Στην κατάθλιψη, έχει ουσιαστικά διαταραχθεί η «αρχιτεκτονική του ύπνου». Αναλυτικότερα, ο «REM ύπνος» είναι ένα στάδιο του ύπνου που χαρακτηρίζεται από ταχείες κινήσεις των ματιών – ένα χρονικό διάστημα, εντός του οποίου εμφανίζονται τα περισσότερα όνειρα [3].
Στους καταθλιπτικούς ανθρώπους, ο «ύπνος REM» αρχίζει πολύ ενωρίς, σχεδόν αμέσως μόλις αποκοιμιόνται. Τα συγκεκριμένα άτομα αρχίζουν λοιπόν να ονειρεύονται πολύ πιο γρήγορα. Συνήθως δε, τα «επεισόδια» των ονείρων διαρκούν γενικά περισσότερο, ενώ συμβαίνουν πιο συχνά [2].
Οι ασθενείς με διαταραχές άγχους (φοβίες) διαμαρτύρονται συχνότερα, όσον αφορά τους εφιάλτες. Συνήθως το επίκεντρο των εφιαλτών τους το αποτελούν αντικείμενα, τα οποία σχετίζονται με μια ορισμένη φοβία τους ή με τρομακτικές καταστάσεις. Οι «φοβίες» αυτές αφορούν, για παράδειγμα, τα ζώα, τους κλειστούς χώρους, τα ύψη ή τα βάθη. Ένας άνθρωπος με μια φοβία απέναντι στις αράχνες, βλέπει ανάλογα όνειρα – δηλαδή, βλέπει συχνά όνειρα με περιεχόμενο τις αράχνες.
.
Γιατί βλέπουμε (βιώνουμε) εφιάλτες;
Πάρα πολλοί ειδικοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το μεγάλο μυστήριο. Στα πλαίσια της αγωνιώδους αναζήτησης του σκοπού, τον οποίο έχουν ενδεχομένως οι εφιάλτες, μία σειρά εμπειρογνωμόνων από τον κλάδο της ψυχιατρικής, έχουν διατυπώσει αρκετές υποθέσεις.
Μια από αυτές είναι πως οι φόβοι που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των ονείρων, αντανακλούν στην πραγματικότητα υφιστάμενους φόβους, οι οποίοι ήδη υπάρχουν την ώρα που είμαστε ξύπνιοι. Ονειρευόμαστε δηλαδή τους φόβους που βιώνουμε στην καθημερινότητα μας, όταν δεν κοιμόμαστε.
Αν και οι εφιάλτες μας εμφανίζονται με πολύ παράξενες «εικόνες», πρόκειται μόνο για μια «δημιουργική αντανάκλαση» των πραγματικών μας φόβων. Ως εκ τούτου εάν, για παράδειγμα, φοβόμαστε ότι ένας κλέφτης θα εισβάλλει στο διαμέρισμά μας, ένας εφιάλτης θα «αντικατοπτρίσει», θα αναπαράγει δηλαδή αυτόν ακριβώς τον φόβο.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, τα όνειρα χρησιμεύουν για την «αντιστάθμιση», για την εξισορρόπηση κατά κάποιον τρόπο των επιβαρύνσεων και των φόβων που βιώνουμε, όσο είμαστε ξύπνιοι. Εάν δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία οι επιβαρύνσεις μας, ένας εφιάλτης θα μας υποδείξει τις «αδυναμίες» μας – ενδεχομένως δε να μας αναγκάσει να ασχοληθούμε με τα θέματα που τις προκαλούν (τάσεις άγχους). Σύμφωνα με τον C.G. Jung τα καταπιεσμένα, καθώς επίσης απειλητικά στοιχεία της προσωπικότητας μας αντισταθμίζονται, χρησιμοποιώντας ως μέσον ένα όνειρο.
Κατά μία επόμενη ενδιαφέρουσα υπόθεση, ο εφιάλτης χρησιμεύει στο να καταστεί δυνατό ένα «θεωρητικό δείγμα» των πράξεων μας. Ένας εφιάλτης εξασφαλίζει έτσι μια «διανοητική δοκιμή» ενός πραγματικού αγχωτικού γεγονότος ή ενός προβλήματος.
Στο όνειρο, μπορούμε να δοκιμάσουμε λύσεις που επηρεάζουν τις δράσεις και τις πράξεις μας, έχοντας τη δυνατότητα να διδαχθούμε από τις όποιες αποτυχίες μας, χωρίς να χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε τις πραγματικές τους συνέπειες.
Έτσι, ουσιαστικά πειραματιζόμαστε στο όνειρο. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να ισχυρισθούμε τα εξής: οι εφιάλτες χρησιμεύουν στο να μάθουμε να χειριζόμαστε καλύτερα τους υπάρχοντες φόβους μας, να σκεφτόμαστε εναλλακτικές λύσεις όσον αφορά την επιτυχή αντιμετώπιση απειλητικών καταστάσεων ή συμπεριφορών, καθώς επίσης να κάνουμε δοκιμές που θα μας βοηθήσουν στην πραγματική ζωή [2].
.
Το άγχος και οι εφιάλτες
Όπως έχει ήδη αναφερθεί αρκετές φορές, τα «στρεσογόνα γεγονότα» της ζωής προηγούνται συχνά των εφιαλτών – ενώ το άγχος αυξάνει τη συχνότητα τους [4]. Έχει αποδειχτεί πως όταν κάποιος έχει βιώσει ένα τραυματικό γεγονός ή μια αγχωτική στιγμή πριν από την εμφάνιση των εφιαλτών, θα έλθει αντιμέτωπος με πολύ περισσοτέρους εφιάλτες. Στα «στρεσογόνα γεγονότα» συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το άγχος στα διαγωνίσματα, τα οικογενειακά προβλήματα, η αγωνία όσον αφορά την ασφάλεια της θέσης εργασίας κλπ.
Οι συχνοί εφιάλτες αυξάνουν τις αγχωτικά πολλαπλασιαζόμενες στρατηγικές αντιμετώπισης, σε σχέση με τη «διαχείριση» του άγχους μας. Την ίδια στιγμή, οι εφιάλτες μας περιορίζουν τις αγχωτικά μειούμενες στρατηγικές αντιμετώπισης που έχουμε μάθει, για να αντιμετωπίσουμε το στρες [5].
.
- Διαβάστε το δεύτερο μέρος της ανάλυσης: «Όνειρα, μνήμη και προσωπικότητα«
Βιβλιογραφία
[1] S3-Leitlinie Nicht erholsamer Schlaf/Schlafstörungen der Deutschen Gesellschaft für Schlafforschung und Schlafmedizin (DGSM). In: AWMF online (Stand 2009).
[2] Faust, V. ALPTRÄUME. PSYCHIATRIE HEUTE:Seelische Störungen erkennen, verstehen, verhindern, behandeln. Arbeitsgemeinschaft Psychosoziale Gesundheit.
[3] Oswald, Andrea (2010). Schlaf- und Schlafstörungen bei Patienten auf der Intensivstation. Weiterbildungsstätte für Intensivpflege und Anästhesie und Pflege in der Onkologie. Universitätsklinikum Münster.
[4] Pietrowsky, R. (2011). ALPTRÄUME. Fortschritte der Psychotherapie. Hogrefe-Verlag, Manuale für die Praxis. 85 S.
[5] Pietrowsky, R., Thünker, J. (2011) ALPTRÄUME. Ein Therapiemanual. Hogrefe-Verlag, 106 S.
[6] Psychomeda-Redaktion (2014). Neurotizismus: Überblick. http://www.psychomeda.de/lexikon/neurotizismus.html
[7] Faust, V. (2010). TRÄUME AUS PSYCHOLOGISCHER SICHT. Ein wissenschafts-historischer Rückblick der psychologischen Traum-Forschung. PSYCHIATRIE HEUTE: Seelische Störungen erkennen, verstehen, verhindern, behandeln. Arbeitsgemeinschaft Psychosoziale Gesundheit.
[8] Schredl, M. (2013). Träume: Unser nächtliches Kopfkino. 2. Auflage. Verlag: Springer, Berlin.
.
