Κάποια στιγμή αποδείχθηκε ότι οι νέοι οφειλέτες δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν ούτε τους τόκους των δανείων τους, οπότε κατέρρευσε η «υπερβολή» (έσπασε η φούσκα), αναγκάζοντας το κράτος να επενδύσει πολλά δισεκατομμύρια δολάρια των αμερικανών φορολογουμένων, για να μην χρεοκοπήσουν οι τράπεζες – οι οποίες όμως, στη συνέχεια, όχι μόνο δεν διέθεσαν τα χρήματα που έλαβαν στην πραγματική αγορά, αλλά ούτε καν άλλαξαν τις συνήθειες τους, επενδύοντας επαυξημένα στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές.
Σήμερα οι αμερικανοί, κατανοώντας τα τεράστια σφάλματα του παρελθόντος, τα οποία προκάλεσαν την «εξαγωγή θέσεων εργασίας» στις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού (Κίνα κλπ), με τη βοήθεια της τεχνολογίας και του διαδικτύου, είναι αντιμέτωποι με πολλαπλά προβλήματα. Ειδικά το διαδίκτυο δεν αύξησε τελικά την παραγωγικότητα, όπως αναμενόταν, αλλά μάλλον την καταναλωτική συμπεριφορά – ενώ λειτούργησε «προσθετικά» στην αλόγιστη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής σε άλλες χώρες.
Για παράδειγμα, ένα αδύναμο δολάριο θα μπορούσε μεν να αυξήσει τις εξαγωγές αμερικανικών προϊόντων, επιβοηθώντας τις βιομηχανικές επενδύσεις στο εσωτερικό, ταυτόχρονα όμως θα αύξανε τις τιμές των εισαγομένων, αφενός δημιουργώντας μεγάλο πληθωρισμό, αφετέρου μη εξασφαλίζοντας άμεσα θέσεις εργασίας – αφού οι επενδύσεις απαιτούν χρόνο και «ανάκτηση» της χαμένης ανταγωνιστικότητας, η οποία δεν είναι καθόλου απλή διαδικασία.
Το αδύναμο όμως δολάριο θα είχε και άλλες παρενέργειες, όπως για παράδειγμα τον κίνδυνο απώλειας της θέσης του σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και την αύξηση του κόστους της ενέργειας, η οποία είναι απαραίτητη για τη βιομηχανική παραγωγή. Έτσι αιτιολογείται η ξαφνική στροφή προς την «πράσινη ενέργεια» – η οποία προφανώς δεν οφείλεται σε περιβαλλοντικές «ευαισθησίες», αλλά στην προσπάθεια δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, ταυτόχρονα με την ανάγκη απεξάρτησης της χώρας από τις «συμβατικές» μορφές ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η Κίνα (κυρίως), όσο και οι υπόλοιποι «ανταγωνιστές» των Η.Π.Α., δεν φαίνονται διατεθειμένοι να εισάγουν αμερικανικά προϊόντα, θυσιάζοντας παραγωγικές θέσεις εργασίας. Έχοντας πλέον διδαχθεί από την κρίση, διαπίστωσαν προφανώς το τεράστιο ειδικό βάρος της εργασίας και τα μεγάλα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει στην Οικονομία – αν όχι στην κοινωνική ζωή γενικότερα. Κατάλαβαν ότι είναι προτιμότερο να παράγει κανείς αυτά που καταναλώνει, ακόμη και αν κάποιες φορές δεν το επιτυγχάνει με χαμηλότερο ή με ίσο κόστος, συγκριτικά με άλλες χώρες, αφού σε τελική ανάλυση το κόστος της ανεργίας υπερβαίνει την ωφέλεια από τις χαμηλές τιμές των εισαγομένων προϊόντων.
.

ΗΠΑ-Κίνα – Εμπορικό Ισοζύγιο
.
Έχοντας λοιπόν την ίδια άποψη όσον αφορά τη σπουδαιότητα, το «ειδικό βάρος» καλύτερα της απασχόλησης στην οικονομική και κοινωνική ζωή, κρίνουμε σκόπιμο να αναλύσουμε γενικότερα το πρόβλημα της ανεργίας – τις διάφορες μορφές της, τις θεωρητικές ερμηνείες της, τα οικονομικά αποτελέσματα της, καθώς επίσης τις επιδράσεις της στον άνθρωπο.
.
Είδη Ανεργίας
Θεωρώντας ότι, ο βασικός υπαίτιος της ανεργίας είναι η υπερβολική συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγους, η οποία «εκτρέφει» κυρίως το χρηματοπιστωτικό κλάδο, εις βάρος όλων των υπολοίπων, διακρίνουμε τις παρακάτω «μορφές» της – οι οποίες μπορούν να εμφανισθούν σε ένα κράτος είτε μεμονωμένα, είτε συνδυαστικά:
.
(α) Ανεργία «τριβής»: Δημιουργείται λόγω της μετάβασης από μία θέση εργασίας σε κάποια άλλη, είναι μικρής διάρκειας, ενώ δεν μπορεί να αποφευχθεί ακόμη και σε εποχές πλήρους απασχόλησης – «θεραπεύεται» από τη βελτίωση της οργάνωσης ή της πρόβλεψης.
(β) Εποχιακή ανεργία: Οφείλεται στις επιδράσεις του κλίματος κατά τη διάρκεια του έτους (εμφανίζεται, για παράδειγμα, στη γεωργία ή στον τουρισμό), καθώς επίσης στις λοιπές αυξομειώσεις της ζήτησης – καταπολεμάται με τη βοήθεια της οργάνωσης, αλλά και της τεχνολογίας (χειμερινός τουρισμός, θερμοκήπια κλπ).
(γ) Αναπτυξιακή ανεργία: Οφείλεται στην «παρενέργειες» των συνήθων ανοδικών και καθοδικών οικονομικών κύκλων, ενώ ακολουθεί τις «εναλλαγές» στη ζήτηση και στην προσφορά. Για παράδειγμα, σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης οι εταιρείες προσλαμβάνουν νέο προσωπικό, ενώ το απολύουν κατά τη διάρκεια υφέσεων – η ευελιξία στο χρόνο εργασίας και η κρατική επιδότηση της μειωμένης απασχόλησης, αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά το πρόβλημα.
(δ) Δομική ανεργία: Είναι το δυσμενές αποτέλεσμα δομικών (διαρθρωτικών) κρίσεων μεγάλης διάρκειας, οι οποίες επιδρούν άμεσα στην αγορά εργασίας. Το είδος αυτό της ανεργίας έχει πολλά «παράγωγα», μεταξύ των οποίων τα εξής:
1. Τη δομική ανεργία, η οποία οφείλεται στο ότι, οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας απαιτούν διαφορετικές ικανότητες/δεξιότητες, από αυτές που διαθέτουν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι εργαζόμενοι – αντιμετωπίζεται με την έγκαιρη επανεκπαίδευση τους.
2. Τη δομική ανεργία που προέρχεται από την αντικατάσταση θέσεων εργασίας από τις μηχανές – από την ανάπτυξη της τεχνολογίας καλύτερα και από τον «αυτοματισμό», ο οποίος αυξάνει την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Το είδος αυτό της ανεργίας μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο με μία συνεχή οικονομική ανάπτυξη, ελάχιστου ύψους 1,5% επί του ετησίου πραγματικού ΑΕΠ. Επομένως, όταν η ανάπτυξη είναι αρνητική, όπως συμβαίνει σήμερα, καταστρέφονται χιλιάδες θέσεις εργασίας, «ανατροφοδοτώντας» το ευρύτερο πρόβλημα της Οικονομίας.
3. Τη «θεσμική» δομική ανεργία: Οφείλεται στην εργατική νομοθεσία όταν, για παράδειγμα, οι μηνιαίες πληρωμές από τα ταμεία ανεργίας είναι αρκετά υψηλές, λειτουργώντας «απαγορευτικά» – αποτελώντας αντικίνητρο καλύτερα στην αναζήτηση μίας λιγότερο αποδοτικής θέσης εργασίας (χαμηλότερο ημερομίσθιο, μικρότερες παροχές κλπ). Η λύση εδώ είναι προφανώς η αλλαγή της νομοθεσίας.
