Αν πράγματι θέλουμε, μπορούμε – The Analyst

Αν πράγματι θέλουμε, μπορούμε

1,573 total views, 1 views today

 

Η Ελλάδα θα πρέπει να πάψει να κατηγορεί συνεχώς τον εαυτό της και να βρει δικούς της δρόμους διαφυγής από την κρίση – ενώ το κράτος πρέπει να στηρίξει τους Έλληνες κυρίως με τον κεντρικό σχεδιασμό της Οικονομίας, ο οποίος είναι απαραίτητος τόσο για τον πρωτογενή τομέα, όσο και για τη βιομηχανία. Εκτός αυτού, να τους παρέχει ένα δίκαιο και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, ένα σωστό επιχειρηματικό περιβάλλον, καθώς επίσης ένα λειτουργικό Κράτος Δικαίου – το οποίο πριν από κάθε τι άλλο θα πρέπει να καταπολεμήσει το βρώμικο κομματικό-πελατειακό κράτος, το οποίο έχει κυριολεκτικά καταστρέψει την Ελλάδα.   

.

«Η είσοδος στην Πολιτική καθίσταται πλέον όλο και λιγότερο ελκυστική, εάν όχι εντελώς απορριπτέα, για όλους εκείνους που δεν είναι «οι μετριότεροι των μετριότερων» – που ως εκ τούτου «δεν έχουν τίποτα να κρύψουν». Οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν διστάζουν πια μπροστά σε τίποτα – οι ιδιοτελέστατοι στόχοι τους αγιάζουν τα μέσα, Ο τυπικός πολιτικός θα πλησιάζει όλο και περισσότερο το «μιντιακό» εκλογέα του καναπέ – οπότε η Πολιτική θα περιφρονείται όλο και πιο πολύ από τις ανώτερες πνευματικές τάξεις.

Στη σημερινή, βρώμικη κομματική δημοκρατία που κινηματογραφείται θεατρικά από τα ΜΜΕ, πολωμένη με παρεξηγημένες ταξικές αντιφάσεις, οι άνθρωποι μαλώνουν και συγκρούονται μεταξύ τους – θεωρώντας τον εαυτό τους ως Πολίτη, όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για όχλο. Όσον αφορά δε τα υπερβολικά επιβαρυμένα στελέχη των κομμάτων, με τους υπερπληρωμένους συμβούλους τους, προσπαθούν να αποκομίσουν για τον εαυτό τους όσο περισσότερα μπορούν – ταυτόχρονα όμως να παρουσιάζονται όσο το δυνατόν καλύτεροι στον όχλο.

Με τις πανταχού παρούσες τηλεοπτικές κάμερες βέβαια, κάτι τέτοιο γίνεται όλο και πιο δύσκολο – ενώ με δεδομένο το ότι, η πραγματική εργασία θεωρείται από τους περισσότερους ως δείγμα χαμηλής νοημοσύνης, το «δημοκρατικό» μας σύστημα δεν πρόκειται να αντέξει για πολύ ακόμη και θα καταρρεύσει παταγωδώς».

.

Άποψη

Το παραπάνω κείμενο δεν αφορά την Ελλάδα, όπως ίσως υποθέσει κανείς, αλλά την Αυστρία – η οποία επιβίωσε από το σκάνδαλο της Ibiza χωρίς να υποστεί σοβαρές ζημίες, επειδή το Σύνταγμα της την προστάτευσε. Οφείλει να σημειωθεί πάντως εδώ πως ο μέσος Αυστριακός είναι υπερβολικά δεξιός – ενώ το μεταναστευτικό επικαλύπτει τα πάντα, επειδή ταιριάζει όσο κανένα άλλο στο να αναδεικνύει την «ταξική συγγένεια» και να ενώνει μεταξύ τους, τους «καθαρόαιμους» Αυστριακούς.

Ο λόγος τώρα που το παραθέσαμε είναι για να κατανοήσουμε πως ότι συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει και αλλού – ότι δεν είμαστε ούτε κάτι διαφορετικό, ούτε το κέντρο του κόσμου. Επομένως δεν πρέπει να κατηγορούμε συνεχώς τον εαυτό μας για τα πάντα, όπως για το θέμα της μείωσης της βιομηχανικής μας παραγωγής ή/και του πρωτογενούς μας τομέα – αφού κάτι ανάλογο διαπιστώθηκε σε πολλά άλλα κράτη, με κύριο ένοχο την ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση και την είσοδο στην διεθνή αγορά χωρών φθηνού εργατικού δυναμικού και χαμηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος, όπως η Κίνα. Για παράδειγμα, ισχύουν πράγματι σε γενικές γραμμές τα εξής (πηγή: Δ. Κουρέτας)

«Το 1980 το ποσοστό της πρωτογενούς παραγωγής στο ΑΕΠ ήταν 25% και της μεταποίησης 15%. Το 1983 τα ποσοστά έγιναν 19% και 14% αντίστοιχα. Το 1987, 11% και 15% αντίστοιχα. Εκεί παρέμειναν μέχρι το 2000.Μετά σιγά-σιγά άλλαξαν και σήμερα είναι πρωτογενής 3% και μεταποίηση 6%. Δηλαδή, τη δεκαετία 1981-1990 σημειώθηκε ραγδαία πτώση του ΑΕΠ της γεωργίας με μέσο ετήσιο ρυθμό -7,8%, τάση που αναστράφηκε μερικά την περίοδο 1991-1999, οπότε σημειώθηκε μέση ετήσια αύξηση 2,6%. Συνολικά όμως, για τη 19ετία ‘80-’99, η μέση ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ του πρωτογενούς τομέα κινήθηκε στα επίπεδα του -3,0%, καθορίζοντας την πτωτική τάση του τομέα.

Σύμφωνα τώρα με μία χαρακτηριστική ομιλία του υπουργού Γεωργίας Σ. Τζουμάκα στο ΙΣΤΑΜΕ το 1998 τα εξής: «Φέτος ο προϋπολογισμός είναι 15 τρισεκατομμύρια. Απ’ αυτά έχουμε τα δέκα. Τα δέκα θα τα διαθέσουμε ως εξής: τρία τρισεκατομμύρια για χρεολύσια από τα προη­γούμενα δάνεια του κράτους, τρία τρισεκατομμύρια για τόκους των δάνειων αυτών. Έξι, λοιπόν, τρις για χρεολύσια και τόκους, που δανείζονταν οι προηγούμενες κυβερνή­σεις και έδιναν μέσα από το κράτος ενισχύσεις. Τρία τρισεκατομμύρια θα πάνε για μισθούς και για συντάξεις στο Δημόσιο. Και θα μείνει ένα τρισεκατομμύριο για να κάνει πολιτική η κυβέρνηση στην παιδεία, στην εκπαί­δευση, στον πολιτισμό, στα δημόσια έργα, σε όλες τις άλλες δραστηριότητες, στην άμυνα. Σε ότι άλλο διαμορφώνεται στο ελληνικό κράτος. Και επειδή δεν μπορούμε με ένα τρισεκατομμύριο να κάνουμε πολιτική, θα δανει­στούμε άλλα πέντε τρισεκατομμύρια σε ομόλογα, σε συνάλλαγμα, για να μπορέσουμε να εκτελέσουμε τον προϋπολογισμό».

Αυτή ήταν η συνταγή για πολλά χρόνια μετά το 1980 έως και το 2009 που έσκασε η φούσκα της «ανάπτυξης», με προεξάρχουσα την εγκληματική κατάσταση της περιόδου Καραμανλή 2003-2008, όπου μας ξετίναξε.  Μπορεί όμως να γίνει κάτι σε αυτό που λέμε Παραγωγική Ανασυγκρότηση της πατρίδας μας; Αξίζει να δούμε τα παρακάτω:

Η Ελλάδα από τη στιγμή που έγινε κράτος το 1827 και για περίπου 100 χρόνια ζούσε σχεδόν από ένα προϊόν. Τη σταφίδα. Με αυτή μεγάλωσαν και σπούδασαν σχεδόν τέσσερις γενιές. Η σταφίδα κάλυπτε το 50% των εξαγωγών μας ως χώρα, συνολικά. Δηλαδή αν υποθέσουμε ότι σήμερα που οι εξαγωγές μας είναι 27 δις ευρώ, σαν να έχουμε εξαγωγές σταφίδας 13,5 δις. Ενημερωτικά φέτος κλείσαμε με εξαγωγές σταφίδας 39 εκατ. ευρώ.

Το 2000 η χώρα είχε 60 νηματουργεία και παρήγαγε νήμα από βαμβάκι το οποίο το έκανε ρούχα. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα νηματουργείο μεγάλο, ο Επίλεκτος στα Φάρσαλα. 

Το βαμβάκι μας εξάγεται στην Τουρκία κυρίως, παίρνουν οι αγρότες 350 εκατ. ευρώ, γίνεται εκεί νήμα και το εισάγουμε πληρώνοντας 1,5 δισ., και τα ρούχα του Ελληνικού Στρατού φτιάχνονται στα Άδανα της Τουρκίας. Αυτό έγινε. Αυτή τη χώρα φτιάξαμε και καλούμαστε όλοι μας να την αλλάξουμε. Και την καταντήσαμε έτσι με σειρά εγκληματικών πολιτικών για τη ανάπτυξη μετά το 1980.

Η χώρα μας είναι η δεύτερη σε βιοποικιλότητα στον πλανήτη, με αποτέλεσμα οι παραγωγές της να έχουν μεγάλη ιδιαιτερότητα άρα και ποιότητα. Η διεθνοποιημένη αγορά έχει οδηγήσει (όλο και περισσότερο) την πρωτογενή παραγωγή σε μια κατεύθυνση συμπίεσης του κόστους, κυρίως μέσα από πρακτικές μη ασφαλούς παραγωγής και αναζήτησης πρώτων υλών που εξυπηρετούν την μαζική βιομηχανία τροφίμων.

Η Ελλάδα, σαν μια περιοχή πρωτογενούς παραγωγής, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με όρους μαζικής φτηνής, παραγωγής, γιατί το μέγεθός της δεν επιτρέπει την μετάβαση σε τέτοιου είδους εκμεταλλεύσεις. Το πλεονέκτημά της (υπήρξε και οφείλει να συνεχίσει να υπάρχει) ήταν οι μικρές παραγωγές που με κόπο, μεράκι και σεβασμό στον άνθρωπο μπορούσε να αντλήσει από το χώμα της. Η Ελληνική γη και οι άνθρωποι της απόλυτα συμφιλιωμένοι με το κοινό τους μέλλον μπορούν να παράγουν καταπληκτικά προϊόντα.

Από τα 27 δις ευρώ εξαγωγές της Ελλάδος το 2014, τα 10 δις είναι ορυκτέλαια τα οποία προκύπτουν από το πετρέλαιο που εισάγουμε, 5 δις προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής από τα οποία 1 δις ψάρια (είμαστε πρώτοι σε εξαγωγές τσιπούρας και λαυρακιού στον κόσμο), 4 δις τρόφιμα, 1 δις γενόσημα φάρμακα. Δηλαδή το 35 % των εξαγωγών μας αφορούν την γη. Άρα η απάντηση στην ερώτηση και τι έγινε που η Ελλάδα έχει συρρικνώσει την παραγωγή της, είναι σαν να απεμπολούν οι Άραβες το πετρέλαιο.

Η σύγχρονη γεωργία μικρών χωρών όπως η Ελλάδα απαιτεί μικρές παραγωγές εξειδικευμένων προϊόντων τα οποία: (α) Είτε θα χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή καινοτόμων, μοναδικών τροφίμων, ελκυστικών στον καταναλωτή, ικανών να εξαχθούν στην παγκόσμια αγορά, (β) Είτε θα εξαχθούν ως έχουν, ως μοναδικά ελληνικά προϊόντα, ύστερα από μία βασική επεξεργασία (όπως καθαρισμός), και κατάλληλα συσκευασμένα με βάση τις διεθνείς προδιαγραφές.

Και στις δύο περιπτώσεις επιτυγχάνεται η παραγωγή τελικού διατροφικού, μοναδικού, Ελληνικού προϊόντος το οποίο θα πωληθεί στην διεθνή αγορά ως Ελληνικό, με υψηλή προστιθέμενη αξία, και συνεπώς με υψηλή τιμή τέτοια που να εξασφαλίζει τελικά ικανοποιητικό εισόδημα σε όλους τους εμπλεκόμενους στην διαδικασία συμπεριλαμβανομένων και των γεωργών.

Ένα παράδειγμα: Ένα μεγάλο μέρος του Ελληνικού ελαιολάδου έχει τέτοια περιεκτικότητα σε φαινόλες, οι οποίες του επιτρέπουν να έχει ισχυρισμό υγείας ότι προστατεύει από την οξείδωση της χοληστερόλης και βοηθά στην υγεία των αγγείων.  Όμως μόνο ελάχιστο μέρος του τυποποιείται έτσι, για να πουλιέται ως φάρμακο σε φαρμακεία και ακριβά καταστήματα στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικά ένα τέτοιο ελαιόλαδο με ισχυρισμό υγείας πουλιέται πάνω από 80 ευρώ το κιλό, σήμερα σε πολλά σημεία στην Νέα Υόρκη. Μια τέτοια παρέμβαση θα σήμαινε έσοδα για τον παραγωγό περίπου 1,5 δις. Δηλαδή 10 φορές περισσότερα από ότι βγάζει τώρα«.

Στα πλαίσια αυτά, επαναλαμβάνουμε πως η Ελλάδα θα πρέπει να πάψει να κατηγορεί συνεχώς τον εαυτό της και να βρει δικούς της δρόμους διαφυγής από την κρίση – να εφαρμόσει λύσεις που πράγματι υπάρχουν, ενώ το κράτος πρέπει να στηρίξει τους Έλληνες κυρίως με τον κεντρικό σχεδιασμό της Οικονομίας, ο οποίος είναι απαραίτητος τόσο για τον πρωτογενή τομέα, όσο και για τη βιομηχανία. Εκτός αυτού, να τους παρέχει ένα δίκαιο και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, ένα σωστό επιχειρηματικό περιβάλλον, καθώς επίσης ένα λειτουργικό Κράτος Δικαίου – το οποίο πριν από κάθε τι άλλο θα πρέπει να καταπολεμήσει το βρώμικο κομματικό-πελατειακό κράτος, το οποίο έχει κυριολεκτικά απομυζήσει τους Έλληνες και έχει καταστρέψει την Ελλάδα.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.