Εάν πραγματικά θέλουμε, μπορούμε – The Analyst

Εάν πραγματικά θέλουμε, μπορούμε

Email this page.
Print Friendly, PDF & Email

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα δικό της σχέδιο και ένα παραγωγικό μοντέλο βασισμένο στους τομείς που διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όπως είναι ο πρωτογενής με τη μεταποίηση του – καθώς επίσης ριζικές λύσεις για τα προβλήματα της που να εξαρτώνται από την ίδια (ηχητικό)

.

«Γιατί δεν κάνει κάτι πρακτικό το κράτος, όπως θα ήταν για παράδειγμα η ίδρυση εταιρειών διαχείρισης κόκκινων δανείων από το ίδιο ή από τους δήμους και τις περιφέρειες του, έτσι ώστε να αγοράζουν τα ακίνητα στο 40% και να τα προσφέρουν στους ιδιοκτήτες τους κουρεμένα ανάλογα;

Προφανώς για τον ίδιο λόγο που κατάφερε να απαξιώσει τη μεγαλύτερη επιχείρηση της χώρας, τη ΔΕΗ – μία εταιρεία που θα ήταν για οποιονδήποτε άλλο αδύνατον να λειτουργήσει ζημιογόνα, αφού έχει το μονοπώλιο του ηλεκτρισμού, καθώς επίσης εξαιρετικά φθηνές πρώτες ύλες, όπως ο λιγνίτης και τα υδροηλεκτρικά».

.

Ανάλυση

Αναφερθήκαμε στον πρωτογενή τομέα περιληπτικά (ανάλυση), στηριζόμενοι σε έρευνες και αναφορές Ελλήνων που γνωρίζουν το χώρο – ενώ υπάρχουν πολύ περισσότερες από εξαιρετικούς επιστήμονες και από έμπειρους αγρότες, στις οποίες δεν δίνεται καμία σημασία. Δυστυχώς τόσο η πολιτική, όσο και γενικότερα η χώρα, δεν ασχολούνται με τα πραγματικά μας προβλήματα, με το παραγωγικό μοντέλο που πρέπει να υιοθετήσουμε προσαρμοσμένο στη σύγχρονη εποχή, με τις τεράστιες δυνατότητες μας και με την εξυγίανση της οικονομίας μας – αλλά με δευτερεύοντα θέματα και με κενές διαμαρτυρίες που δεν οδηγούν πουθενά.

Ακόμη χειρότερα δεν ξέρουμε τι θέλουμε, ούτε καν στο θέμα του δημοσίου χρέους που ασφαλώς δεν είναι βιώσιμο, κρίνοντας από το ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πρόταση διαγραφής, ελάφρυνσης ή οτιδήποτε άλλο εκ μέρους της κυβέρνησης, της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή των υπολοίπων κομμάτων – ενώ φυσικά δεν μπορούμε να μιλάμε για το χαρακτηρισμό του ως επαχθές, απαιτώντας τη συνολική διαγραφή του, αφού

(α) δεν τεκμηριώνεται από τις συνθήκες δημιουργίας του, με κριτήριο τη διεθνή εμπειρία (ανάλυση) και

(β) έχει μεταφερθεί με την εκούσια εκ μέρους μας υπογραφή του PSI σε νέους δανειστές, οι οποίοι προφανώς δεν έχουν καμία σχέση με τους προηγουμένους κατόχους των ομολόγων μας.

Εκτός αυτού, αντί να επιλύουμε ριζικά τα προβλήματα μας, συνεχίζουμε να τα κρύβουμε κάτω από το χαλί, αναβάλλοντας τα για το μέλλον – όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του «νόμου Κατσέλη», ο οποίος δεν προκάλεσε μόνο προβλήματα στις τράπεζες αλλά, κυρίως, στους ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων.

Ειδικότερα, με το συγκεκριμένο νόμο δεν λύθηκε το πρόβλημα, αλλά απλά αναβλήθηκε η εξυπηρέτηση των ενυπόθηκων δανείων για το μέλλον – με την ταυτόχρονη αύξηση τους λόγω των συσσωρευμένων τόκων, κανονικών και υπερημερίας. Έτσι, εάν κάποιος είχε ένα σπίτι με αγοραία τιμή 100.000 € το 2011 και χρωστούσε 80.000 €, οπότε ήταν σε θέση να εξοφλήσει το δάνειο του πουλώντας το σπίτι και να του περισσέψουν 20.000 €, σήμερα το σπίτι του έχει αγοραία τιμή 50.000 € και χρωστάει 100.000 € – οπότε θα χάσει το σπίτι του κάποια στιγμή και θα μείνει χρεωμένος με 50.000 € στην τράπεζα! Ποιά η ωφέλεια λοιπόν του πολυσυζητημένου νόμου του κόμματος που οδήγησε την Ελλάδα στο ΔΝΤ; Δεν προκάλεσε μία ακόμη ανυπολόγιστη καταστροφή;

Σε αντίθεση με εμάς, η Ουγγαρία κούρεψε ουσιαστικά ένα μέρος των προβληματικών δανείων των νοικοκυριών σε ξένο συνάλλαγμα, κατά περίπου 30% (ανάλυση) – αναγκάζοντας τις τράπεζες να επιβαρυνθούν με τις ζημίες, με την επίκληση του γεγονότος ότι, δεν έχει μόνο ο οφειλέτης ευθύνη για τα δάνεια του αλλά, επίσης, ο δανειστής. Επί πλέον, περιόρισε τους πλειστηριασμούς στο 3% ετησίως και έδωσε τη δυνατότητα στα νοικοκυριά να εξυπηρετούν τα χρέη τους έως το 2016, με ένα ειδικό καθεστώς.

Στην Ελλάδα τώρα τα ενυπόθηκα δάνεια πωλούνται από τις ελληνικές τράπεζες στα κερδοσκοπικά κεφάλαια το ανώτατο στο 40% της αξίας τους – ενώ δεν επιβάλλεται από το κράτος η αντίστοιχη προσφορά στους ιδιοκτήτες τους, επειδή δήθεν υπάρχει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου (moral hazard, επεξήγηση). Με τον τρόπο αυτό ενοχοποιείται μόνο ο οφειλέτης και όχι ο δανειστής, χωρίς να δίνεται καμία σημασία στο ανάλογο ετεροβαρές ρίσκο των τραπεζών, όπου άλλος αναλαμβάνει τα ρίσκα και άλλος πληρώνει (ανάλυση) – ένα εκ των αποτελεσμάτων του οποίου ήταν η διάσωση των τραπεζών με 40 δις € που επιβάρυναν τους φορολογουμένους, παρά τον αφελληνισμό τους.

Εν προκειμένω, γιατί δεν κάνει κάτι πρακτικό το κράτος, όπως θα ήταν για παράδειγμα η ίδρυση εταιρειών διαχείρισης κόκκινων δανείων από το ίδιο ή από τους δήμους και τις περιφέρειες του, έτσι ώστε να αγοράζουν τα ακίνητα στο 40% και να τα προσφέρουν στους ιδιοκτήτες τους κουρεμένα ανάλογα; Προφανώς για τον ίδιο λόγο που κατάφερε να απαξιώσει τη μεγαλύτερη επιχείρηση της χώρας, τη ΔΕΗ – μία εταιρεία που θα ήταν για οποιονδήποτε άλλο αδύνατον να λειτουργήσει ζημιογόνα, αφού έχει το μονοπώλιο του ηλεκτρισμού, καθώς επίσης εξαιρετικά φθηνές πρώτες ύλες, όπως ο λιγνίτης και τα υδροηλεκτρικά. Κάτι ανάλογο ισχύει για την ΕΥΔΑΠ, την ΕΥΑΘ κοκ., σε μία εποχή που το νερό ανάγεται σε μπλε χρυσό – επειδή ο πλανήτης σύντομα θα αντιμετωπίσει προβλήματα με τους υδάτινους πόρους του (άρθρο).

Ολοκληρώνοντας, νομίζουμε ότι πρέπει να σταματήσει η ανοησία περί καθαρής εξόδου στις αγορές μίας χρεοκοπημένης χώρας, σε τρισχειρότερη οικονομική κατάσταση και χωρίς κανένα παραγωγικό μοντέλο – ενός κράτους που παραδόξως οι οικονομικοί δείκτες του είναι καλύτεροι όταν παραμένει στάσιμο, απονεκρωμένο, αφού όταν αναπτύσσεται αυξάνονται τα ελλείμματα των ισοζυγίων του λόγω της μεγάλης εξάρτησης του από τις εισαγωγές.

Πρέπει επίσης να σταματήσουν τα κυβερνητικά «ολιστικά σχέδια» που προτείνουν θεωρητικά την αύξηση των μισθών όταν μειώνονται συνεχώς, χωρίς να τη συνδέουν με την παραγωγικότητα των εργαζομένων – η οποία δεν εξαρτάται βέβαια μόνο από τους ίδιους αλλά, επίσης, από τις επενδύσεις.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα δικό της σχέδιο και ένα νέο παραγωγικό μοντέλο βασισμένο κυρίως στους τομείς που διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα (όπως είναι ο πρωτογενής με τη μεταποίηση του), καθώς επίσης ριζικές λύσεις για τα προβλήματα της που να εξαρτώνται από την ίδια – μεταξύ των οποίων σε σχέση με το δημόσιο χρέος (πρέπει να γνωρίζουμε επακριβώς σήμερα τι είναι διατεθειμένοι να δεχθούν οι δανειστές και τι θέλουμε εμείς), με το ιδιωτικό χρέος, με το ασφαλιστικό, με τις ιδιωτικοποιήσεις των κοινωφελών επιχειρήσεων κοκ.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως δεν έχει προβλήματα η Ευρωζώνη, ειδικά από τότε που μετατράπηκε σε γερμανική – ή πως είμαστε σε θέση να αφομοιώσουμε μία νομισματική πολιτική που είναι ακριβώς αντίθετη από αυτήν που χρειαζόμαστε. Δεν είναι όμως σωστό να παραμένουμε μόνο σε διαπιστώσεις, χωρίς να προτείνουμε ρεαλιστικές λύσεις – πολλές από τις οποίες εξαρτώνται από εμάς, όπως είναι ο σχεδιασμός του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας του αύριο, το οποίο μπορούμε να πετύχουμε σε κάποιο βαθμό, αρκεί να θελήσουμε πραγματικά να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα. Ακολουθεί η σημερινή ραδιοφωνική συνομιλία του κ. Σαχίνη με τον κ. Βιλιάρδο:

Ανοιχτή Συνδρομή
Εμείς την ορεξη και την εργατικότητα την έχουμε. ‘Οραμα διαθέτουμε. Γνώσεις αρκετές. Στηρίξτε τη προσπάθειά μας να γίνουμε ο καταλύτης, για τη συλλογική εξέλιξη της κοινωνίας και της χώρας μας.
*Σχεδιάζουμε να "ανταμείψουμε" τους Συνδρομητές μας σύντομα για την υποστήριξή τους.
Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×