Δεκαπέντε Αιτήματα για τα ΑμεΑ

  1. Ζητάμε κατάργηση του νέου τρόπου αξιολόγησης της αναπηρίας βάσει της λειτουργικότητας (ενός αφανούς ICF που τέθηκε σε εφαρμογή με τον πρόσφατο ν. 4512/2018, άρθρο 215, κατ’ απαίτηση των δανειστών προκειμένου να μειωθεί η κρατική δαπάνη για τις προνοιακές παροχές μειώνοντας σκόπιμα τον αριθμό των δικαιούχων). Επίσης, ζητάμε κατάργηση του ειδικού  ερωτηματολογίου WHODAS 2.0, βάσει Υ.Α. Αριθμ. Δ12/Γ.Π.οικ.2738/36 (ΦΕΚ Β’ 57/18-1-2018), το οποίο είναι ένα ερωτηματολόγιο δώδεκα (12) ερωτήσεων που εξετάζουν τη λειτουργικότητα του ΑμεΑ – ενώ δημιουργήθηκε ως βασικό εργαλείο του ICF, το οποίο εφαρμόστηκε κατ’ απαίτηση των δανειστών.

    Υπενθυμίζουμε ότι το ICF είναι ένα σύστημα Διεθνούς Ταξινόμησης της Λειτουργικότητας, της Αναπηρίας και της Υγείας, το οποίο δημιουργήθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Είναι ένα νέο επιστημονικό εργαλείο, το οποίο «παντρεύει» το ιατρικό και το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας.  Το ICF δεν φτιάχτηκε μόνο με το σκεπτικό να αξιολογούνται οι ανάπηροι που ζητάνε οικονομικές παροχές, αλλά δημιουργήθηκε για να συγκεντρωθούν όλες αυτές οι πληροφορίες και τα στοιχεία που θα βοηθήσουν στο να εξελιχτεί το κοινωνικό περιβάλλον (κοινωνία, εργασία, εκπαίδευση, οικογένεια, δομές δημόσιας υγείας, επαγγελματίες υγείας, κτλ.) και να γίνει πιο λειτουργικό για τους αναπήρους, διότι έχει αποδειχθεί ότι ένας ανάπηρος μέσα σε ένα λειτουργικό περιβάλλον μπορεί να γίνει πιο λειτουργικός.

Αντιθέτως, μέσα σε ένα περιβάλλον μεγάλης ανεργίας ο ανάπηρος θα γίνει ακόμα πιο άνεργος.

Παρομοίως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μέσα σε ένα φτωχό περιβάλλον ο ανάπηρος θα γίνει ακόμα πιο φτωχός.  Κατά άδικο τρόπο λοιπόν, τα ποσοστά αναπηρίας και η αξιολόγηση βάσει της λειτουργικότητας δημιουργήθηκαν για να αξιολογούν μόνο τον ανάπηρο χωρίς να λαμβάνουν υπόψη όμως και την «αναπηρία της λειτουργικότητας» του κοινωνικού περιβάλλοντος που ζει1.

Επίσης, το ICF όταν δημιουργήθηκε από τον ΠΟΥ αποσκοπούσε στο να βελτιωθούν οι παροχές υγείας.

Επισημαίνουμε λοιπόν ότι το ICF δεν δημιουργήθηκε με το σκεπτικό να χρησιμοποιηθεί από κράτη που διανύουν περίοδο οικονομικής ύφεσης.

Το ICF δεν δημιουργήθηκε για να γίνεται εκτίμηση μόνο της ατομικής λειτουργικότητας ενός ΑμεΑ, αλλά πρέπει να γίνεται εκτίμηση και της λειτουργικότητας από την πλευρά του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Δηλαδή, δεν πρέπει να «βαθμολογείται» μόνο ο ανάπηρος για τη μειωμένη λειτουργικότητά του, αλλά πρέπει να συνεκτιμώνται και τα εμπόδια που του βάζει η κοινωνία και το περιβάλλον στο οποίο ζει, κινείται, εργάζεται και σπουδάζει.

Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι παρά τις υποσχέσεις εκ μέρους του Υπουργείου Εργασίας ότι δεν θα υιοθετηθεί από την ελληνική νομοθεσία το ICF, τελικά νομοθετήθηκε, αλλά χωρίς όνομα, παρά μόνο με την υιοθέτηση του εργαλείου του ICF, WHO DAS0, προκειμένου να μην γίνει αντιληπτό στο ευρύ κοινό.

  • 1Συχνά οι περιορισμοί στη δραστηριότητα αποδίδονται αποκλειστικά σε συνέπειες των βλαβών, ενώ ουσιαστικά απορρέουν από τον μισαναπηρισμό (τουλάχιστον εν μέρει, αν όχι ολοκληρωτικά).

   Από το βιβλίο «Η Αναπηρία στην Ελλάδα της Κρίσης» της καθηγήτριας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κυρίας Παναγιώτα Καραγιάννη, Μάιος 2017.

  1. Ζητάμε να γίνονται οι προσλήψεις των ΑμεΑ στο Δημόσιο μέσω του ΑΣΕΠ με προτεραιότητα προσλήψεων στις χρόνιες και στις ισόβιες αναπηρίες.Επίσης, ζητάμε τακτικές προσλήψεις για ΑμεΑ, κάθε έτος, μέσω του ν. 2643/98.

 Όπως ήδη γνωρίζετε, ο Ν. 4440/2016, με το άρθρο 25, παρ. 1,  τροποποίησε την παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (νόμος περί ΑΣΕΠ) έτσι ώστε να συμπεριληφθούν νέα μέτρα και πολιτικές που θα προστατεύουν ουσιαστικά την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία και των μελών των οικογενειών τους, όπως ισχύει και για άλλες ευάλωτες κατηγορίες του πληθυσμού.

Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΠ.1/570/οικ.3824/03-02-2017, η οποία ορίζει το δικαιολογητικό αναπηρίας στο πιστοποιητικό από ΚΕ.Π.Α. (Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας), ή από τις υγειονομικές επιτροπές των στρατιωτικών και των σωμάτων ασφαλείας (ΑΣΥΕ, ΑΝΥΕ, ΑΑΥΕ, κτλ.), το οποίο αρκεί να είναι σε ισχύ, σε αντίθεση όμως με την περίπτωση ανάπηρου τέκνου τρίτεκνης οικογένειας, στο οποίο απαιτείται η αναπηρία του να έχει κριθεί ισοβίως – πράγμα που ενδεχομένως δημιουργεί άνιση μεταχείριση  μεταξύ ανάπηρου τρίτεκνης οικογένειας και των υπόλοιπων ΑμεΑ.

Σ’ αυτό το σημείο επιθυμούμε να σας επιστήσουμε την προσοχή καθώς δεν φαίνεται να έχει ληφθεί υπόψη η παράγραφος 5, άρθρου 14, του ν. 2190/1994, (η αμέσως προηγούμενη της παραγράφου 6) στην οποία αναφέρεται:

«5. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις για τα προστατευόμενα άτομα (Ν. 1648/1986), όπως εκάστοτε ισχύουν.»

 Απ’ όσο γνωρίζουμε, οι διατάξεις του ν.1648/1986 έχουν καταργηθεί (αντικατασταθεί) από τον Ν.2643/1998, «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις», τον οποίο βεβαίως λαμβάνει υπόψη της η ανωτέρω υπουργική απόφαση. Βεβαίως, τόσο ο Ν.1648/1986 όσο και ο Ν.2643/1998 προβλέπουν το ίδιο πράγμα όσον αφορά τα προστατευόμενα πρόσωπα και συγκεκριμένα, ο Ν. 2643/98, με το άρθρο 1 προβλέπει:

Άρθρο 1 «Προστατευόμενα πρόσωπα»

  1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:

α. …

β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον , που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).

  Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι η διάταξη του νόμου αναφέρεται σε χρόνια πάθηση, προϋπόθεση που κατέστησε απαραίτητη τις διατάξεις της με αρ.47852/2416/16-12-2014 (ΦΕΚ 3408/τ.Β΄/18-12-2014) απόφασης Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του «Πίνακα Παθήσεων/Βλαβών χαρακτηρισμένων ως χρόνιων και ταυτόχρονα επιφερουσών στον πάσχοντα περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση, αποκλειστικά για τις ανάγκες του ν.2643/1998».

 Επομένως, εκτιμούμε ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί απαραίτητα στην ανωτέρω υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε από τις υπηρεσίες σας, η προϋπόθεση της χρονιότητας στις παθήσεις των ΑμεΑ με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω.

Η θέση μας είναι ότι στο Δημόσιο θα πρέπει να προσλαμβάνονται ως μόνιμοι υπηρεσιακοί υπάλληλοι κατά προτεραιότητα τα άτομα με χρόνιες και ισόβιες αναπηρίες που επιφέρουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση ενώ οι παθήσεις τους δεν επιδέχονται περαιτέρω διόρθωσης ή βελτίωσης.

 

  1. Ζητάμε ευθυγράμμιση – για ίση μεταχείριση των ΑμεΑ – στις μικρές συντάξεις αναπηρίας με τα προνοιακά επιδόματα, τόσο όσον αφορά το ύψος των ποσών στις οικονομικές παροχές όσο όμως και τη δυνατότητα πρόσβασης στις κοινωνικές παροχές όπως είναι π.χ. το ΚΕΑ (Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης).Η ευθυγράμμιση αυτή θα πρέπει να γίνει προς τα πάνω, δηλαδή προς το συμφερότερο ποσό.Π.χ. Δεν είναι δίκαιο, δύο ΑμεΑ, με την ίδια πάθηση και το ίδιο ποσοστό αναπηρίας, το ένα, ως νοικοκυριό του ενός ατόμου, να δικαιούται ένταξη στο πρόγραμμα του ΚΕΑ επειδή λαμβάνει προνοιακό επίδομα αναπηρίας 300 ευρώ, ενώ ένα άλλο, αντίστοιχα, που είναι συνταξιούχος με 300 ευρώ σύνταξη, να μην δικαιούται να ενταχθεί στο πρόγραμμα του ΚΕΑ.

    Επίσης, δεν είναι δίκαιο, για δύο ΑμεΑ, με την ίδια πάθηση και το ίδιο ποσοστό αναπηρίας, το ένα να λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας π.χ. 480 ευρώ ενώ το άλλο να λαμβάνει κάποιο προνοιακό επίδομα ύψους 500-700 ευρώ χωρίς να έχει ούτε ένα ένσημο επειδή δεν εργάστηκε ποτέ.  Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι σαν να τιμωρείται αυτός που εργάστηκε, πράγμα που αποτρέπει τα ΑμεΑ από την απασχόληση.

  2. Επιτέλους να εκδοθεί η περιβόητη κάρτα αναπηρίας!
    Έχει θεσπιστεί εδώ είκοσι δύο (22) χρόνια με τον ν. 2430/1996 ενώ δεν έχει εφαρμοστεί παρά μόνο πιλοτικά στη Λάρισα.

    Τα ΑμεΑ εκτιμάται ότι είναι το 10% της κοινωνίας, δηλαδή περίπου ένα εκατομμύριο πολιτών και προκειμένου να μπορούν να εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ιδιωτικές όπως π.χ. είναι οι τράπεζες, θα πρέπει να προστατεύονται τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της υγείας τους, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν πρέπει να επιδεικνύουν τις αποφάσεις αναπηρίας τους στους υπαλλήλους που θα τους εξυπηρετήσουν.
  3. Ζητάμε να αναγνωριστεί ότι συντελείται παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος των ΑμεΑ και των ατόμων με σοβαρές και χρόνιες παθήσεις κάθε φορά που παραβιάζεται η αντικαπνιστική νομοθεσία, όπως και οι κανονισμοί περί υγιεινής και ασφάλειας για τους εργαζόμενους, με το παθητικό κάπνισμα μέσα σε δημόσια κτίρια, χώρους εργασίας κτλ.

  Το κάπνισμα, ενεργητικό και παθητικό, στέλνει όλο και περισσότερους ανθρώπους στα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας και στα νεκροταφεία… ενώ δεν έχει κανένα νόημα να διευκολύνεται η προσβασιμότητα στους χώρους αυτούς όταν παρεμποδίζεται, ουσιαστικά απαγορεύεται, η παραμονή τους στους χώρους αυτούς, καθώς και η χρήση των χώρων αυτών – αφού εμφανίζουν το φαινόμενο του «άρρωστου κτιρίου» λόγω της τοξικότητας του αέρα μέσα σ’ αυτούς – κάθε φορά που κάποιος καπνίζει παραβιάζοντας την αντικαπνιστική νομοθεσία ή και τους κανόνες περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων.

Άλλωστε, οι ασθματικοί, οι καρκινοπαθείς, οι καρδιοπαθείς, οι αλλεργικοί, τα άτομα με σοβαρές και χρόνιες παθήσεις (καρδιαγγειακά και αναπνευστικά προβλήματα, ΧΑΠ, κτλ.), τα άτομα με σοβαρές αναπηρίες που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε λοιμώξεις και τα άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα  ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες που βλάπτονται περισσότερο από τον καπνό του τσιγάρου.

  Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όταν το παθητικό κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί την πρωτιά στην ελληνική πραγματικότητα παραβιάζονται οι ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ – ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ, νόμος 4488/2017, των οποίων σκοπός είναι η άρση των εμποδίων που δυσχεραίνουν την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ) στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

Συνέχεια στη σελίδα 3