Η Πλατωνική αντίληψη
Ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος ήταν θαυμαστής του πολιτεύματος της Σπάρτης. Χαρακτήριζε μάλιστα τη δημοκρατία της ιδιαίτερης πατρίδας του ως «πόλεως νόσημα». «Όλοι έχουν γνώμη. Αλλά έχουν όλοι γνώση για να έχουν γνώμη;» αναρωτιόταν.
Το πρόβλημα είναι ότι η διδασκαλία του, παρά τη βαθιά σοφία της, υπήρξε μία ακόμη μονόπλευρη λογική. Στις αρετές που διδάσκει π.χ. δεν υπάρχει πουθενά η ομαδικότητα, η συγκαταβατικότητα ή η ενσυναίσθηση. Ο κατά την πλατωνική θεωρία και πρακτική δάσκαλος δεν έχει να μάθει τίποτα από τον μαθητή του. Ούτε καν στο πώς να τον διδάσκει.
Κάπως έτσι, με μπόλικη δόση παρανόησης και διαστρέβλωσης, ο Πλάτων κατέληξε να χρησιμοποιείται εκών-άκων ως θεωρητικός του φασισμού. Έφθανε η συμφωνία του με την μονόπλευρη λογική. Η ευθεία αντίθεσή του με την λογική του φασισμού ήταν σε δεύτερη μοίρα – προείχε το «μονόπλευρη».
.
Η Πλατωνική αντίληψη δεν αναγνωρίζει ισάξιες γνώμες. Βλέπει τον διάλογο ως διαδικασία μύησης.
Η Βρετανική κοινοβουλευτική αντίληψη
Ο Βρετανικός ρεαλισμός βρήκε την δική του χρυσή τομή στην ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η ελευθερία εξασφαλιζόταν από την εκλογή αντιπροσώπων και η υπευθυνότητα από τους ίδιους τους αντιπρόσωπους.
Ο σχεδιασμός του συστήματος περιλάμβανε προφανώς και το βρετανικό φλέγμα, την ψυχραιμία. Αλλά σε αυτό συνέτεινε και το μονοεδρικό εκλογικό σύστημα. Ο Βρετανός βουλευτής έχει ποιοτικά διαφορετική προσωπική θέση στο σύστημα, απολογείται προσωπικά στους ψηφοφόρους της περιφέρειάς του. Παρά την κομματική του ένταξη, έχει προσωπική γνώμη. Ουδείς διανοείται να του επιβάλει κομματική πειθαρχία.
.
Η Βρετανική αντίληψη βλέπει τον διάλογο υπό την προϋπόθεση του προσωπικού ήθους.
.
Κάπως έτσι ο Βρετανός βουλευτής διατηρεί την επαφή του με τα απλά. Και κάπως έτσι, το μακρυνό 1990, το Βρετανικό Κοινοβούλιο ξεκαρδιζόταν σύσσωμο με την … γνώμη της Μάργκαρετ Θάτσερ για το ευρώ : “What a good idea !”.
.
Η Ελληνική κοινοβουλευτική αντίληψη
24 ολόκληρα χρόνια μετά, η Έλληνες πολιτικοί δεν έχουν βρει τον χρόνο ή/και το θάρρος να δουν τα απλά. Και αν για την Βρετανία το ευρώ απλώς δεν ήταν «καλή ιδέα», για την Ελλάδα ήταν μία πάρα-πάρα πολύ κακή ιδέα. Μαζί και η ίδια η ένταξη στην τότε ΕΟΚ.
Είναι λεπτομέρεια τα χονδροειδή κατασκευάσματα δημιουργικής λογιστικής που χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των διαβόητων «κριτηρίων ένταξης». Η ουσία είναι ότι το πρόβλημα της Ελλάδας με το ευρώ είναι πολύ ευρύτερο από όσα μπορούν να συμπεριλάβουν οικονομικές αναλύσεις.
Πολλοί δεν είναι σε θέση – ούτε καν εκ των υστέρων – να σταθμίσουν τη διαφορά μεταξύ των λαθών εφαρμογής και των αναπόδραστων θεμελιωδών προβλημάτων. Οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να διακρίνουν ποιο ακριβώς είναι το επιχείρημα που απασχολεί το παρόν άρθρο. Δεν είναι το ότι έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ. Είναι ότι ο πολιτικός διάλογος δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει άποψη για το αν έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ. Χώρια το τι θα κάνουν οι πολιτικοί αν διαπιστώσουν ότι έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ …
Σε θεωρητικό επίπεδο, το πρόβλημα είναι στη σκέψη. Ειδικότερα στη στρατηγική σκέψη, στη διορατικότητα. Και, φυσικά, μονόπλευρη λογική και στρατηγική σκέψη είναι αδύνατον να συμβαδίσουν. Ο καλός στρατηγός θέλει μονόπλευρα την νίκη, αλλά δεν βλέπει μονόπλευρα το πεδίο της μάχης.
Υπάρχει και πρόβλημα στη βαθιά προκατάληψη. Πολλούς δεν τους πείθουν τα απλά επιχειρήματα της Βρετανίδας άλλοτε Πρωθυπουργού γιατί απλώς είναι της Θάτσερ. Η – άλλους – γιατί απλώς ειπώθηκαν στην Αγγλία. Η παραταξιακή λογική τίθεται πάνω από την απλή λογική. Τελείως ανεξέλεγκτα.
.
Η Ελληνική κοινοβουλευτική αντίληψη βλέπει τον πολιτικό διάλογο ως πρόσχημα.
.
Τί να αλλάξουμε ;
Η λύση να γίνουμε Άγγλοι δεν έχει μόνο το πρόβλημα ότι απλά δεν γίνεται. Ούτε – επί πλέον – το ότι οι Άγγλοι δεν τα πάνε πιά και τόσο περίφημα. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η απαραίτητη ψυχραιμία είναι για μας αυτό που λέμε «να μένει το βύσσινο». Προϋποθέτει παραίτηση από τον συναισθηματικό μας πλούτο, από την ελεύθερη φύση μας.
Η απάντηση που προτείνεται εδώ είναι να αλλάξουμε μελετημένα τη διαδικασία του πολιτικού μας διαλόγου. Να κατοχυρώνει την ελευθερία, αλλά και να ανταμείβει την υπευθυνότητα. Να μην προϋποθέτει ψυχραιμία, αλλά να αναδεικνύει τη σύνεση. Να μην καταπιέζει την πολυφωνία, αλλά να την αξιοποιεί. Να μην απαγορεύει τον ανταγωνισμό – να τον εκμεταλλεύεται.
Η διαδικασία – δηλαδή – να οδηγήσει στην άλλη αντίληψη πολιτικού διαλόγου, στην αλλαγή της πολιτικής μας συμπεριφοράς.
.
Η προτεινόμενη διαδικασία
Έχει ως βασικό χαρακτηριστικό τον σαφή διαχωρισμό σε τρεις διαδοχικές φάσεις : προκαταρκτικός, παραγωγικός και ανταγωνιστικός διάλογος.
Στον προκαταρκτικό διάλογο γίνεται ελεύθερη συζήτηση «επί της αρχής». Σκοπός είναι η ακριβής διατύπωση του θέματος και η αναγνώριση των υπαρχουσών διαφορετικών εισηγήσεων σε συνοπτικό επίπεδο.
Μεσολαβεί εύλογος χρόνος ώστε ο κάθε εισηγητής (ή ομάδα) να διαμορφώσει την εισήγησή του. Προφανώς παίρνοντας υπ’ όψιν και τις πρώτες ενδείξεις.
Στον παραγωγικό διάλογο γίνεται συζήτηση ξεχωριστά για κάθε διαφορετική εισήγηση. Σκοπός είναι να διερευνηθεί διεξοδικά το ενδεχόμενο να υιοθετηθεί η αντίστοιχη πρόταση. Οι συνέπειες. Προφανώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει σαφή διατύπωση της εισήγησης, παροχή διευκρινίσεων, απροκατάληπτη εξέταση της πρότασης. Γίνεται κριτική για την εφικτότητα της πρότασης, αξιολογούνται τα προσδοκώμενα οφέλη.
Στη συνέχεια κάθε εισηγητής διαμορφώνει την οριστική εισήγησή του.
Στον ανταγωνιστικό διάλογο συγκρίνονται οι οριστικές προτάσεις. Συζητούνται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Διατυπώνονται απόψεις για τη συγκριτική αξιολόγησή τους.
Ακολουθεί ψηφοφορία.
