Αδυναμία ανάπτυξης, το αδιέξοδο του νεοφιλελευθερισμού – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Αδυναμία ανάπτυξης, το αδιέξοδο του νεοφιλελευθερισμού

.

Τα κύρια μοντέλα καπιταλιστικής ανάπτυξης

Συνεχίζοντας, εάν ερευνήσει κανείς τα δεκαπέντε έτη πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, θα διαπιστώσει τέσσερα μοντέλα ανάπτυξης που έχουν αντικαταστήσει το προσανατολισμένο στους μισθούς μοντέλο – ενώ αντιπροσωπεύονται από τις εξής τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες:

(1) Μεγάλη Βρετανία: Πρόκειται για ένα μοντέλο που στηρίζεται στην κατανάλωση – όπου η εύκολη πρόσβαση στην πίστωση πριν από την κρίση, μεταξύ άλλων λόγω του ανεπτυγμένου χρηματοπιστωτικού της συστήματος και της νομισματικής της κυριαρχίας, διευκόλυνε την ανάπτυξη. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου μοντέλου είναι η τάση αύξησης των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – ακριβώς όπως των Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό σημαίνει πως εισάγονται περισσότερα αγαθά από όσα εξάγονται – ενώ υπό κανονικές συνθήκες τα ελλείμματα αυτά θα έπρεπε να είχαν διορθωθεί, με τη μείωση της εγχώριας ζήτησης και των εισαγωγών, μέσω της υποτίμησης του νομίσματος της.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Μ. Βρετανίας

Εν τούτοις, εάν ο υπόλοιπος πλανήτης είναι πρόθυμος να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα (γράφημα), τότε μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια – ενώ η ύπαρξη ενός μεγάλου χρηματοοικονομικού κέντρου στο Λονδίνο, με υψηλή ρευστότητα, βοηθάει στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, οπότε διευκολύνει τους περιορισμούς που θέτει το ελλειμματικό ισοζύγιο στην ανάπτυξη. Η αιτία είναι το ότι, «παράγει» χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που ο υπόλοιπος κόσμος θέλει να διατηρήσει στο χαρτοφυλάκιο του (όπως οι Η.Π.Α. το δολάριο) – ενώ αυξάνει τη ζήτηση για αλλοδαπούς εργαζόμενους μεσαίας και χαμηλής εξειδίκευσης στον τομέα των υπηρεσιών που καθιστούν δυνατή μία άνοδο των πραγματικών μισθών.

(2) Γερμανία: Το μοντέλο ανάπτυξης της Γερμανίας είναι το ακριβώς αντίθετο – αφού προσανατολίζεται στις εξαγωγές αντί στην εγχώρια κατανάλωση και άρα στη ζήτηση των άλλων χωρών. Βασίσθηκε σε τρία στοιχεία: (α) σε έναν αρκετά μεγάλο εξαγωγικό τομέα που λειτουργεί ως ατμομηχανή για την οικονομία στο σύνολο της, (β) στη θεσμοθετημένη συγκράτηση των μισθών με την ατζέντα 2010 που δρομολογήθηκε το 2000 (ανάλυση) και (γ) σε ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών που της το εξασφαλίζει το ευρώ – ακόμη περισσότερο, της δίνει τη δυνατότητα να διατηρεί υποτιμημένο το νόμισμα της, λόγω των προβλημάτων των άλλων χωρών της Ευρωζώνης.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Γερμανίας

Ουσιαστικά τα δύο τελευταία στοιχεία οδήγησαν στην υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, με αποτέλεσμα την άνοδο των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών – οπότε τη συνεχή αύξηση των πλεονασμάτων των ισοζυγίων της (εμπορικό, τρεχουσών συναλλαγών – το τελευταίο στο γράφημα). Επόμενο χαρακτηριστικό του μοντέλου της είναι η περιορισμένη άνοδος των μισθών, οπότε της εγχώριας ζήτησης και η άτυπη απασχόληση στον τομέα των υπηρεσιών.

(3) Σουηδία: Έως το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το μοντέλο ανάπτυξης της Σουηδίας ήταν διττό – με την έννοια πως στηριζόταν τόσο στην κατανάλωση, όσο και στις εξαγωγές, ενώ μετά την κρίση προσανατολίσθηκε περισσότερο στην κατανάλωση. Σε αντίθεση τώρα με τη γερμανική οικονομία, στην οποία κυριάρχησε ο μεταποιητικός τομέας, οι σουηδικές εξαγωγές ήταν πιο διαφοροποιημένες – με τους τομείς της πληροφορικής και των υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Σουηδίας

.Οι κλάδοι δε αυτοί ήταν λιγότερο ευαίσθητοι στις τιμές, από ότι η μεταποίηση, συμβάλλοντας στα υψηλότερα πλεονάσματα της (γράφημα) – ενώ οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών δεν ήταν μόνο υψηλότερες από ότι στη Γερμανία, αλλά, επί πλέον, κατανεμήθηκαν πιο ομοιόμορφα. Δικαιότερα δηλαδή, μεταξύ της βιομηχανίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και του λιγότερο επικερδούς τομέα των υπηρεσιών. Το γεγονός αυτό, μαζί με το αυξανόμενο χρέος των νοικοκυριών (ανάλυση), καθώς επίσης το ισχυρό κράτος πρόνοιας, ενθάρρυνε περισσότερο την κατανάλωση – ενώ το άνοιγμα των συνόρων της στην ανεξέλεγκτη μετανάστευση το 2015, με τη συμβολή της Γερμανίδας καγκελαρίου, της δημιούργησε πολλά προβλήματα.

(4) Ιταλία: Το μοντέλο ανάπτυξης της Ιταλίας στηριζόταν αρχικά στην κατανάλωση, οπότε στους μισθούς – η οποία κατανάλωση μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η συμβολή των εξαγωγών αυξήθηκε πρόσφατα, μετά την εσωτερική υποτίμηση στα πλαίσια των άτυπων μνημονίων (πολιτική λιτότητας) που της επιβλήθηκαν με το ξεκίνημα ουσιαστικά της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Ο ιταλικός εξαγωγικός τομέας όμως παραμένει πολύ μικρός, για να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης – ενώ οι καθαρές εξαγωγές της επιβαρύνονται από μία πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία που είναι πολύ υψηλή για τις ανάγκες της χώρας, λόγω της συμμετοχής της στο ευρώ.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Ιταλίας

Αν και επανήλθε λοιπόν σε πλεονάσματα του ισοζυγίου της, στην ουσία δεν έχει κανένα μοντέλο (κατά πολύ χειρότερα η Ελλάδα), αφού δεν είναι προσανατολισμένη ούτε στην κατανάλωση, ούτε στις εξαγωγές – οι πραγματικοί της μισθοί αυξάνονται πολύ λίγο, τα νοικοκυριά, το κράτος, οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις της είναι υπερχρεωμένα, οι τιμές των εξαγωγικών προϊόντων της χαμηλής προστιθέμενης αξίας είναι πολύ αναίσθητες, ενώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της επιδεινώνεται συνεχώς.

Οι κοινωνικοί φορείς και η κομματική πολιτική

Συνεχίζοντας, υποθετικά οι κυρίαρχοι κοινωνικοί συνασπισμοί υποστηρίζουν το μοντέλο ανάπτυξης της εκάστοτε χώρας – όπως οι γερμανικοί, με την ατζέντα 2010 της τότε σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης που άλλαξε πορεία. Οι συνασπισμοί δε αυτοί περιλαμβάνουν εκπροσώπους των αντίστοιχων βασικών οικονομικών τομέων – συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ενώσεων των επιχειρήσεων, των εργοδοτών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ένα βασικό χαρακτηριστικό τους είναι πως τα μέλη τους έχουν την απαραίτητη νομιμοποίηση – ενώ είναι σε θέση να παρουσιάζουν τα συμφέροντα τους, έτσι ώστε να συμπίπτουν κάθε φορά με τα εθνικά συμφέροντα.

Αυτοί οι βασικοί τομείς, όπως είναι η παραγωγή μηχανημάτων και η αυτοκινητοβιομηχανία στη Γερμανία, θεωρούνται συστημικής σημασίας για τις χώρες τους – οπότε έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις, σε σχέση με τη διαμόρφωση της μακροοικονομικής πολιτικής που επιλέγεται από τις κυβερνήσεις. Εν προκειμένω πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των τομέων που εκτίθενται στο διεθνή ανταγωνισμό και εκείνων που παράγουν για την εγχώρια αγορά – αφού στην πρώτη περίπτωση έχει σημασία η εξωτερική ζήτηση, ενώ στη δεύτερη η εσωτερική.

Μία διάκριση τώρα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή είναι, για παράδειγμα, αυτή των κατασκευών και ορισμένων τμημάτων της μεταποιητικής βιομηχανίας – με την έννοια πως, όσον αφορά τις πρώτες, τις κατασκευές, ο υψηλότερος πληθωρισμός οδηγεί σε χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια, τα οποία στηρίζουν τη ζήτηση για την παραγωγή του κλάδου. Ακριβώς για το λόγο αυτό αναπτύχθηκαν οι κατασκευές στα πρώτα χρόνια του ευρώ στην Ελλάδα – αλλάζοντας το παραγωγικό μοντέλο της χώρας που αργότερα κατέρρευσε παταγωδώς, με τη μαζική εκροή των ξένων κεφαλαίων, την άνοδο των χρεών, των πραγματικών επιτοκίων που συνεχίζονται σήμερα λόγω του αποπληθωρισμού της τάξης των 2,4% (προστίθεται στα ονομαστικά επιτόκια) κοκ.

Όσον αφορά το δεύτερο κλάδο όμως, ο υψηλότερος πληθωρισμός είναι δυσμενής, επειδή καθιστά τις εισαγωγές φθηνότερες και τις εξαγωγές πιο ακριβές – γεγονός που σημαίνει γενικότερα πως οι φορείς των δύο κλάδων θα έχουν διαφορετικές απόψεις και προτιμήσεις σε σχέση με τη  νομισματική πολιτική, τη φορολογική, τη συναλλαγματική και τη μισθολογική, αφού από αυτές εξαρτάται ο πληθωρισμός.

Στα πλαίσια αυτά, η κομματική πολιτική διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, όσον αφορά τα μοντέλα ανάπτυξης – επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις ο κυρίαρχος κοινωνικός συνασπισμός δεν έχει την πλειοψηφία των ψήφων. Ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένος να οικοδομήσει μία εκλογική πλειοψηφία γύρω από την πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του – γεγονός που σημαίνει πως τα κυβερνητικά κόμματα βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, με στόχο να διαχειριστούν το εκάστοτε μοντέλο ανάπτυξης και να στηρίξουν τον κυρίαρχο κοινωνικό συνασπισμό όσο το δυνατόν καλύτερα. 

Εάν τώρα το μοντέλο ανάπτυξης είναι σαφώς καθορισμένο, κάτι που στην Ελλάδα χαρακτηρίζει κυρίως τις κατασκευές και δυστυχώς τον τουρισμό (όπου ακόμη και οι πολλαπλασιαστές στο ΑΕΠ που δημοσιεύει ο ΣΕΤΕ είναι επίπλαστες, αποσκοπώντας στη χειραγώγηση του συστήματος προς όφελος του – παρά το ότι δεν συνάδουν με το εθνικό συμφέρον), ο ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων δεν συνίσταται στην προσφορά θεμελιωδώς διαφορετικών εναλλακτικών συστημάτων – αλλά αναμένεται πως τα κόμματα θα συμφωνήσουν σε πολιτικές που θα ωφελήσουν τον κυρίαρχο κοινωνικό συνασπισμό: τον πλέον οικονομικά ισχυρό που συνήθως χειραγωγεί τους πάντες, μέσω των ΜΜΕ που διαθέτει.

Τα κόμματα δε συμβάλλουν στη σταθεροποίηση του κυρίαρχου κοινωνικού συνασπισμού με δύο τρόπους: (α) συνάπτουν συμμαχίες βάσει κοινών ενδιαφερόντων εκτός του πυρήνα του κοινωνικού συνασπισμού και (β) στις συμμαχίες αυτές  αναδιανέμουν μέρος των διαδικασιών και των εσόδων της ανάπτυξης. Κυρίως βέβαια ερμηνεύουν «πολιτιστικά» τις ατομικές και ομαδικές προτιμήσεις – έτσι ώστε να τις καταστήσουν πιο εύπεπτες στους ψηφοφόρους.

Επίλογος   

Ολοκληρώνοντας, είναι προφανές πως η Ελλάδα, υπό τις συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί σήμερα και αφορούν γενικότερα τις προοπτικές του καπιταλισμού,  αλλά και το μέλλον της νομισματικής ένωσης, θα πρέπει τουλάχιστον να επιλέξει ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης – το οποίο να εγγυάται έστω την αποφυγή της πλήρους καταστροφής της.

Πόσο μάλλον στην απίστευτα άσχημη κατάσταση της οικονομίας της, η οποία είναι αδύνατον να αναπτυχθεί με το δημόσιο χρέος της στο 230% του ΑΕΠ (κεντρική κυβέρνηση) – ακόμη χειρότερα, με το κόκκινο ιδιωτικό πάνω από το 150% (μόνο το κόκκινο!), με τεράστια δίδυμα ελλείμματα, με εξαθλιωμένους Πολίτες, με χρεοκοπημένες τράπεζες, με αποψιλωμένο τον παραγωγικό της ιστό κοκ.

Στα πλαίσια αυτά, οι κυρίαρχοι κοινωνικοί συνασπισμοί και τα πολιτικά κόμματα έχουν το συντριπτικό μέρος της ευθύνης της επιλογής – ενώ θα πρέπει να πάψουν αμέσως να παραπλανούν και να χειραγωγούν τους Πολίτες. Να αντιληφθούν πως οδηγούν την Ελλάδα σε μία εθνική καταστροφή άνευ προηγουμένου (ανάλυση) – από την οποία δεν θα ωφεληθεί κανένας, εκτός από τις ξένες δυνάμεις που εποφθαλμιούν τα περιουσιακά στοιχεία και τον πλούτο της χώρας μας. Κυρίως οι Τούρκοι και οι Γερμανοί, αν και οι Η.Π.Α. θέλουν το δικό τους μερίδιο στη λεία – στρατιωτικές βάσεις, αγωγούς ενέργειας κοκ.

Τέλος, σε διεθνές επίπεδο, η επερχόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση (ανάλυση), θα «κάψει» πολλές θέσεις εργασίας και θα επιδεινώσει το πρόβλημα της ανάπτυξης – ενώ οι λύσεις που αναζητούνται με τη «Μεγάλη Επαναφορά» (πηγή) δεν θα βοηθήσουν καθόλου. Η διαχείριση βέβαια του Covid 19 με τα κλειδώματα των οικονομιών, θα στηρίξει την ανάπτυξη στα δύο επόμενα χρόνια – αφού η ύφεση που προκλήθηκε, ενδεχομένως σκόπιμα, θα τοποθετήσει το σημείο εκκίνησης πολύ χαμηλότερα, ενώ θα προσφέρει μία ακόμη δικαιολογία στις κεντρικές τράπεζες για να πλημμυρίσουν με ρευστότητα την οικονομία.

Σε κάποιο βαθμό θα βοηθήσει επίσης το ψηφιακό νόμισμα που δρομολογείται από πολλές χώρες (ανάλυση) – αφού θα καταστήσει εφικτή την απ’ ευθείας στήριξη των νοικοκυριών, χωρίς τη μεσολάβηση των εμπορικών τραπεζών (ένα θετικό του αποτέλεσμα). Εκτός αυτού υπάρχει η πιθανότητα αποκλεισμού της Κίνας από τις δυτικές αγορές και γενικότερα της Ασίας – με στόχο την αναβίωση της παραγωγής στη Δύση, οπότε τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Όλα αυτά όμως είναι υπό αίρεση – ενώ η καλύτερη λύση θα ήταν το σβήσιμο και η επανεκκίνηση της οικονομίας (ανάλυση).

(Ακολουθείστε μας στο Twitter πατώντας εδώ για να ενημερώνεστε αμέσως για τις αναλύσεις μας)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!