Είναι προφανές τώρα το ότι, οι Έλληνες δεν γνώριζαν εάν η συγκεκριμένη κυβέρνηση θα μπορούσε να εφαρμόσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις – πόσο μάλλον εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωζώνης, από την οποία η συντριπτική πλειοψηφία δεν θέλει να φύγει.
Σοφά όμως επέλεξαν την αλλαγή αφού η προηγούμενη κυβέρνηση, τους είχε εντελώς απογοητεύσει – κάτι που δυστυχώς είναι σωστό, κατά την άποψη πολλών, παρά το ότι δεν φαίνεται να το κατανοεί ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποχωρώντας ως οφείλει από την ηγεσία του κόμματος του, για το καλό της χώρας.
Συνεχίζοντας, επειδή η κυβέρνηση είναι μόλις τρεις μήνες στην εξουσία, δεν μπορεί ακόμη να ισχυρισθεί κανείς πως δεν τα κατάφερε – αφού είναι ασφαλώς απαραίτητο ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, για να εφαρμόσει την πολιτική που έχει εξαγγείλει.
Μπορεί βέβαια να ανησυχεί και να αγωνιά κανείς, διαπιστώνοντας πως ο χρόνος περνάει χωρίς κανένα αποτέλεσμα, ενώ η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώνεται διαρκώς – πρέπει όμως ταυτόχρονα να αναρωτιέται ποιά μέσα έχει πραγματικά στη διάθεση της η κυβέρνηση, για να τα καταφέρει.
Στα πλαίσια αυτά, τα θεσμικά και διοικητικά μέτρα που ανακοινώνει ή αποφασίζει δεν φτάνουν, αφού για να οδηγηθεί η χώρα στην έξοδο από την αποπληθωριστική ύφεση (depression), χρειάζεται χρήματα – κεφάλαια τα οποία δεν έχει στη διάθεση της.
Η κυβέρνηση προφανώς το γνωρίζει επειδή, αν και φαίνεται πως έχει αναιρέσει το «θεμέλιο λίθο» της πολιτικής της, τη διαγραφή χρέους, συνεχίζει να «απαιτεί» την αναδιάρθρωση του, καθώς επίσης τον περιορισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος που επιβάλλει η τρόικα – έτσι ώστε να χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια που τότε θα εξοικονομούνταν, για την επίτευξη των άλλων στόχων της (αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, ανάπτυξη κοκ.).
Ταυτόχρονα, προσπαθεί να συμμετέχει στο ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα που έχει ανακοινώσει η Κομισιόν για ολόκληρη την Ευρωζώνη, να χρηματοδοτηθεί από τρίτους (Κίνα, Ιράν, Ρωσία), καθώς επίσης να αυξήσει τα δημόσια έσοδα – περιορίζοντας τη φοροδιαφυγή, υιοθετώντας ευεργετικά μέτρα για την πληρωμή των παλαιών φόρων κοκ.
Όμως, από την άλλη πλευρά, όταν περιορίζεται συνεχώς η ποσότητα χρήματος της χώρας, ενώ η κυβέρνηση απορροφά ολόκληρη τη ρευστότητα των τραπεζών, η άρνηση της να υιοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας, λόγω της ύφεσης που προκαλούν, είναι άνευ νοήματος – αφού η έλλειψη χρημάτων στην αγορά προκαλεί μία πολύ μεγαλύτερη ύφεση, συγκριτικά με όλα τα υπόλοιπα.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η αντιστρόφως ανάλογη εξέλιξη της ποσότητας χρήματος στην Ελλάδα (γαλάζια γραμμή, αριστερή στήλη) και στην Ισπανία – γεγονός που τεκμηριώνει τις τρομακτικές πιέσεις που δέχεται τόσο η ελληνική οικονομία, όσο και η κυβέρνηση της χώρας, από τη συνεχώς κλιμακούμενη μείωση της ρευστότητας.
.

.
Στα πλαίσια αυτά, ότι και να κάνει μόνη της η κυβέρνηση δεν φτάνει, δεν είναι αρκετό και δεν αποδίδει δηλαδή, χωρίς τη συνεργασία των εταίρων της – επειδή η Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιπες χώρες, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, έχει χάσει τη δυνατότητα να αντιδρά δημοσιονομικά απέναντι σε οικονομικές κρίσεις, ενώ είναι υποχρεωμένη να σέβεται τις «μονεταριστικές» της υποχρεώσεις.
.
Η εξάρτηση της Ελλάδας
Ειδικότερα όλα τα κράτη της Ευρωζώνης, λόγω του απαράδεκτου θεσμικού σχεδιασμού του ευρώ, είναι απολύτως εξαρτημένα από την προθυμία των διεθνών αγορών κεφαλαίου να τα χρηματοδοτήσουν – ενώ μπορούν να χρεοκοπήσουν, όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, χωρίς όμως να έχει θεσμοθετηθεί ένας αντίστοιχος πτωχευτικός κώδικας.
Οι άλλες χώρες, όπως η Δανία, η Αυστραλία, η Ελβετία κοκ., δεν έχουν αυτό το πρόβλημα – επειδή οι κεντρικές τους τράπεζες εγγυώνται απολύτως την αποπληρωμή των χρηματικών υποχρεώσεων τους στο δικό τους νόμισμα, απέναντι σε τρίτους. Ακριβώς για το λόγο αυτό η Ιαπωνία, με δημόσιο χρέος που πλησιάζει το 250% του ΑΕΠ της, δεν έχει κανένα πρόβλημα όσον αφορά τη χρηματοδότηση της – ενώ η Ελλάδα χρεοκόπησε, με δημόσιο χρέος κάτω από το 130% του ΑΕΠ της.
Η αιτία είναι το ότι, η Ελλάδα δεν έχει δικό της νόμισμα, ούτε δική της κεντρική τράπεζα – επομένως, δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τα πολιτικά της προγράμματα χωρίς τις χρηματαγορές ή τα δάνεια των εταίρων της. Ευρίσκεται λοιπόν στην ίδια ακριβώς θέση με κάποια άλλη, με την Τουρκία για παράδειγμα, η οποία θα έπρεπε να αναχρηματοδοτήσει όλες τις ανάγκες της σε ένα ξένο νόμισμα – όπου από την πράξη γνωρίζουμε πως μία χώρα, με εξωτερικό χρέος που υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ της, κινδυνεύει να χρεοκοπήσει.
Αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος, για τον οποίο προβλέπεται στη συμφωνία του Μάαστριχτ πως το ύψος του χρέους ως προς το ΑΕΠ δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60%, ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού να είναι μικρότερο του 3% – κάτι που δυστυχώς δεν τηρήθηκε από τις χώρες που εισήλθαν στην Ευρωζώνη, ενώ δεν αποτέλεσε προϋπόθεση της υιοθέτησης του ευρώ.
Στα πλαίσια αυτά, εάν η κατάσταση δεν αλλάξει, εάν δηλαδή δεν ενωθεί δημοσιονομικά και πολιτικά η Ευρωζώνη, έτσι ώστε να υπάρχει μία κεντρική τράπεζα χρηματοδότησης όλων των κρατών-μελών της, χωρίς να είναι εντελώς ανοχύρωτα και εκτεθειμένα στις επιθέσεις των αγορών (ευρωομόλογα), θα χρεοκοπεί η μία χώρα μετά την άλλη – οπότε το εξαιρετικά οδυνηρό τέλος της νομισματικής ένωσης είναι δεδομένο και σχεδόν απόλυτα σίγουρο.
