγγυάται τη μακροχρόνια αμερικανική κυριαρχία.

Εν τούτοις, ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της Γερμανίας δεν έχει τελειώσει – προφανώς επειδή οι Αμερικανοί έχουν μάθει από τα λάθη τους στο παρελθόν, λόγω των οποίων η Γερμανία ανάκτησε την ισχύ της και τους απειλούσε ξανά, με την ηγεμονική οικονομική θέση που είχε κατακτήσει στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό τα εξής:

Τον περασμένο Ιούνιο η γερμανική εταιρία εισαγωγής φυσικού αερίου, η SEFE, η οποία είναι η εθνικοποιημένη πρώην Gazprom Germania, υπέγραψε μία εικοσαετή σύμβαση προμήθειας LNG από τον υπό κατασκευή τερματικό σταθμό CP2 που ευρίσκεται στην αμερικανική Πολιτεία της Λουϊζιάνα – η οποία σύμβαση εγγυάται στη Γερμανία 4,25 εκ. τόνους LNG ετησίως από το 2026.

Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ της συμβατικά εγγυημένης χωρητικότητας του γιγαντιαίου τερματικού σταθμού εξαγωγής LNG – ο οποίος πρόκειται να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλυτέρους του είδους του στον πλανήτη. Το CP2 δεν είναι βέβαια το μόνο μεγάλο έργο με γερμανική συμμετοχή – αφού δύο άλλα γιγαντιαία έργα τερματικού σταθμού, στο Plaquemines στη Λουϊζιάνα και στο Port Arthur του Τέξας, έχουν ήδη υπογράψει (πηγή) μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας με Γερμανούς εισαγωγείς, όπως είναι η EnBW και η RWE.

Επομένως, οι Γερμανοί δεν εφησυχάζουν καθόλου και προσπαθούν να λύσουν μακροπρόθεσμα τα προβλήματα τους, όσον αφορά την ενέργεια – να εξασφαλίσουν δηλαδή σταθερές, επάνω στις οποίες θα οικοδομήσουν το νέο οικονομικό τους μοντέλο. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται επί πλέον από το ότι, μεγάλες γερμανικές τράπεζες όπως η Deutsche Bank, η LBBW, η KfW IPEX Bank, η Helaba και η DZ Bank, συγκαταλέγονται στους χρηματοδότες αυτών των κατασκευαστικών έργων – κόστους πολλών δις δολαρίων.

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες τώρα ενορχηστρώθηκαν από τον J. Kukies – από τον υφυπουργό του καγκελαρίου Scholz και υπεύθυνο της γερμανικής στρατηγικής για το φυσικό αέριο. Ο J. Kukies συναντήθηκε πολλές φορές πέρυσι με τους εκπροσώπους των αμερικανικών εταιριών LNG που κατασκευάζουν αυτούς τους τερματικούς σταθμούς (πηγή) – γνωρίζοντας πως οι ΗΠΑ αποτελούν πλέον αναγκαστικά το θεμέλιο λίθο της γερμανικής στρατηγικής για το φυσικό αέριο, υποκαθιστώντας τη Ρωσία.

Εύλογα, αφού από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Αύγουστο του ιδίου έτους, η Γερμανία εισήγαγε 34,5 δις KWh LNG από τις ΗΠΑ – με δεύτερο προμηθευτή το Τρινιντάντ & Τομπάγκο, από το οποίο όμως εισήγαγε μόλις 2,9 δις KWh (γράφημα). Συνολικά από τις ΗΠΑ η Γερμανία εισήγαγε το 2023 το 80% των αναγκών της – άρα η εξάρτηση της είναι σχεδόν πλήρης.

Όμως, η Γερμανία έχει ένα μεγάλο πρόβλημα, συγκριτικά με άλλους εισαγωγείς LNG. Ειδικότερα, σε αντίθεση με άλλες χώρες που εισάγουν ήδη από το παρελθόν, όπως η Ιαπωνία, η Γερμανία δεν έχει εξασφαλίσει ακόμη μακροπρόθεσμες, συμβατικά εξασφαλισμένες ποσότητες παράδοσης – επειδή είναι σχετικά νέα στον κλάδο του LNG. Ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένη να αγοράζει στις αγορές spot – οπότε ακριβότερα, ειδικά όταν η παγκόσμια ζήτηση είναι υψηλή.

Το γεγονός αυτό είναι φυσιολογικό αφού, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα αγαθά, η προσφορά και η ζήτηση του LNG καθορίζουν την τιμή του – με τη ζήτηση να είναι πλέον αρκετά μεγάλη. Προφανώς, αφού όσο η Ευρώπη δεν θέλει να αγοράζει φυσικό αέριο από τη Ρωσία, η ζήτηση θα είναι υψηλή και σταθερή – ενώ, με δεδομένο το ότι τα αποθέματα της Βόρειας Θάλασσας που μαζί με το LNG είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη Γερμανία, έχουν φτάσει στο αποκορύφωμα της παραγωγής τους, η ζήτηση είναι πιθανόν ακόμη και να αυξηθεί μακροπρόθεσμα.

Περαιτέρω, από την πλευρά της προσφοράς μόνο οι ΗΠΑ διαθέτουν αναπτυξιακές δυνατότητες εξαγωγής LNG μακροπρόθεσμα, (γράφημα) – κάτι που όμως γνωρίζουν πολύ καλά οι Αμερικανοί, όπως επίσης τη σημασία του για τη Γερμανία. Σύμφωνα λοιπόν με τους Γερμανούς, το μορατόριουμ που ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος Biden, για την έγκριση τερματικών σταθμών εξαγωγής LNG (πηγή), για τη διακοπή τους δηλαδή, δεν οφειλόταν σε πιέσεις ακτιβιστών για το κλίμα – αλλά είχε στόχο τους ίδιους.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως θα υπάρξει έλλειψη φυσικού αερίου – αφού οι Γερμανοί εισαγωγείς απέδειξαν ότι, μπορούν να αγοράσουν αρκετό LNG στις αγορές spot, παρά τον ανταγωνισμό, αν και σε υψηλές τιμές. Οι συνέπειες του μορατόριουμ θα είναι απλά ότι, δεν θα αλλάξει τίποτα – ότι δηλαδή η τιμή του LNG στις παγκόσμιες αγορές θα παραμείνει υψηλή, επειδή η προσφορά θα συνεχίσει να είναι χαμηλότερη από τη ζήτηση. Εδώ ακριβώς επικεντρώνεται το μειονέκτημα της Γερμανίας, απέναντι σε χώρες όπως η Ιαπωνία – το ότι δηλαδή πληρώνει ακριβότερα, επειδή αγοράζει από τις αγορές spot.

Ως εκ τούτου, μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα οι Γερμανοί εισαγωγείς θα συνεχίσουν να αγοράζουν LNG σε πολύ υψηλές τιμές, λόγω του μορατόριουμ – κάτι που δεν θα συνέβαινε εάν είχε επεκταθεί η χωρητικότητα LNG, όπου ναι μεν οι Γερμανοί θα συνέχιζαν αν αγοράζουν LNG από τις ΗΠΑ, αλλά σε φθηνότερες τιμές. Σε τελική ανάλυση λοιπόν το μορατόριουμ του προέδρου Biden σημαίνει ότι,  οι ΗΠΑ δεν θα εξάγουν περισσότερο LNG, αλλά θα εισπράττουν πιο πολλά χρήματα για τις εξαγωγές του.

Εδώ έχουμε επομένως μία κατάσταση win-win για τις ΗΠΑ – επειδή αφενός μεν θα συνεχίζουν να κερδίζουν πολλά από τις εξαγωγές τους εις βάρος κυρίως της Γερμανίας, αφετέρου οι εγχώριες βιομηχανίες τους θα είναι ανταγωνιστικότερες από τις γερμανικές, αφού πληρώνουν μόλις το ¼ της τιμής για το φυσικό αέριο, ως πηγή ενέργειας.

Εύλογα λοιπόν θεωρούν οι Γερμανοί πως το διάταγμα του Biden ισοδυναμεί με την κήρυξη ενός νέου οικονομικού πολέμου εναντίον τους – με μία «οικονομική κύρωση» που έχει σκοπό την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας, ταυτόχρονα με την αποδυνάμωση του γερμανικού ανταγωνισμού. Κάτι τέτοιο δεν είχε κάνει ποτέ η Ρωσία – δεν προσπάθησε δηλαδή ποτέ να εκμεταλλευθεί την κυρίαρχη θέση της στην ενέργεια και ειδικά σε αυτήν του φυσικού αερίου.

Με δεδομένη δε την έξυπνη δικαιολογία του Biden, τη σύνδεση δηλαδή του διατάγματος του με ανησυχίες για την περιβαλλοντική και κλιματική αλλαγή που έχουν καταστήσει «σημαία» τους οι Ευρωπαίοι, δεν μπορούν να τον κατηγορήσουν – παρά το ότι κατανοούν πως δεν έγινε ξαφνικά ευαίσθητος για το κλίμα, αν και είναι σωστό πως το LNG ρυπαίνει το περιβάλλον περισσότερο ίσως από κάθε άλλο ορυκτό καύσιμο (ανάλυση).

Ο μεγάλος τους φόβος, διακρίνοντας πως η αντιμετώπιση των ΗΠΑ είναι εχθρική, ενώ μετά τις ενέργειες τους κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, καθώς επίσης με τη ληστρική τους οικονομική πολιτική (ανάλυση), έχουν χάσει την αποδοχή των Ευρωπαίων, είναι μήπως αυτή τη φορά εφαρμοσθεί το σχέδιο Morgenthau στη χώρα τους (ανάλυση) – αφού είναι ξανά οι ηττημένοι του (οικονομικού) πολέμου που οι ίδιοι κήρυξαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading