Η ψευδαίσθηση της επιστροφής στην κανονικότητα – The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Η ψευδαίσθηση της επιστροφής στην κανονικότητα

.

Όταν τελειώσει το πρόβλημα της πανδημίας, οπότε θα πάψουν να κλειδώνονται οι οικονομίες, τότε θα φανούν όλα μαζί τα προβλήματα – ότι δηλαδή η επιστροφή στην κανονικότητα είναι ουτοπική, αφού η κανονικότητα αυτή έχει πάψει πια να υπάρχει. Τουλάχιστον στη Δύση, αφού ο κρατικός καπιταλισμός που έχει επικρατήσει στην Κίνα έχει ήδη δημιουργήσει μία νέα κανονικότητα – την οποία ασφαλώς όλοι εμείς οι Ευρωπαίοι απευχόμαστε, όπως άλλωστε και το μονοπωλιακό καπιταλισμό που έχει πάρει τη θέση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού στις Η.Π.Α. Λογικά λοιπόν όλοι ανησυχούν για την επόμενη ημέρα – για το 2021, όπου μάλλον θα έλθει ο λογαριασμός όχι μόνο του 2020, αλλά ολόκληρης της προηγούμενης δεκαετίας.

.

Ανάλυση

Μετά από ένα τόσο άσχημο έτος, όπως το 2020, όλες οι προβλέψεις θα έπρεπε να είναι θετικές για την οικονομία – ειδικά αφού βρέθηκε το εμβόλιο εναντίον της πανδημίας και μοιράζεται με ταχύτατους ρυθμούς σε όλες τις χώρες. Βέβαια, αρκετοί είναι εναντίον της χρήσης του, όπως το 55% των Γάλλων Πολιτών – οι οποίοι, μαζί με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, υποχρέωσαν την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο που θα απαγόρευε σε όσους δεν έχουν εμβολιασθεί την κοινωνική ζωή, όπως την πρόσβαση στα ΜΜΜ, στα καφέ, σε εκδηλώσεις, σε αεροπορικά ταξίδια κοκ. (πηγή).

Εύλογα ίσως, αφού οι άνθρωποι δεν έχουν πεισθεί για το εμβόλιο επειδή δεν έχει δοκιμασθεί επαρκώς – ενώ φοβούνται την επικράτηση δυστοπικών καταστάσεων (ανάλυση), μεταξύ άλλων λόγω της «Μεγάλης Επαναφοράς» που σχεδιάζεται από τις ελίτ, με στόχο τη δημιουργία μίας παγκόσμιας διακυβέρνησης (ανάλυση). Εν προκειμένω, οι αναφορές σε μικροτσίπ που τοποθετούνται σε βοοειδή για να ελέγχουν τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους μέσω δορυφόρων (πηγή), καθώς επίσης για να απομονώνουν όσο ζώα δεν συμμορφώνονται με τις εντολές που τους δίνονται, δημιουργούν ανάλογους συνειρμούς στους ανθρώπους – με αποτέλεσμα να αντιδρούν στα εμβόλια υψηλής τεχνολογίας που επεμβαίνουν στο ανθρώπινο DNA για πρώτη φορά στην ιστορία.

Όσον αφορά την παγκόσμια οικονομία τώρα, αναζητάει κανείς στην κυριολεξία απεγνωσμένα να βρει κάτι θετικό, για να μη χάσει την αισιοδοξία του, βλέποντας τα τεράστια προβλήματα που συσσωρεύονται – όπως την έκρηξη των χρεών, το χάος των παραγώγων που υπολογίζονται μεταξύ 600 τρις $ και 2 τετράκις $, τις θηριώδεις φούσκες στα χρηματιστήρια, τη θνησιγενή δομή της Ευρωζώνης, τα προβλήματα των τραπεζών, τη μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων, την προώθηση της παράνομης μετανάστευσης για τη διατήρηση των μισθών και του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, παράλληλα με τη μετατροπή των κοινωνιών σε ευκολότερα ελεγχόμενες πολυπολιτισμικές, την εξαΰλωση της μεσαίας τάξης (ανάλυση) κοκ.

Εύκολα προβλέπει δε πως όταν τελειώσει το πρόβλημα της πανδημίας, οπότε θα πάψουν να κλειδώνονται οι οικονομίες, τότε θα φανούν όλα μαζί τα προβλήματα – ότι δηλαδή η επιστροφή στην κανονικότητα είναι ουτοπική, αφού η κανονικότητα αυτή έχει πάψει πια να υπάρχει. Τουλάχιστον στη Δύση, αφού ο κρατικός καπιταλισμός που έχει επικρατήσει στην Κίνα έχει ήδη δημιουργήσει μία νέα κανονικότητα – την οποία ασφαλώς όλοι εμείς οι Ευρωπαίοι απευχόμαστε, όπως άλλωστε και το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» (πηγή) που έχει πάρει τη θέση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού στις Η.Π.Α.

Συνεχίζοντας, ανέκαθεν θεωρούταν πως τα χαμηλότερα δυνατά επιτόκια αποτελούν ένα οικονομικό πλεονέκτημα – αφού διευκολύνουν το δανεισμό, οπότε τη διεξαγωγή περισσοτέρων επενδύσεων. Ειδικότερα, μέσω των χαμηλών επιτοκίων η πρόοδος της τεχνολογίας επιταχύνεται, η παραγωγικότητα αυξάνεται, οι μισθοί επίσης και η οικονομία βελτιώνεται – οπότε η ευημερία. Ως εκ τούτου, τα χαμηλά επιτόκια είναι η έκφραση μίας σταθερής οικονομικής υγείας, ενός χαμηλού πληθωρισμού, καθώς επίσης ενός ασφαλίστρου περιορισμένου κινδύνου για τους οφειλέτες – όπως τουλάχιστον δίδασκε η οικονομία στο παρελθόν.

Εν τούτοις, παρά το ότι πολλές κεντρικές τράπεζες διατηρούν τα επιτόκια τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά, είτε αρνητικά, ενώ αρκετά κρατικά και εταιρικά ομόλογα διαπραγματεύονται με αρνητικά επιτόκια ακόμη και με μεγάλες λήξεις, γεγονός που σημαίνει πως δεν πληρώνει ο οφειλέτης τον πιστωτή για να του δανείσει χρήματα αλλά το αντίθετο, η κατάσταση της οικονομίας δεν βελτιώνεται – τα χρέη αυξάνονται, η οικονομία αναπτύσσεται πολύ πιο αργά και η παραγωγικότητα σχεδόν καθόλου.

Αντί αυτού, οι τιμές καλπάζουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές – επειδή όλα τα νέα χρήματα μηδενικού ή αρνητικού κόστους που τυπώνονται αφειδώς από τις κεντρικές τράπεζες οδηγούνται εκεί: στις μετοχές, στα παράγωγα, στα ομόλογα και στα ακίνητα. Όσον αφορά δε το επιτόκιο ισορροπίας (R), έχει μειωθεί απότομα παγκοσμίως (γράφημα) – υπενθυμίζοντας πως πρόκειται για το πραγματικό επιτόκιο (=ονομαστικό συν τον αποπληθωρισμό ή μείον τον πληθωρισμό), στο επίπεδο εκείνο που η προσφορά και η ζήτηση πίστωσης ισορροπούν μεταξύ τους.

Περαιτέρω, το ασυνήθιστα χαμηλό επίπεδο του υποδηλώνει πως υπάρχουν πολλές διαρθρωτικές στρεβλώσεις και ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία – ενώ εάν η αβεβαιότητα και η ανάγκη για ασφάλεια παραμείνουν μετά το σοκ της πανδημίας, κάτι που θεωρούμε σίγουρο, η τάση για υψηλότερες αποταμιεύσεις θα αυξηθεί – οπότε η ανισορροπία εις βάρος των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης θα διευρυνθεί.

Αντί τώρα να αναζητούν λύσεις οι οικονομολόγοι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αιτία των χαμηλών επιτοκίων, επικεντρώνονται στο αποτέλεσμα τους – υποστηρίζοντας πως η νομισματική και η χρηματοοικονομική πολιτική πρέπει να συντονισθούν παγκοσμίως, με στόχο την άνοδο των επιτοκίων. Χωρίς δε να αναφέρουν πώς θα συμβεί αυτό πρακτικά, πόσο μάλλον όταν δεν συνέβη με τη συμφωνία για την κλιματική αλλαγή, προτείνουν τις εξής τρεις προσεγγίσεις ως βάση για πολιτικές αποφάσεις – είτε μόνες, είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους:

(α) Να επιτρέπονται για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα τα δημοσιονομικά ελλείμματα που δεν θα πρέπει να αντισταθμισθούν από μελλοντικά πλεονάσματα – που δεν θα αυξάνουν δηλαδή το χρέος, αλλά θα απορροφώνται από τις κεντρικές τράπεζες, μέσω της προσωρινής δημιουργίας νέων χρημάτων.

(β)  Το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης να χρησιμοποιηθεί για την αύξηση των δημοσίων δαπανών που θα έχουν οφέλη για την οικονομία – όπως για τη βελτίωση των έργων υποδομής ή για να καταστεί το φορολογικό σύστημα πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις.

(γ) Για τις επενδύσεις σε ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, όπως για την πράσινη ενέργεια και για την ψηφιοποίηση – με παράδειγμα το ταμείο ανοικοδόμησης της ΕΕ ύψους 750 δις €, μέσω ομολόγων που θα εκδίδει η Κομισιόν με την ευθύνη όλων των κρατών μελών της.

Οι παραπάνω προτάσεις φαίνονται βέβαια αφελείς, ειδικά στην Ευρώπη – αφού έχει διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, ενώ η Γερμανία έχει εντελώς διαφορετικά σχέδια (ανάλυση). Σε κάθε περίπτωση, υποτιμούν σε σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος της κρίσης που θα φανεί μετά το τέλος της πανδημίας – όπου δεν θα αποφευχθούν μαζικές χρεοκοπίες κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών, πολλαπλά κραχ δηλαδή, λόγω της υπερχρέωσης και της αδυναμίας ανάπτυξης της οικονομίας.

Χώρες όπως η Ελλάδα, με το δημόσιο χρέος της ήδη στο 208% του ΑΕΠ και με το κόκκινο ιδιωτικό πάνω από τα 240 δις €, δεν πρόκειται να διασωθούν με τέτοιους τρόπους – με την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία να μην έχουν επίσης προοπτικές, εάν δεν ληφθούν ριζικά μέτρα. Λογικά λοιπόν όλοι ανησυχούν για την επόμενη ημέρα – για το 2021, όπου μάλλον θα έλθει ο λογαριασμός όχι μόνο του 2020, αλλά ολόκληρης της προηγούμενης δεκαετίας.

(Ακολουθείστε μας στο Twitter για να ενημερώνεστε αμέσως για τις αναλύσεις μας)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!