Ο μύθος των ελλειμμάτων – Σελίδα 2 – The Analyst

Ο μύθος των ελλειμμάτων

267 total views, 11 views today

.
Η ναυτιλία

Αναλυτικότερα, οι (λανθασμένες) επίσημες οικονομικές στατιστικές της χώρας, όσον αφορά τη ναυτιλία, δείχνουν μία διαφορετική εικόνα – με ευθύνη κυρίως της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία οργανώνει την παρουσίαση των στοιχείων από πολλά χρόνια (η ΕΛΣΤΑΤ παίρνει απλά τα νούμερα που της δίνονται, τοποθετώντας τα ως έχουν στα δικά της). Η αιτία είναι το ότι ο κλάδος βασίζεται στο δολάριο, τόσο όσον αφορά τα έσοδα, όσο και τα έξοδα του – διατηρώντας παραδοσιακά τραπεζικούς λογαριασμούς στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στη Γενεύη.

Έως την εποχή τώρα που υιοθετήθηκε το ευρώ από τη χώρα μας, οι συναλλαγές της ναυτιλίας δεν διενεργήθηκαν σχεδόν ποτέ μέσω των ελληνικών τραπεζών – κυρίως λόγω του ότι, μετά την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας (1929), από το 1932, υπήρξε ένα νομισματικό καθεστώς με άκαμπτους ελέγχους κεφαλαίων, το οποίο παρέμεινε περισσότερο ή λιγότερο ως είχε, μέχρι το 1994.

Ουσιαστικά λοιπόν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διενεργηθούν διεθνείς κεφαλαιακές συναλλαγές μέσω των ελληνικών τραπεζών – οπότε η Τράπεζα της Ελλάδας έπαψε να καταχωρεί τα έσοδα από τις μεταφορές (κόμιστρα) των πλοίων των Ελλήνων εφοπλιστών, δηλώνοντας τα ως εξαγωγές, αποτελώντας τη μοναδική εξαίρεση συγκριτικά με όλες τις άλλες χώρες.

Ως εκ τούτου, αυτό που καταχωρούταν από την Ελλάδα έως το 1998 περίπου (πηγή: Bernegger), ήταν μόνο το εσωτερικό κόστος της ναυτιλίας – όπως οι μισθοί, οι καταθέσεις στο συνταξιοδοτικό ταμείο των ναυτικών (ΝΑΤ), οι δαπάνες των γραφείων, οι πληρωμές μερισμάτων εντός της χώρας κλπ. Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα από τις μεταφορές του ελληνικού στόλου (τζίρος) έως το 1998, δεν καταχωρούνταν καθόλου – ούτε στο ισοζύγιο της Ελλάδας, ούτε σε κάποια άλλη χώρα του εξωτερικού.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρόβλημα του «εξαφανισμένου στόλου» (the missing fleet), το οποίο απασχόλησε τη διεθνή στατιστική στον τομέα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, από τη δεκαετία του 1980 – όπου τόσο το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών, όσο και το ΔΝΤ (πηγήδιαπίστωσαν πως τα λανθασμένα στοιχεία του αμερικανικού, καθώς επίσης του παγκόσμιου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οφείλονταν στην ελαττωματική (μη) καταχώρηση των εσόδων από τις θαλάσσιες μεταφορές, κυρίως των Ελλήνων εφοπλιστών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, το παγκόσμιο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών φαινόταν αρνητικό, παρά το ότι τα πλεονάσματα, καθώς επίσης τα ελλείμματα σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να καταλήγουν σε μηδενικό άθροισμα – με το «έλλειμμα» (αρνητικό υπόλοιπο) να τοποθετείται στα 100 δις $ στα έτη 1981 και 1985. Υπεύθυνη δε για τα «ελλείμματα» αυτά θεωρήθηκε η ελληνική ναυτιλία, καθώς επίσης η ναυτιλία του Χονγκ Κονγκ (η κινέζική ναυτιλία θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μελλοντικός ανταγωνιστής της ελληνικής, οπότε θα έπρεπε να προσεχθεί καλύτερα η είσοδος της στον Πειραιά, μέσω της COSCO).

Ναυτιλιακές ιδιαιτερότητες

Περαιτέρω, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων και της ρευστότητας της ναυτιλίας παρέμενε σε λογαριασμούς δολαρίων στο εξωτερικό, χωρίς ποτέ να εισέρχεται στο κυκλοφοριακό σύστημα της ελληνικής οικονομίας – ενώ, μέχρι το 2002, ακόμη και τα έσοδα από τις επανεπενδύσεις των εφοπλιστών δεν καταγράφονταν, κάτι που άλλαξε μόνο εν μέρει το 2003.

Σε σχέση γενικότερα τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων εφοπλιστών, τα οποία αυξάνονται συνεχώς, παραμένοντας στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους (κρυφά) στο εξωτερικό, δεν καταγράφονται επίσης στις στατιστικές της χώρας μας, όπως συμβαίνει με τα άλλα κράτη (στη θέση «απ’ ευθείας επενδύσεις στο εξωτερικό»). Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, οι οποίες θα συμπεριελάμβαναν φυσικά το ειδικό φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τους Έλληνες εφοπλιστές, καθώς επίσης την αιτία που διατηρούν τα χρήματα τους σε φορολογικούς παραδείσους, από το Μονακό έως τις Βερμούδες (γράφημα, βασική αιτία η έλλειψη εμπιστοσύνης στο κράτος, όπως διαπιστώνεται από τις διάφορες χώρες ), η δυνητική «συνδρομή» της ναυτιλίας στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ιδίως στα έτη της κατακόρυφης ανόδου των ναυτιλιακών εσόδων (1999 – 2008), υπολογίζεται στα 60 δις $ – τα οποία όμως καταγράφονταν μόλις εν μέρει, κατά 10% έως το 2008, μετά δε κατά περίπου 25%.

Αν και τα έσοδα αυτά όμως δεν καταγράφονται εξ ολοκλήρου, δεν παύουν να υπάρχουν – οπότε θεωρητικά το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2009, εάν συμπεριελάμβανε κανείς τη ναυτιλία, δεν θα ήταν 341,6 δις $, αλλά περίπου 380 δις $ (αντίστοιχα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).

Με δεδομένο όμως το ότι, τα θαλάσσια κόμιστρα μειώθηκαν από το 2008 σχεδόν κατά 90%, κυρίως στα ξηρά φορτία (δείκτης Baltic Dry), ενώ το κόστος του πετρελαίου αυξήθηκε κατακόρυφα, κατανοεί κανείς πως η κρίση κόστισε στην Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη – ενώ το ΑΕΠ της μειώθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό, από το 27% που καταγράφηκε.

Ο τουρισμός

Όπως συμβαίνει με τη ναυτιλία, έτσι και τα εξαγωγικά έσοδα του τουρισμού στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, υποτιμούνται σημαντικά – κάτι που δεν οφείλεται στη χώρα μας αυτή τη φορά, αλλά στη διαφοροποίηση της μεθοδολογίας καταγραφής του τζίρου από την παροχή τουριστικών υπηρεσιών, εντός μίας νομισματικής ένωσης, μετά την είσοδο μας στην Ευρωζώνη (2002).

Τα έσοδα αυτά υπολογίζονται πλέον με δειγματοληπτικές έρευνες που διεξάγονται στους τουρίστες – όπου ερωτώνται για τα μέσα έξοδα τους κατά τη διάρκεια παραμονής στη χώρα μας, για τις τιμές των δωματίων που πλήρωσαν, για το χρόνο που διέμειναν κοκ. Η μέθοδος αυτή (Frontier Travel Survey – FTS) χρησιμοποιείται επίσης σε άλλες χώρες της Ευρώπης – όπου όμως, λόγω προβλημάτων στη στάθμιση των δειγμάτων, δεν απεικονίζει σωστά τη δυναμική του τουρισμού.

Συγκρίνοντας τώρα κανείς τα εξαγωγικά έσοδα του ελληνικού τουρισμού με άλλες χώρες, σε συνδυασμό με ορισμένους εξειδικευμένους παράγοντες, διαπιστώνει πως αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά το 2000 και την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη – όπως συνέβη με τη ναυτιλία, αφού και οι δύο τομείς είναι εντάσεως κεφαλαίου, το οποίο ήταν πιο εύκολο να αποκτηθεί (δάνεια), καθώς επίσης πιο φθηνό εντός της νομισματικής ένωσης.

Εν τούτοις, η εξέλιξη αυτή δεν απεικονίζεται σωστά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της ελαττωματικής καταχώρησης των διανυκτερεύσεων, κατά ξενοδοχειακές κατηγορίες. Ειδικότερα, αυτό που χαρακτηρίζει τον ελληνικό τουρισμό μετά το 2000 είναι η ισχυρή ανάπτυξη του στον τομέα των ξενοδοχείων 5 αστέρων (γράφημα) – αφού μόνο αυτός αναπτύχθηκε, με τους άλλους τομείς είτε να είναι στατικοί (4 αστέρια), είτε να μειώνονται (1 έως 3 αστέρια).

Περαιτέρω, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων έχουν μακράν τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα και κερδοφορία ανά εργαζόμενο – οπότε, η μετατόπιση του κέντρου βάρους του ελληνικού τουρισμού σε αυτήν την κατηγορία, οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση του τζίρου του, παρά το ότι ο αριθμός των τουριστών από το 2000 έως το 2009 δεν παρουσίασε μία ανάλογη άνοδο.

Εν τούτοις, δεν καταγράφεται στις στατιστικές, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στον αριθμό των επισκεπτών στη χώρα – με αποτέλεσμα να μην αξιολογείται σωστά η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, η οποία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη (αν και λιγότερο από τη ναυτιλία).

Τα κοινά σημεία της ναυτιλίας και του τουρισμού

Οι δύο βασικότεροι πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και των εξαγωγών, η εμπορική ναυτιλία, καθώς επίσης ο πολυτελής τουρισμός, είναι εντάσεως κεφαλαίου – πολύ λιγότερο εντάσεως εργασίας, ειδικά η ναυτιλία, η οποία απασχολεί κυρίως εργατικό δυναμικό από φθηνές τρίτες χώρες.

Επομένως, επηρεάζονται ελάχιστα από το εργατικό κόστος, το οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο από την αρχή η Τρόικα, εξαιτίας της ανικανότητας της (άρθρο) ή λόγω κάποιας άλλης σκοπιμότητας – ενώ, αντίθετα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την προσφορά κεφαλαίων, καθώς επίσης από το κόστος τους (επιτόκια), έχοντας ως εκ τούτου ωφεληθεί τα μέγιστα, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Τυχόν έξοδος της χώρας μας λοιπόν από την Ευρωζώνη θα προκαλούσε μεγάλες ζημίες και στους δύο αυτούς κλάδους – λόγω των ελέγχων στη διακίνηση κεφαλαίων που θα επιβάλλονταν ξανά (οπότε η ναυτιλία θα «μετανάστευε» εξ ολοκλήρου), της δυσκολίας στην εύρεση κεφαλαίων, της αύξησης του κόστους τους (επιτόκια), η οποία θα ήταν καταστροφική για τον ποιοτικό τουρισμό κλπ.

Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση ενός ενδεχόμενου εθνικού νομίσματος δεν θα πρόσφερε απολύτως τίποτα σε κανέναν από τους δύο αυτούς κλάδους – ειδικά στον τουρισμό, όπως ισχυρίζονται όλοι όσοι δεν γνωρίζουν τη μετατόπιση της Ελλάδας στα πολυτελή ξενοδοχεία, στα οποία οι επισκέπτες δεν επηρεάζονται σχεδόν καθόλου από τις τιμές.

Επίλογος  

Από τα παραπάνω, καθώς επίσης από πολλές αναλύσεις μας, φαίνεται πως η Ελλάδα, κυρίως λόγω της ναυτιλίας της, προσβλήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη χρηματοπιστωτική κρίση που προκλήθηκε από τις Η.Π.Α. το 2008 – συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη, λόγω του συνδυασμού τριών καταστροφικών εξελίξεων: της κατακόρυφης αύξησης της τιμής του πετρελαίου, της παγκόσμιας ύφεσης που προκάλεσε την πτώση των τιμών των θαλασσίων μεταφορών σχεδόν κατά 90%, καθώς επίσης της πιστωτικής στενότητας.

Εν τούτοις, η χώρα μας δεν γονάτισε κάτω από το βάρος των δυσμενών αυτών παραγόντων, αλλά, κυρίως, από την σκόπιμη υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της Τρόικας –  καθώς επίσης από την απίστευτη ανικανότητα του ΔΝΤ, όσον αφορά τα δήθεν προγράμματα διάσωσης της, συμπεριλαμβανομένου του PSI (αν και επρόκειτο για σκοπιμότητα, όχι για ανικανότητα)

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να τα καταφέρει – ακόμη περισσότερο, είναι ικανή να αναδειχθεί κυριολεκτικά στην κορυφαία χώρα της Ευρωζώνης, αρκεί να το θελήσουν πραγματικά οι Έλληνες, παύοντας να πιστεύουν σε μύθους και συνεργαζόμενοι σωστά μεταξύ τους.