Ο μύθος των ελλειμμάτων – The Analyst

Ο μύθος των ελλειμμάτων

1,143 total views, 2 views today

.

Η εικόνα αφορά το μυαλό μας και όχι τη χώρα μας
Από το 1999 έως το 2008 η Ελλάδα γνώρισε μία εξαγωγική έκρηξη, επιτυγχάνοντας ισχυρότατες εξαγωγικές επιδόσεις, οι οποίες δεν συγκρίνονται με κανένα άλλο κράτος – ενώ στην πραγματικότητα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν έως το 2008 περισσότερο πλεονασματικό από αυτό της Γερμανίας.

 

Η ανάλυση αποτελείται από δύο σελίδες

«Τα 2018 ήταν χρονιά ρεκόρ για το ύψος του τουριστικού συναλλάγματος το οποίο ανήλθε στα 16,112 δις € έναντι 14,63 δις € το 2017 – σημειώνοντας άνοδο 10,33%. Η άνοδος του τουριστικού συναλλάγματος οφείλεται στην σημαντική αύξηση κατά 10,8% των τουριστικών αφίξεων, οι οποίες ξεπέρασαν τα 30 εκ.

Το 2018 δεν σημειώθηκε ρεκόρ στο ύψος του ναυτιλιακού συναλλάγματος, ωστόσο λόγω της καλής πέρυσι πορείας της ναυλαγοράς, η ελληνική ναυτιλία πρόσφερε κάτι περισσότερο σε συνάλλαγμα στη χώρα από ότι ο τουρισμός. Το ναυτιλιακό συνάλλαγμα το 2018 ανήλθε στα 16,63 δις € έναντι 14,47 δις € έναν χρόνο πριν – σημειώνοντας άνοδο κατά 14,9%. Έτσι οι εισπράξεις από τη ναυτιλία ήταν αυτή τη χρονιά υψηλότερες από τις τουριστικές – αν και οι δεύτερες κατέγραψαν ιστορικό ρεκόρ ως προς το ύψος τους. Το ιστορικό ρεκόρ για το ναυτιλιακό συνάλλαγμα ήταν το 2008, όταν ανήλθε στα 19,188 δις €.

Πάντως τόσο οι τουριστικές εισπράξεις όσο και οι εισπράξεις από τις θαλάσσιες μεταφορές, από δυο κλάδους στους οποίους η Ελλάδα πρωταγωνιστεί παγκοσμίως και αποτελούν πηγές ζωής για την ελληνική οικονομία, ήταν δυο παράγοντες σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος ανόδου κατά 1,3 δις € του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών – μία άνοδος  που συνέβαλε στον περιορισμό το 2018 του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στα επίπεδα των 5,3 δις € (πηγή).

.

Ανάλυση

Αναφερόμενοι στο μύθο που κυκλοφορεί, σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα ζούσε πάνω από τις δυνατότητες της (ανάλυση), φυσικά δεν ισχυρισθήκαμε πως δεν υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που πραγματικά το έκαναν – αλλά στο μέσον όρο των Ελλήνων, από την οπτική γωνία της μακροοικονομίας.

Άλλωστε έχουμε τονίσει δεκάδες φορές πως το ιδιωτικό μας χρέος το 2010 ήταν από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη – ενώ οδηγηθήκαμε προδοτικά στο ΔΝΤ και υπέγραψε επίσης προδοτικά η συγκυβέρνηση του 2012 το PSI (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δηλαδή που θέλουν οι Έλληνες ανόητα να ξαναψηφίσουν!), εκμεταλλευόμενη την άγνοια μας στα οικονομικά εάν όχι την ανοησία μας. Αιτία η διαφθορά της πολιτικής εξουσίας, λόγω της οποίας εκβιαζόταν ανέκαθεν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τους ξένους – οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τις δυνατότητες των Ελλήνων και τον πλούτο της χώρας τους.

Όσο για το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, οφειλόταν και οφείλεται μεταξύ άλλων στην αγορά ξένων προϊόντων αντί ελληνικών που δυστυχώς συνεχίζεται – αφού εισάγαμε το 2018 προϊόντα αξίας 55,129 δις € και εξάγαμε 33,417 δις €, οπότε είχαμε έλλειμμα 21,711 δις € (γράφημα). Επίσης στις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, οι οποίες αφενός μεν «εξάγουν» τα κέρδη τους στα κράτη που έχουν την έδρα τους ή αλλού, αφετέρου εισάγουν προϊόντα των δικών τους χωρών, όπως για παράδειγμα η LIDL – η οποία μπορεί μεν να απασχολεί Έλληνες εργαζόμενους και να πουλάει αρκετά ελληνικά προϊόντα, αλλά εάν δεν υπήρχε θα ήταν στη θέση της κάποια καθαρά ελληνική εταιρεία.

Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των ξένων πολυεθνικών εταιρειών, το βασικό τους πλεονέκτημα είναι το μέγεθος και η επέκταση τους σε πολλές χώρες – επίσης η εσωτερική αγορά των κρατών τους, όπως η Γερμανία στο παράδειγμα της LIDL. Ειδικότερα, τους επιτρέπει να υιοθετούν την πολιτική του «τιμολογιακού dumping» όταν δημιουργούν θυγατρικές σε άλλες χώρες – με την έννοια πως «επιδοτούν» τις χαμηλές τιμές στο ξεκίνημα τους για να επικρατήσουν κλείνοντας τους ανταγωνιστές τους, στηριζόμενες στα κέρδη και στο τζίρο (οι τιμές αγοράς εξαρτώνται από τον όγκο των αγοραζομένων προϊόντων) που έχουν στα κράτη τους.

Περαιτέρω, από την εισαγωγή του κειμένου φαίνεται πόσο σημαντική είναι η ναυτιλία στη χώρα μας, από την οποία το 2018 είχαμε περισσότερη εισροή συναλλάγματος σε σχέση ακόμη και με τον τουρισμό – καθώς επίσης πως οι δύο βασικότεροι κλάδοι της οικονομίας μας σήμερα είναι η ναυτιλία και ο τουρισμός. Την τρίτη θέση θα μπορούσε να καταλάβει η πρωτογενής παραγωγή, στην οποία δυστυχώς οι επιδόσεις μας είναι καταστροφικές – αρκεί να αναφερθεί πως ενώ παράγουμε αγροτικά προϊόντα αξίας περί τα 12 δις € εξάγουμε μόλις 6 δις €, ενώ η Ολλανδία με μέγεθος λιγότερο από το διπλάσιο της Πελοποννήσου αφενός μεν παράγει περισσότερα προϊόντα, περί τα 15 δις €, αφετέρου εξάγει πάνω από 100 δις € (γράφημα).

Εν τούτοις, όταν αναφερόμαστε στην ελληνική ναυτιλία, αντιμετωπίζουμε μία έντονα αρνητική κριτική – λόγω του ότι οι περισσότεροι ισχυρίζονται πως οι Έλληνες πλοιοκτήτες δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την πατρίδα τους, προτιμούν τις ξένες σημαίες επειδή είναι φθηνότερες, απασχολούν αλλοδαπούς στα πλοία τους, έχουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό κοκ. Εκτός του ότι δεν γνωρίζουν το πολύ μεγάλο ύψος του ναυτιλιακού συναλλάγματος, έχουμε την άποψη πως η αιτία αυτής της αντιμετώπισης των εφοπλιστών είναι κυρίως η ζηλοφθονία – η οποία είναι ανέκαθεν το χαρακτηριστικό της «φυλής» μας που δυστυχώς πληρώναμε και πληρώνουμε πανάκριβα. Αντί λοιπόν να χαίρονται οι Έλληνες που η ναυτιλία τους είναι η πρώτη παγκοσμίως (γράφημα), με μερίδιο 50% στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να την έχουν απόλυτη ανάγκη και να εξαρτώνται από αυτήν ακόμη και οι Γερμανοί, αντιμετωπίζουν εχθρικά τους πλοιοκτήτες.

Στα πλαίσια αυτά, εάν δεν αλλάξουμε ριζικά αντιλήψεις, μεταξύ των οποίων αυτές στα σχόλια του άρθρου μας «Η υφαρπαγή της Ελλάδας», παύοντας να θεωρούμε ως λύση των προβλημάτων μας τους ξένους, θα παραμείνουμε γερμανική αποικία στο διηνεκές – μετατρεπόμενοι σε εξαθλιωμένους σκλάβους χρέους που όμως θα είναι ευχαριστημένοι, επειδή δεν θα υπάρχουν κάποιοι συμπατριώτες τους που θα φθονούν!

Τέλος, είναι επίσης παράλογο να ισχυριζόμαστε πως η Ελλάδα είναι μία μικρή χώρα αφού, εάν συμπεριλάβουμε στη χερσαία τη θαλάσσια έκταση της, η οποία είναι ακόμη πιο πολύτιμη με τον υπόγειο πλούτο που κρύβει σήμερα, θα διαπιστώσουμε πως η πατρίδα μας δεν είναι μικρότερη από τη Γαλλία – οπότε πως μόνο το μυαλό μας είναι μικρό, επειδή θυσιάζουμε το όραμα που θα έπρεπε να έχουμε στο βωμό της ζηλοφθονίας. Προτιμούμε δηλαδή να διώχνουμε τα παιδιά μας στο εξωτερικό και να κακολογούμε τους επιτυχημένους Έλληνες, αντί να μεγαλουργούμε – κάτι που μας καθιστά έρμαιο των εκάστοτε ξένων συμφερόντων.

Στα πλαίσια αυτά, όταν ξεπουλάμε τα αεροδρόμια μας με σκανδαλώδεις συμβάσεις, όταν θέλουμε να εκποιήσουμε τη ΔΕΗ σημερινής χρηματιστηριακής αξίας 313,2 εκ. € όταν τα πάγια περιουσιακά της στοιχεία είναι πάνω από 15 δις € και η πορτογαλική ΔΕΗ κοστίζει 11,5 δις € επειδή δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε σωστά ή/και να βάλουμε στη θέση τους τους όποιους διεφθαρμένους συνδικαλιστές της, όταν ξεπουλάμε τον ΟΤΕ, τον ΟΠΑΠ, τη Μακεδονία, τα λιμάνια, τα νερά, τη ΔΕΠΑ, τη ΔΕΣΦΑ κοκ., δεν είμαστε αδύναμοι ως χώρα, αλλά άχρηστοι ως κυβερνήσεις και Πολίτες – οπότε για αυτό ακριβώς πρέπει να κακολογούμε τον εαυτό μας και όχι για τη σπατάλη ή τα ελλείμματα μας.

Ο μύθος της μη ανταγωνιστικότητας

Συνεχίζοντας τώρα σε έναν επόμενο μεγάλο μύθο, με τον οποίο μας χειραγωγούν, τη μη ανταγωνιστικότητα μας δηλαδή, υπενθυμίζουμε πως παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις, η Ελλάδα είναι μία χώρα με έναν πολύ μεγάλο και εξαιρετικά ανταγωνιστικό εξαγωγικό τομέα – εάν τον εξετάσει κανείς από μία εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.

Ο εμπορικός στόλος της είναι ο μεγαλύτερος και παραγωγικότερος σε ολόκληρο τον πλανήτη, το νούμερο ένα μετά τη δεκαετία του 1970. Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός της κατέχει μία εξαιρετικά επιτυχημένη, ισχυρή θέση εντός της Ευρώπης – έχοντας εξελιχθεί μετά το 2000 από μαζικό σε ποιοτικό τουρισμό, με πολύ ανταγωνιστικές τιμές στα ανώτερα, ιδίως δε στα ανώτατα τιμολογιακά επίπεδα.

Εύλογα βέβαια, αφού καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει τόσα νησιά, τέτοιο φυσικό κάλλος, καθώς επίσης το πλήθος και την ποιότητα των πολιτιστικών της μνημείων – τα οποία είναι ακόμη ανεκμετάλλευτα σε μεγάλο βαθμό. Φυσικά δε ο τουριστικός μας τζίρος θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλότερος, εάν τον αντιμετωπίζαμε ως μία εξειδικευμένη «Boutique» – κάτι που ισχύει επίσης για τον αγροτικό μας τομέα, στον οποίο οι προοπτικές μας είναι εξαιρετικά μεγάλες.

Περαιτέρω, από το 1999 έως το 2008 η Ελλάδα γνώρισε μία εξαγωγική έκρηξη, όσο καμία άλλη χώρα της δυτικής Ευρώπης, με εξαίρεση μόνο τη Νορβηγία – επιτυγχάνοντας ισχυρότατες εξαγωγικές επιδόσεις, οι οποίες δεν συγκρίνονται με κανένα άλλο κράτος.

Στην πραγματικότητα δε, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν έως το 2008 περισσότερο πλεονασματικό από αυτό της Γερμανίας, παρά το ότι δεν απεικονιζόταν στα επίσημα στατιστικά στοιχεία – οφειλόμενο κυρίως στη ναυτιλία της, η οποία αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, μετά το 1960.

Συνεχίστε στη δεύτερη σελίδα

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!