Συνεχίζοντας, πάνω από τα τρία τέταρτα αυτών που ανήκουν στην οικονομική ελίτ, κατάγονται από τα ανώτερα και ανώτατα αστικά στρώματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανώτατους δικαστικούς ή με τα ΜΜΕ – όπου το ποσοστό τους σε πολλές χώρες ξεπερνάει το 70%.
Αντίθετα, η πολιτική ελίτ προέρχεται κυρίως από τις μεσοαστικές, μικροαστικές ή κατώτατες τάξεις – αν και όσο πιο ισχυρό είναι το αξίωμα που λαμβάνουν, τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό αυτών που κατάγονται από την ελίτ. Το συγκεκριμένο ποσοστό ξεπερνάει το 50% για τα μέλη των κυβερνήσεων – ενώ στα κόμματα και στη Βουλή δεν υπερβαίνει το 25%.
Βέβαια, τις τελευταίες δεκαετίες το ποσοστό των υψηλά ιστάμενων πολιτικών που κατάγεται από εργατικές οικογένειες μειώνεται σταθερά – γεγονός πολύ προβληματικό, αφού έτσι γίνεται όλο και πιο δύσκολη η κατανόηση των αναγκών, των ανασφαλειών και των φόβων της πλειοψηφίας του πληθυσμού μίας χώρας.
.
Οι αποφάσεις της ελίτ
Στα πλαίσια αυτά, οι πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται, βασίζονται στις απόψεις, στις ανάγκες και στις εμπειρίες των ανώτατων εισοδηματικών τάξεων – με αποτέλεσμα οι επιβαρύνσεις της πλειοψηφίας του πληθυσμού, όπως η υπερβολική φορολόγηση, τα χαράτσια κοκ. σήμερα, να θεωρούνται αναπόφευκτες από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Αντίθετα, η υψηλότερη φορολόγηση των πλουσίων θεωρείται πως αποδυναμώνει την οικονομία μίας χώρας, πως εκδιώκει τους πλουσίους και τις επιχειρήσεις, πως οδηγεί στην εκροή των καταθέσεων τους στο εξωτερικό κοκ.
Την ίδια στιγμή τα μέλη των κυβερνήσεων και των κομμάτων που κατάγονται από γονείς εργάτες ή μεσοαστούς υπακούουν πλήρως, χωρίς να το καταλαβαίνουν, στις αποφάσεις των συναδέλφων τους που προέρχονται από την ελίτ – αφού ανήκουν και αυτά σε μία «κατά φαντασία πολιτική ελίτ», η οποία υπηρετεί με μία απίστευτη δουλοπρέπεια την πραγματική ελίτ, μη διστάζοντας ακόμη και να την υπερκεράσει σε «δυναμισμό».
Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από την «βασιλικότερη του Βασιλιά» στάση ορισμένων τέτοιων πολιτικών, απέναντι στα μέτρα που επέβαλλε στην Ελλάδα το ΔΝΤ – παρά το ότι γνωρίζουν πολύ καλά «ποιός κερδίζει και ποιός χάνει», τουλάχιστον από τις συζητήσεις με τους γονείς τους ή από τις επαφές τους με τους εργαζομένους (τους οποίους κατανοούν πολύ καλύτερα από την ελίτ).
.
Η αποξένωση και οι συνέπειες της
Όταν η ελίτ σκέφτεται και αποφασίζει εντελώς διαφορετικά, σε σχέση με την πλειοψηφία των Πολιτών μιας χώρας, τότε αποξενώνονται συνεχώς περισσότερο οι δύο αυτές «ομάδες» – γεγονός που θέτει σε πολύ μεγάλο κίνδυνο την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ειδικά εάν η «κατά φαντασία ελίτ» της μεσαίας τάξης, η ενδιάμεση «ισορροπητική δύναμη», δεν πάψει να σκέφτεται και να ενεργεί ως τέτοια, κατανοώντας την τεράστια πλάνη της.
Η αποξένωση αυτή επιδεινώνει συνεχώς τη θέση των κατώτερων εισοδηματικών τάξεων, οι οποίες όλο και πιο συχνά αποδέχονται τις συνέπειες λέγοντας ότι: “Εάν αυτοί εκεί επάνω δεν ενδιαφέρονται καθόλου για εμάς, τότε να μας λείπουν τα κόμματα τους και οι εκλογές τους“. Η στάση αυτή τεκμηριώνεται, μεταξύ άλλων, από τη συνεχώς μειούμενη συμμετοχή στις εκλογές εκ μέρους των Πολιτών που ζουν σε πολύ φτωχές περιοχές – καθώς επίσης από την ενίσχυση των ακραίων κομμάτων εκ μέρους τους.
Η τάση αυτή ενισχύεται, όταν οι Πολίτες αντιλαμβάνονται πως όλο και πιο πολλές αποφάσεις λαμβάνονται σε συνεχώς «στενότερους κύκλους», ερήμην τους – όπως, για παράδειγμα, η ψήφιση των νομοσχέδιων που απαιτούνται από το ΔΝΤ στην Ελλάδα ή η ευρωπαϊκή πολιτική στο θέμα στης κρίσης χρέους.
Ειδικά στην ΕΕ δεν υπάρχει κανενός είδους δημοκρατικός έλεγχος των αποφάσεων – με τους πολιτικούς να αιτιολογούν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά τους, λέγοντας πως είναι υποχρεωμένοι να αποφασίζουν έτσι, απολυταρχικά ουσιαστικά, επειδή είναι εκτεθειμένοι στις πιέσεις των αγορών (της Γερμανίας, του ΔΝΤ κλπ.).
Απλούστερα, οι πολιτικοί ισχυρίζονται πως δεν υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες, εάν δεν θέλει κανείς να διακινδυνεύσει την κατάρρευση της οικονομίας – την αδυναμία δανεισμού και την πιθανή χρεοκοπία, σε εθνικό επίπεδο.
Η δικαιολογία όμως της έλλειψης εναλλακτικών λύσεων, των υποχρεωτικών αποφάσεων και των καταναγκασμών, ενισχύει την «απολιτική» τάση των Πολιτών – αφού, εάν έτσι ή αλλιώς δεν υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες και πρέπει η Πολιτική να υποκύπτει στις απαιτήσεις των αγορών, τότε γιατί οφείλει κανείς να δραστηριοποιηθεί πολιτικά; Γιατί να ψηφίσει τη μία ή την άλλη παράταξη, αφού το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο;
Από την άλλη πλευρά, εάν κάποιος δεν θέλει να αποδεχτεί αυτού του είδους τις εξελίξεις, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει, εκτός από τη συμμετοχή του στις εκλογές; “Προφανώς να διαδηλώσει δημόσια, αφού μόνο τέτοιου είδους λαϊκές αντιδράσεις έχουν αποτέλεσμα“, θα απαντούσαν οι περισσότεροι, γνωρίζοντας πως η ελίτ επηρεάζεται από τις διαδηλώσεις πολύ περισσότερο, από ότι με την εκλογική ψήφο.
Εν τούτοις, η ελίτ γνωρίζει πλέον πολύ καλά πως να σταματήσει αυτού του είδους τις συμπεριφορές των Πολιτών – όπως τεκμηριώθηκε στην Αθήνα, με το θάνατο των τριών ανθρώπων σε τράπεζα του κέντρου.
.
Επίλογος
Ειδικά όσον αφορά τη συμμετοχή στις εκλογές, οφείλει να γνωρίζει κανείς πως ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός αυτών που απέχουν, εξυπηρετεί κυρίως τη διατήρηση του υφισταμένου καθεστώτος (Status Quo) – αφού για τους ισχυρούς είναι μάλλον αδιάφορο το πόσοι θα συμμετέχουν, επειδή η δύναμη τους δεν περιορίζεται από μία μικρότερη συμμετοχή.
Την ίδια στιγμή οι εκλογές για τους Πολίτες είναι ένας από τους λίγους τρόπους, για να επιβάλλουν την εξουσία της πλειοψηφίας, εναντίον των ενδιαφερόντων της ελίτ – τη «λαϊκή κυριαρχία», όπως συνήθως αποκαλείται.
Όμως, η εξουσία τους αυτή περιορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη χειραγώγηση που ασκούν τα ΜΜΕ – καθώς επίσης από τις πολιτικές παγίδες που τοποθετούνται στους Πολίτες. Για παράδειγμα, εάν δεν εμφανίζονται οι υποψήφιοι των μικρών ή ορισμένων κομμάτων στα εθνικής εμβέλειας ΜΜΕ ή εάν κάποιο σημαντικό ΜΜΕ τάσσεται υπέρ του ενός και εναντίον του άλλου, παραπληροφορώντας τους Πολίτες, τότε η εκλογική δύναμη των Πολιτών περιορίζεται δραματικά.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν προωθούνται κόμματα, εκ μέρους της ελίτ, με απώτερο στόχο τη μείωση της εκλογικής δύναμης του ενός κόμματος σε σχέση με το βασικό του αντίπαλο, τις μελλοντικές κυβερνητικές συμμαχίες κοκ. Επομένως, η εξουσία των Πολιτών που ασκείται μέσω του εκλογικού δικαιώματος, δεν διαφέρει σημαντικά από τη μη συμμετοχή τους – η οποία τουλάχιστον δεν εξυπηρετεί τη διαστρέβλωση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Φυσικά μπορεί να τάσσεται κανείς υπέρ της μίας ή άλλης άποψης – υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές και εναντίον της αποχής ή το αντίθετο. Πόσο μάλλον στην Ελλάδα, όπου η ψήφος διαμαρτυρίας (λευκό) έχει απαγορευθεί δια νόμου – αφού δεν εξυπηρετεί σε καμία περίπτωση την ελίτ για την οποία, τυχόν εκτόξευση της λευκής ψήφου σε διψήφια ποσοστά, θα αποτελούσε μία πολύ μεγάλη ήττα.
.
Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr
Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.
