Διασπορά ψευδών ελπίδων – The Analyst

Διασπορά ψευδών ελπίδων

1,055 total views, 10 views today

.

Μία ύφεση που διαρκεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν δημιουργεί μόνο βραχυχρόνια μεγάλα προβλήματα σε μία οικονομία – αλλά, πολύ χειρότερα, επιδεινώνει τις συνθήκες μελλοντικής ανάπτυξης της, καθιστώντας τη χώρα σημαντικά φτωχότερη στο διηνεκές. Ειδικότερα, αφενός μεν σημειώνεται μείωση της συνολικής παραγωγικής της δυναμικότητας λόγω της διεξαγωγής λιγότερων επενδύσεων, αφετέρου προκαλούνται ποιοτικές ζημίες στο εργατικό της δυναμικό – επειδή οι ευκαιρίες εκπαίδευσης και ποιοτικής εξέλιξης των εργαζομένων περιορίζονται σημαντικά, οπότε μειώνεται το εργασιακό επίπεδο τους. Οι νέοι που δεν βρίσκουν δουλειά δεν εξελίσσονται, ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι χάνουν ένα μεγάλο μέρος των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων – πόσο μάλλον σε ένα εργασιακό περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς, λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Ως εκ τούτου, οι ποιοτικές ζημίες του εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την έλλειψη επενδύσεων σε νέες παραγωγικές δυνατότητες σημαίνουν ότι, οι μελλοντικές προοπτικές της χώρας περιορίζονται συνεχώς – ευθέως ανάλογα με τα χρόνια που είναι βυθισμένη στην ύφεση.

Ανάλυση

Όπως είχαμε αναφέρει στο παρελθόν, στα τέλη του 2016, “η καταστροφή που υπέστη η Ελλάδα δεν φαίνεται τόσο από την πτώση του ΑΕΠ της, όσο από αυτήν των επενδύσεων – όπου στο γράφημα που ακολουθεί διαπιστώνεται η κατάρρευση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου ανά ομάδα παγίων, από το τρίτο τρίμηνο του 2007 έως το τέταρτο τρίμηνο του 2016. Στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η συνολική πτώση ήταν της τάξης του 68% – ενώ, όσον αφορά τα μηχανήματα και τον γενικότερο εξοπλισμό των μέσων μεταφοράς (συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογίας των επικοινωνιών, καθώς επίσης των οπλικών συστημάτων), έφτασε στο 70% και  στις κατασκευές κατοικιών στο 96%!

Επεξήγηση γραφήματος: Τρίμηνη εξέλιξη των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου ανά ομάδα – συνολικά (γαλάζια καμπύλη), κατασκευή κατοικιών (κόκκινη), μηχανές και εξοπλισμός μεταφορών (πράσινη).

Εν προκειμένω είμαστε αντιμέτωποι με μία τρομακτική εξέλιξη – επειδή, ενώ οι καταναλωτικές δαπάνες ακόμη και μετά από μία μεγάλη ύφεση μπορούν να επανέλθουν σχετικά γρήγορα, με την πτώση των επενδύσεων εξαιτίας συνθηκών βαθιάς ύφεσης δεν συμβαίνει το ίδιο. Ισχύει δηλαδή το ότι, όσο πιο χρονικά εκτεταμένη και βαθύτερη είναι μία ύφεση, τόσο πιο αδύναμη είναι η οικονομική ανάκαμψη – ενώ τόσο περισσότερο επηρεάζεται αρνητικά η ακαθάριστη δημιουργία κεφαλαίων.

Ως εκ τούτου, οι μελλοντικές μακροπρόθεσμες δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας που πλήττεται, περιορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό – κάτι που δυστυχώς συμβαίνει με το χειρότερο δυνατό τρόπο στην Ελλάδα, χωρίς να δίνεται η απαιτούμενη προσοχή από κανέναν.

Με απλά λόγια, σύντομα η Ελλάδα θα επανέλθει νομοτελειακά σε πορεία ανάπτυξης, λόγω της αύξησης της κατανάλωσης, αλλά θα αργήσει πάρα πολύ να φτάσει στα προηγούμενα επίπεδα του ΑΕΠ της, επειδή οι επενδύσεις έχουν υποχωρήσει κατά πολύ περισσότερο – γεγονός που σημαίνει ότι, ο ρυθμός ανάπτυξης της θα είναι «αναιμικός», χωρίς να αποκλείονται ενδιάμεσες υφέσεις που θα οδηγούν ξανά πίσω την οικονομία (ειδικά εάν μεσολαβήσουν απρόβλεπτα γεγονότα, όπως η πτώση του τουρισμού, ένα παγκόσμιο κραχ, κοκ.)“.

Συνεχίζοντας, δυστυχώς επαληθευθήκαμε στις παραπάνω προβλέψεις μας, αφού η ανάπτυξη που ακολούθησε μετά το 2016 οφειλόταν αφενός μεν στην κατανάλωση, αφετέρου στις ξένες επενδύσεις που όμως ήταν το αποτέλεσμα του ξεπουλήματος των δημοσίων επιχειρήσεων – ενώ το ίδιο φαίνεται πως θα συμβεί στο μέλλον, αφού ο προϋπολογισμός του 2020 στηρίζει την ανάπτυξη κυρίως στην κατανάλωση (αύξηση κατά 1,8%, πηγή).

Όσον αφορά δε τις προβλέψεις του για επενδύσεις, με δεδομένη τη μείωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων (ΠΔΕ), καθώς επίσης τη χρησιμοποίηση ενός μεγάλου μέρους των εθνικών πόρων του για την εξυπηρέτηση εγχωρίων συμφερόντων στην ηλεκτρική διασύνδεση της Αττικής με την Κρήτη (ανάλυση), η άνοδος των ιδιωτικών κατά περίπου 16% που αναφέρει, ήτοι πάνω από 4 δις € ετήσια, είναι μάλλον ευχολόγιο – αφού η εγχώρια ζήτηση παραμένει υποτονική, ενώ η διεθνής επίσης, με την Ευρώπη να οδηγείται στην ύφεση από τη Γερμανία, το BREXIT κοκ.

Βέβαια θα βοηθήσει σημαντικά η αγορά κατοικίας, μετά τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και την κατάργηση του ΦΠΑ στις πωλήσεις, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτό ακριβώς το οικονομικό μοντέλο της κυβέρνησης Καραμανλή (ανάλυση) μας οδήγησε στην υπερχρέωση του 2009 – ενώ οφείλουμε να γνωρίζουμε πως οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι νέες επενδύσεις, μεταξύ άλλων επειδή δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας και δεν αυξάνουν το πραγματικό ΑΕΠ. Εκτός αυτού η συνεχιζόμενη στήριξη του τουριστικού κλάδου εκ μέρους και της σημερινής κυβέρνησης, είναι μεγάλο λάθος – όχι μόνο επειδή πρόκειται για έναν προκυκλικό τομέα που υποφέρει σε περιόδους ύφεσης, ενώ καλύπτει μόνο το 15% των αναγκών του με εγχώρια προϊόντα αλλά, κυρίως, λόγω του ότι πρέπει να πάψει να είναι ο βασικός πυλώνας της οικονομίας μας.

Ειδικότερα, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, χωρίς την άνοδο της βιομηχανικής μας παραγωγής που παρουσίασε ξανά μείωση τον Αύγουστο (γράφημα) και παραμένει  στο 8,5% περίπου του ΑΕΠ σήμερα, από σχεδόν 22% της Γερμανίας,  με την παραγωγή νέων, ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων, η Ελλάδα δεν πρόκειται να ξεφύγει από τη δαμόκλειο σπάθη της χρεοκοπίας που κρέμεται επάνω από το κεφάλι της.

Δυστυχώς η επιδείνωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποδεικνύουν τα παραπάνω – ενώ μπορεί μεν να φαίνεται πως η χώρα επιστρέφει στην κανονικότητα, κυρίως λόγω της μείωσης των επιτοκίων δανεισμού της ως αποτέλεσμα των ενεργειών της ΕΚΤ που, σε συνδυασμό με το πρωτογενές πλεόνασμα, καθιστούν το δημόσιο χρέος εξυπηρετίσημο, με τις μελλοντικές προσδοκίες να θεωρούνται θετικές εξαιτίας της κατάργησης των ελέγχων κεφαλαίων, της μείωσης των υπερβολικών φόρων, του αναπτυξιακού νομοσχεδίου κλπ., αλλά τα προβλήματα της Ελλάδας παραμένουν ως έχουν.

Με απλά λόγια, το δημόσιο χρέος παραμένει μη βιώσιμο, το κόκκινο ιδιωτικό έχει εκτοξευθεί στη στρατόσφαιρα, το ξεπούλημα της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας συνεχίζεται με τις κερδοφόρες επιχειρήσεις πλέον (είναι έγκλημα η εκποίηση των ενεργειακών, όπως των ΕΛΠΕ και της ΔΕΠΑ), ενώ έχει προστεθεί το μεταναστευτικό, με ετήσιο κόστος  της τάξης των 1,8 δις € για την οικονομία μας (ανάλυση) – γεγονός που σημαίνει πως όταν ξεσπάσει η επόμενη κρίση, η Ελλάδα θα είναι η πρώτη χώρα που θα οδηγηθεί σε μεγάλα αδιέξοδα. Σε κάθε περίπτωση, για εκείνο το χρονικό διάστημα που δεν θα επενδύουν οι Έλληνες, η οικονομία μας θα παραμένει στάσιμη – ενώ όσο παραμένει η Ελλάδα στα μνημόνια, εφαρμόζοντας τη γερμανική πολιτική λιτότητας, δεν υπάρχει μέλλον.

Οι δυσοίωνες μελλοντικές προοπτικές

Περαιτέρω δυστυχώς οι οπαδοί της λιτότητας δεν κατανοούν ότι, το κόστος αυτής της πολιτικής είναι κατά πολύ ακριβότερο, από μία προσωρινή αύξηση της ανεργίας ή/και από μία χρονικά περιορισμένη μείωση των εισοδημάτων – γεγονός που σημαίνει ότι η ανεργία θα μείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ οι μισθοί σε πολύ χαμηλά, εάν δεν μειωθούν ακόμη περισσότερο.

Επομένως σε μακροπρόθεσμη βάση τα έσοδα του δημοσίου θα υποφέρουν, η φορολογία θα αυξηθεί (πιθανότατα με έμμεσο τρόπο, όπως με την αύξηση των λογαριασμών της ΔΕΗ, της ΕΥΔΑΠ κοκ.) το ασφαλιστικό θα επιδεινωθεί, οι συντάξεις θα περιορισθούν ακόμη περισσότερο, οι τράπεζες θα έχουν προβλήματα κοκ. – χωρίς να φαίνεται «φως στο τούνελ» για μία πολύ μακριά χρονική περίοδο, εάν δεν ληφθούν άμεσα και μαζικά μέτρα για την αντιστροφή της τάσης.

Αναλυτικότερα, το βραχυπρόθεσμο κόστος μίας ύφεσης είναι ασφαλώς σημαντικό – οπότε απαιτείται η γρήγορη και αποφασιστική επέμβαση του κράτους για να περιορισθούν οι ζημίες, καθώς επίσης για να μειωθεί ξανά η ανεργία στα προηγούμενα επίπεδα.

Υπάρχει όμως ένας σπουδαιότερος λόγος, για τον οποίο πρέπει να παρεμβαίνει διορθωτικά το δημόσιο, χωρίς να χάνει καθόλου χρόνο – το ότι όσο πιο πολύ διαρκεί η ύφεση, τόσο μεγαλύτερες και περισσότερες ζημίες προκαλούνται στην οικονομία, ιδίως σε μακροπρόθεσμη βάση, οπότε τόσο υψηλότερο το κόστος που πληρώνει η χώρα και οι Πολίτες της (βιβλιογραφία).

Όπως εύλογα καταλαβαίνει κανείς στο θέμα της Ελλάδας, όπου όχι μόνο η ύφεση έχει διαρκέσει μία αιωνιότητα αλλά, επίσης, το κράτος δεν μπορεί (επειδή είναι υπερχρεωμένο) και απαγορεύεται να επέμβει με ΠΔΕ (εκ μέρους των «θεσμών»), η καταστροφή που συνεχίζει να προκαλείται στην οικονομία της είναι τεράστια – οπότε θα την επηρεάζει για πάρα πολλές δεκαετίες.

Πόσο μάλλον όταν ο δρόμος μίας οικονομίας προς την ανάπτυξη εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις κεφαλαιακές επενδύσεις, καθώς επίσης από την εξέλιξη του πληθυσμού – όπου η Ελλάδα υποφέρει και από τα δύο, αφού κανείς δεν διακινδυνεύει τα χρήματα του σε μία διπλά υπερχρεωμένη χώρα (δημόσιος και ιδιωτικός τομέας), ενώ από την άλλη πλευρά όλο και περισσότεροι Έλληνες, ιδίως οι νέοι, εγκαταλείπουν τη χώρα, η υπογεννητικότητα είναι δεδομένη, το προσδόκιμο ζωής μειώνεται διαρκώς κοκ.

Επίλογος

Μία ύφεση που διαρκεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν δημιουργεί μόνο βραχυχρόνια μεγάλα προβλήματα σε μία οικονομία – αλλά, πολύ χειρότερα, επιδεινώνει τις συνθήκες μελλοντικής ανάπτυξης της, καθιστώντας τη χώρα σημαντικά φτωχότερη στο διηνεκές.

Ειδικότερα, αφενός μεν σημειώνεται μείωση της συνολικής παραγωγικής της δυναμικότητας λόγω της διεξαγωγής λιγότερων επενδύσεων, αφετέρου προκαλούνται ποιοτικές ζημίες στο εργατικό της δυναμικό – επειδή οι ευκαιρίες εκπαίδευσης και ποιοτικής εξέλιξης των εργαζομένων περιορίζονται σημαντικά, οπότε μειώνεται το εργασιακό επίπεδο τους.

Οι νέοι που δεν βρίσκουν δουλειά δεν εξελίσσονται, ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι χάνουν ένα μεγάλο μέρος των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων – πόσο μάλλον σε ένα εργασιακό περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς, λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Ως εκ τούτου, οι ποιοτικές ζημίες του εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την έλλειψη επενδύσεων σε νέες παραγωγικές δυνατότητες σημαίνουν ότι, οι μελλοντικές προοπτικές της χώρας περιορίζονται συνεχώς – ευθέως ανάλογα με τα χρόνια που είναι βυθισμένη στην ύφεση.

Ολοκληρώνοντας, εφόσον είναι όλα αυτά γνωστά από την επιστήμη, οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν τα πάντα, στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους, για να αποφεύγουν τις υφέσεις – αφού δεν καταστρέφουν μόνο τις ζωές των ανθρώπων που αναγκάζονται να υπομένουν δυσανάλογο κόστος αλλά, πολύ χειρότερα, υπονομεύουν τη μελλοντική ευημερία των παιδιών τους, καθώς επίσης όλες τις επόμενες γενιές.

Όταν όμως συμβούν όλα όσα τραγικά συνέβησαν στην Ελλάδα, αυτό που απαιτείται σήμερα, χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση και πάση θυσία, είναι η κατάργηση των μνημονίων, καθώς επίσης η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού – έτσι ώστε να διενεργηθούν επενδύσεις και να απαλυνθεί η τεράστια ζημία που έχει ήδη προκληθεί.

Εάν δεν γίνει κάτι τέτοιο, τότε η χώρα μας θα έχει κυριολεκτικά καταδικαστεί σε θάνατο για πολλές δεκαετίες, ανεξάρτητα από ποιό κόμμα θα την κυβερνάει, ακόμη και αν έχει θεϊκές ικανότητες – κάτι που οφείλει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο, πριν είναι πολύ αργά.

Ελπίζουμε και ευχόμαστε να το καταλάβουν όλα τα κόμματα, ιδίως η κυβέρνηση που επιμένει στην εφαρμογή των μνημονίων θεωρώντας εσφαλμένα πως αρκεί ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής, τα ΜΜΕ, καθώς επίσης όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες Πολίτες – οι οποίοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να θυσιάσουν το μέλλον της πατρίδας τους και των παιδιών τους.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!