Εάν η υπερδύναμη διστάσει να επέμβει, τότε θα χάσει ένα μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της – ενώ η ενδεχόμενη σύγκρουση στην περιοχή ονομάζεται στις Η.Π.Α. «Το μεγάλο Ένα» (The Big One).
Η αμφίδρομη οικονομική και εμπορική εξάρτηση των δύο μεγαλυτέρων δυνάμεων του πλανήτη, όπου οι Η.Π.Α. δανείζονται τεράστια ποσά από την Κίνα, με την τελευταία να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική αγορά, για την πώληση των προϊόντων της, δεν επιτρέπει να διαταραχθεί εύκολα η «ισορροπία του τρόμου» μεταξύ τους – αν και η Κίνα επεκτείνεται ραγδαία σε άλλες περιοχές, κυρίως στην Ευρώπη, για να περιορίσει την εξάρτηση της, ενώ επιθυμεί παράλληλα να μειώσει τις αγορές αμερικανικών ομολόγων.
.
Η Κίνα
Η απόλυτη ηγεμονία του κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο βέβαια ονομάζεται πια μόνο κατ’ ευφημισμό κομμουνιστικό, οδήγησε τη χώρα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Deng Xiaoping, σε έναν ευρύτατο εκσυγχρονισμό της οικονομίας της – με απόλυτη επιτυχία, όπως εκ των πραγμάτων διαπιστώνεται.
Η επιτυχία αυτή οφείλεται στον εξαιρετικά παραγωγικό δημόσιο τομέα που αποτελεί παραδοσιακά έναν ισχυρότατο μηχανισμό της Κίνας – ο οποίος έχει ρίζες βαθιά στην ιστορία της. Η σημερινή δε κομματική ελίτ είναι πολύ ικανή από τεχνοκρατικής πλευράς, γεμάτη αυτοπεποίθηση και ισχυρή, ενώ θεωρεί τον εαυτό της ιστορική συνέχεια του ένδοξου, πολιτισμένου παρελθόντος της χώρας της.
Αν και η ηγεσία της Κίνας δημιουργεί προσεκτικά ένα δίκτυο φιλικά διακείμενων χωρών, δεν διαθέτει πραγματικούς συμμάχους, όπως οι Η.Π.Α. – ενώ από την εποχή του αυτοκρατορικού κράτους θεωρούσε πώς όλες οι γειτονικές της χώρες κατοικούνταν από βαρβάρους.
Η άνοδος της δε στην περιοχή παρομοιάζεται με αυτήν της γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, η οποία κατέληξε στο τρίτο Ράιχ – σε εκείνη την ηγεμονική δύναμη που ήθελε να επικρατήσει σε ολόκληρη την ήπειρο μας, ενώ φαίνεται να το επιδιώκει ξανά, με άλλα μέσα.
Τα μεγέθη όμως είναι εντελώς διαφορετικά – αφού η Κίνα θεωρείται ως «ο μεγαλύτερος παίχτης στην ιστορία του ανθρώπου», ο οποίος εισήλθε ποτέ στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή – όπως είχε προβλέψει πριν από είκοσι χρόνια ο πρόεδρος της Σιγκαπούρης.
.
Η Ινδία
Η χώρα χαρακτηρίζεται ως ένας «γεμάτος ζωή χαοτικός γίγαντας» – ενώ έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο αγοραστή πολεμικού εξοπλισμού παγκοσμίως, παρά την ανάγκη της να επενδύσει σε άλλους τομείς της οικονομίας της, αφού ο πληθυσμός της ευρίσκεται στα όρια της επιβίωσης.
Η γεωπολιτική της θέση όμως την υποχρεώνει να ενισχύει την άμυνα της – αφού στη βόρεια πλευρά της ευρίσκεται η Κίνα, με την οποία πολέμησε ήδη το 1962, και στη δυτική το Πακιστάν, εχθρικά διακείμενο από τέσσερις πολέμους, καθώς επίσης πυρηνική δύναμη όπως η ίδια. Δίπλα της είναι το Αφγανιστάν, το οποίο θεωρείται πυριτιδαποθήκη, με το Νεπάλ να είναι εξαιρετικά ασταθές – από το Μπανγκλαντές «εισβάλλουν» στην Ινδία εκατομμύρια μετανάστες, ενώ η στρατιωτική παρουσία της στον Ινδικό ωκεανό θεωρείται απαραίτητη.
Στα θετικά της χαρακτηριστικά θεωρείται πως συγκαταλέγεται η αποικιοκρατική της κληρονομιά, η Δημοκρατία δηλαδή, με μία σχετικά μεγάλη κοινωνική συνοχή και με ένα λειτουργικό Κράτος Δικαίου – ενώ η οικονομία της αναλύεται στο άρθρο «Narendra Modi».
Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ακολουθούσε μία ουδέτερη πολιτική, με πρώτη προτεραιότητα την προστασία των δικών της συμφερόντων – ενώ σύντομα θα αναρριχηθεί στην πρώτη θέση από πλευράς πληθυσμού, με ένα αυξανόμενο ΑΕΠ, το οποίο θα την οδηγήσει σε μία καλύτερη οικονομική θέση από τη σημερινή (10η παγκοσμίως). Πιθανότατα δε θα διαδραματίσει έναν σημαντικότερο ρόλο στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, αποτελώντας ένα αντίπαλο δέος για την Κίνα – αν και πολύ δύσκολα θα μπορέσει ποτέ να την ανταγωνιστεί.
.
Η Βραζιλία
Η άλλη χώρα-μέλος των BRICS, θεωρείται από το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών, το οποίο έχει μελετήσει πολύ βαθιά τις δυνατότητες της, ως το κράτος του μέλλοντος. Για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα δε, κάτω από την ηγεσία του προέδρου Lula, η μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής φαινόταν πως είχε αποδεσμευθεί από τα αιώνια δεσμά της, τα οποία την οδηγούσαν από κρίση σε κρίση – ειδικά μετά την άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων, οι εξαγωγές των οποίων πυροδοτούσαν την εσωτερική κατανάλωση, αυξάνοντας το ΑΕΠ της (γράφημα).
.

.
Εν τούτοις η Βραζιλία, το μέγεθος της οποίας είναι αντίστοιχο με αυτό της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας μαζί, ενώ διαθέτει έναν τεράστιο υπόγειο πλούτο, φαίνεται να χάνει ξανά τη δυναμικότητα της – σαν αποτέλεσμα της καταστροφικής γραφειοκρατίας, των υψηλών δασμών και φόρων, του προβληματικού επιχειρηματικού πλαισίου, των υπερβολικών ρυθμιστικών κανόνων, της κρατικής παρεμβατικότητας, της τρομακτικής διαφθοράς, καθώς επίσης των εξαιρετικά ανεπαρκών υποδομών.
Η χώρα θα μπορούσε να αυξήσει δραματικά το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της, διαδραματίζοντας έναν σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή, εάν ήταν πρόθυμη να υιοθετήσει τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία της – κάτι που όμως δεν φαίνεται στον ορίζοντα, επειδή δεν υπάρχει πολιτική βούληση. Φυσικά δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς τα τεράστια «ρήγματα» που προκάλεσε στην οικονομία της η δραστηριοποίηση του ΔΝΤ – όπως διαπιστώνεται και στην Τουρκία, σε μία ακόμη οικονομία που στηρίζεται σε ξύλινα πόδια.
