Η πολιτική απροθυμία και ο χλευασμός των κοινοβουλευτικών διαδικασιών για ένα τόσο σοβαρό θέμα δείχνει περίτρανα ότι όχι μόνο δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των διεφθαρμένων πρακτικών που βιώνει καθημερινά ο πολίτης στις πολεοδομίες αλλά υπάρχει ανοχή στην διαφθορά μέσω της πολιτικής αδράνειας και της πολιτικής απροθυμίας
Το σκάνδαλο που κυριαρχεί αυτή την χρονική περίοδο αφορά το κύκλωμα διαφθοράς σε πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής.
Σύμφωνα με την έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ., συνελήφθησαν 6 άτομα (δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιώτης μηχανικός), ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται δεκάδες ακόμη πρόσωπα. Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν εγκληματική οργάνωση, δωροληψία, δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, ξέπλυμα χρήματος και εμπορία επιρροής.
Οι αρχές υποστηρίζουν ότι το κύκλωμα ζητούσε χρήματα για ταχύτερη διεκπεραίωση φακέλων, έκδοση ή προώθηση οικοδομικών αδειών, νομιμοποίηση ή τακτοποίηση αυθαιρέτων, μείωση πολεοδομικών προστίμων.
Η έρευνα αφορά κυρίως υπηρεσίες δόμησης σε περιοχές όπως η Κηφισιά, το Μαρούσι, το Γαλάτσι και άλλες υπηρεσίες της Αττικής. Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν περισσότερα από 330.000 ευρώ σε μετρητά, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και έγγραφα.
Οι έξι βασικοί κατηγορούμενοι έχουν προφυλακιστεί μετά τις απολογίες τους, ενώ η δικογραφία φέρεται να ξεπερνά τις 3.500 σελίδες.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη πολιτική συζήτηση για τη λειτουργία των πολεοδομιών και συνδέεται με τις κυβερνητικές προτάσεις για αναδιοργάνωση και μεγαλύτερο κεντρικό έλεγχο των υπηρεσιών δόμησης.
Οι πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης μέχρι στιγμής έχουν οδηγήσει σε δύο παραιτήσεις γενικών γραμματέων που συνδέονται πολιτικά με τις εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο.
Βεβαίως η διαφθορά στις Πολεοδομίες αποτελεί διαχρονική πληγή της δημόσιας διοίκησης, συντηρείται από την υποστελέχωση, την πολυνομία και την αδιαφάνεια, ενώ οι εκβιασμοί, το «γρηγορόσημο» και τα κυκλώματα παρα-πολεοδομίας ταλαιπωρούν καθημερινά πολίτες και επαγγελματίες, υπονομεύοντας την ανάπτυξη και το αστικό περιβάλλον.
Το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο όμως βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε συγκεκριμένες διαχρονικές παθογένειες, όπως η :
Πολυνομία – Γραφειοκρατία: Η συνεχής αλλαγή και η δαιδαλώδης φύση των πολεοδομικών κανονισμών δημιουργούν σύγχυση, καθιστώντας τον πολίτη εξαρτημένο από τις εσωτερικές ‘γνώσεις’ των υπηρεσιών.
Υποστελέχωση – Φόρτος Εργασίας: Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση αδειών λειτουργούν συχνά ως μοχλός πίεσης για όσους αναζητούν παράκαμψη των διαδικασιών έναντι αμοιβής.
Απουσία Ελέγχων: Η έλλειψη αυστηρών ψηφιακών μηχανισμών παρακολούθησης και διασταύρωσης στοιχείων επιτρέπει τη διατήρηση πελατειακών σχέσεων και ευνοιοκρατίας.
Η «ταρίφα» που ζητείται ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος του έργου, ενώ οι πρακτικές που ακολουθούνται είναι συχνά καλά οργανωμένες:
Εκβιασμοί για Άδειες: Υπάλληλοι ή μεσάζοντες φέρονται να ζητούν χρηματικά ποσά προκειμένου να εγκρίνουν άδειες δόμησης ή να προχωρήσουν ελέγχους.
Παράκαμψη Κανονισμών: Η τακτοποίηση πολεοδομικών παραβάσεων με αντάλλαγμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπαλλήλων, όπως έχει αποκαλυφθεί σε πρόσφατες υποθέσεις στην Αττική, τη Ρόδο και άλλες περιοχές.
Διαρροές και Πληροφόρηση: Η αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων ή η προειδοποίηση για επικείμενους ελέγχους έναντι ανταλλάγματος.
Οι συνέπειες της διαφθοράς έχουν άμεσο αντίκτυπο τόσο στην τσέπη των πολιτών όσο και στο ίδιο το κράτος δεδομένου ότι διαμορφώνονται όροι αθέμιτου ανταγωνισμού μιας και όσοι συμμορφώνονται με τους νόμους υφίστανται οικονομική και χρονική επιβάρυνση, ενώ οι παρανομούντες ευνοούνται.
Επιπλέον η υποβάθμιση του περιβάλλοντος θωρείται δεδομένη μιας και οι αυθαίρετες κατασκευές αλλοιώνουν τον αστικό ιστό ενώ η καταπάτηση ελεύθερων χώρων δημιουργούν μόνιμα προβλήματα στην ποιότητα ζωής.
Σημαντικός παράγοντας τα διαφυγόντα έσοδα μιας και το κράτος χάνει τεράστια ποσά από φόρους, τέλη και πρόστιμα που δεν καταβάλλονται ποτέ λόγω παράνομων συναλλαγών.
Η πάταξη της διαφθοράς απαιτεί αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Οι κεντρικοί άξονες για την εξυγίανση του τομέα περνούν μέσα από την ψηφιοποίηση των διαδικασιών και από την πλήρη μετάβαση στην ηλεκτρονική έκδοση και διεκπεραίωση οικοδομικών αδειών κάτι που εκ των πραγμάτων θα ελαχιστοποιεί την ανθρώπινη επαφή και τη συναλλαγή μετρητών.
Φυσικά απαιτείται απλοποίηση της νομοθεσίας, η κωδικοποίηση και αποσαφήνιση των πολεοδομικών διατάξεων θα αφαιρέσει τη «γκρίζα ζώνη» που επιτρέπει τις αυθαιρεσίες, ενώ η εντατικοποίηση των ελέγχων μέσω της ενεργοποίησης ανεξάρτητων ελεγκτικών μηχανισμών θα οδηγήσει στην άμεση πειθαρχική ή ποινική δίωξη όσων εμπλέκονται σε παράνομες πράξεις.
Εκείνο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι η διαφθορά στις πολεοδομίες υπονομεύει την εμπιστοσύνη του πολίτη στους θεσμούς.
Το σκάνδαλο στις πολεοδομίες δεν αφορά μόνο πιθανές ατομικές ποινικές ευθύνες όσων ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη, αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης όπως και τη λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας του κράτους.
Οι διαδοχικές παραιτήσεις γενικών γραμματέων και τα ερωτήματα που έχουν προκύψει για τη διοικητική εποπτεία των υπηρεσιών δόμησης έχουν τροφοδοτήσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν από τη Δικαιοσύνη με βάση τα πραγματικά στοιχεία της δικογραφίας όμως της διαφεύγει η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης τουλάχιστον για το περιβάλλον μέσα στο οποίο φέρεται να αναπτύχθηκε το κύκλωμα.
Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης και η ενίσχυση της διαφάνειας στις πολεοδομικές υπηρεσίες αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.
Δεν πρέπει να μας ξεφεύγει όμως το διακύβευμα, ότι η διαφθορά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη δημοκρατική διακυβέρνηση, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Παρά την ευρεία αναγνώριση των αρνητικών συνεπειών της η αντιμετώπισή της παραμένει ανεπαρκής με τον βασικότερο λόγο να εντοπίζεται στην έλλειψη πολιτικής βούλησης από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας.
Η πολιτική βούληση εκφράζεται μέσα από τη δέσμευση των κυβερνώντων να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά μέτρα κατά της διαφθοράς, ακόμη και όταν αυτά θίγουν ισχυρά συμφέροντα, όταν αυτή η δέσμευση απουσιάζει, οι μεταρρυθμίσεις περιορίζονται σε συμβολικές ενέργειες, ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου και λογοδοσίας παραμένουν αδύναμοι ή υπολειτουργούν.
Η έλλειψη πολιτικής βούλησης δεν είναι μονοδιάστατη μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους, συχνά παρατηρείται καθυστέρηση στην ψήφιση ή εφαρμογή νομοθετικών μέτρων, ανεπαρκής χρηματοδότηση των ελεγκτικών αρχών και περιορισμένη ανεξαρτησία των θεσμών που είναι επιφορτισμένοι με την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Επιπλέον, η επιλεκτική εφαρμογή των νόμων υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας.
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Η διαφθορά αποδυναμώνει τους θεσμούς, αυξάνει τις κοινωνικές ανισότητες και αποθαρρύνει τις επενδύσεις, επηρεάζοντας αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, ενώ παράλληλα, μειώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα και ενισχύει την κοινωνική απογοήτευση και τον κυνισμό.
Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτείται ισχυρή πολιτική αποφασιστικότητα, διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, ανεξάρτητοι ελεγκτικοί μηχανισμοί και ουσιαστική λογοδοσία.
Μόνο όταν η πολιτική ηγεσία επιδείξει πραγματική δέσμευση στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου μπορεί να περιοριστεί το φαινόμενο και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Χωρίς ουσιαστική δέσμευση από την πολιτική ηγεσία, ακόμη και τα καλύτερα νομοθετικά και θεσμικά εργαλεία είναι καταδικασμένα να παραμένουν αναποτελεσματικά.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν είναι μόνο ζήτημα νόμων, αλλά πρωτίστως ζήτημα πολιτικής βούλησης και θεσμικής συνέπειας.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν διαφέρει από τις προηγούμενες, απουσιάζουν από αυτή τόσο η πολιτική βούληση όσο και η ουσιαστική θεσμική παρέμβαση για την αντιμετώπιση έστω και στοιχειωδώς των κακώς κείμενων στην δημόσια διοίκηση και κυρίως στις πολεοδομίες.
Το απόλυτα αρνητικό είναι ότι όταν της υποδεικνύονται τα προβλήματα και οι τρόποι αντιμετώπισης αδιαφορεί παντελώς μετατρέποντας την έλλειψη πολιτικής βούλησης σε κάτι χειρότερο, την απροθυμία θεσμικής αντιμετώπισης της διαφθοράς.
Παράδειγμα : Ο αντιπρόεδρος της Βουλής κος Βασίλης Βιλιάρδος κατέθεσε ερώτηση σχετική με την παντελή απουσία ελέγχου κατά τις διαδικασίες νομιμοποίησης αυθαίρετων δομήσεων .
Η ερώτηση κατατέθηκε στις 18/2/2025 και ενώ η θεσμική υποχρέωση της κυβέρνησης μέσω των Υπουργών της είναι να δίνουν απαντήσεις εντός 25 ημερών εν τούτοις παρά την παρέλευση 16 μηνών δεν έχει υπάρξει απάντηση .
Και ούτε θα υπάρξει, μιας και τίποτα δεν είναι τυχαίο, αφού η έλλειψη πολιτικής βούλησης δεν έχει να κάνει μόνο με γενικές πολιτικές αναφορές αλλά κυρίως με δεδομένες καταστάσεις.
Η πολιτική απροθυμία και ο χλευασμός των κοινοβουλευτικών διαδικασιών για ένα τόσο σοβαρό θέμα δείχνει περίτρανα ότι όχι μόνο δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των διεφθαρμένων πρακτικών που βιώνει καθημερινά ο πολίτης στις πολεοδομίες αλλά υπάρχει ανοχή στην διαφθορά μέσω της πολιτικής αδράνειας και της πολιτικής απροθυμίας.
Τα όσα λαμβάνουν χώρα στις πολεοδομίες αποτελούν τον καθρέπτη των κυβερνόντων πράγμα ιδιαίτερα εφιαλτικό εάν μέσα στην απροθυμία τους εντάξουμε εικασίες σχετικές με διαστάσεις που έχουν να κάνουν με το πολιτικό χρήμα.
ΛΕΚΚΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ
e-mail: salekkas@gmail.com


