Το κίνητρο αυτό, με βάση το οποίο οι επιχειρήσεις που συναλλάσσονταν μεταξύ τους με το «WIR», δεν το αποταμίευαν καθόλου, οπότε αυξανόταν ο τζίρος τους, ήταν ο άτοκος χαρακτήρας των καταθέσεων τους – οπότε, αφού δεν εισέπρατταν τόκους, δεν κέρδιζαν δηλαδή από το κεφάλαιο τους, αναζητούσαν άλλους τρόπους κερδοφορίας, επενδύοντας το.
Στο ξεκίνημα του νομίσματος, όχι μόνο δεν τοκίζονταν οι καταθέσεις στην τράπεζα (εναλλακτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα) που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό αλλά, αντίθετα, επιβαρυνόντουσαν οι «αποταμιεύσεις» με ένα ποσόν, έτσι ώστε να καλύπτεται το λειτουργικό κόστος της – με αποτέλεσμα να είναι ακόμη μεγαλύτερο το κίνητρο «ανακύκλωσης» των χρημάτων (ακόμη και σήμερα, οι καταθέσεις σε «WIR» είναι άτοκες).
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί να καταθέτει τα χρήματα του άτοκα, όταν έχει τη δυνατότητα να εισπράττει από παντού τόκους. Η απάντηση είναι ότι,
(α) αφενός μεν πρέπει κανείς να στηρίζει έμπρακτα τις πεποιθήσεις του, στην προκειμένη περίπτωση την απελευθέρωση από τη δουλεία των τόκων,
(α) αφετέρου πως δεν είναι καθόλου αρνητικό να ψάχνει άλλους τρόπους εξασφάλισης των καταθέσεων του, εκτός του καθιερωμένου κρατικού συστήματος – πόσο μάλλον όταν σήμερα απειλούνται οι αποταμιεύσεις τόσο από τις πιθανότατες χρεοκοπίες τραπεζών, όσο και από την «κατάσχεση» τους.
Επιστρέφοντας στην Ελβετία, η ιδιωτική πρωτοβουλία άλλαξε το 1998 την ονομασία της σε «WIR συνεταιριστική τράπεζα» – η οποία, εκτός από τις φυσιολογική τραπεζική λειτουργία της, διατηρεί το παράλληλο νομισματικό σύστημα «WIR», με το οποίο ενισχύεται η δραστηριότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ολοκληρώνοντας, στα τέλη του 2012 η «WIR συνεταιριστική τράπεζα», με έδρα τη Βασιλεία, απασχολούσε 208 υπαλλήλους, έχοντας συνολικό ισολογισμό ύψους 4,013 δις φράγκα – εκ των οποίων τα 855,3 δις φράγκα ήταν πιστώσεις σε WIR (επίσημη ονομασία νομίσματος CHW), ενώ τα 2,6 δις σε φράγκα (CHF). Ο τζίρος των ισοδύναμων φράγκων με WIR ήταν της τάξης του 1,46 δις.
.
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΠΛΗΡΩΜΩΝ WIR
Σύμφωνα με το καταστατικό του συστήματος, σκοπός του είναι η ενίσχυση των συμμετεχόντων, η εξυπηρέτηση των μεταξύ τους συναλλαγών, καθώς επίσης η εξασφάλιση μεγαλύτερου τζίρου για όλες τις επιχειρήσεις-μέλη του – ενώ ο διακανονισμός των συναλλαγών γίνεται χωρίς μετρητά χρήματα.
Ως μέσον συναλλαγής χρησιμοποιείται ένα χαρτί τύπου επιταγής, το οποίο είναι ουσιαστικά μία εντολή κατάθεσης, καθώς επίσης μία «εντολή πληρωμής WIR». Εκτός αυτού, υπάρχει η αντίστοιχη «πιστωτική κάρτα», η οποία χρησιμοποιείται κυρίως στο λιανικό εμπόριο και στη γαστρονομία – όπου οι πελάτες μπορούν να συναλλάσσονται με το νόμισμα αυτό, με φράγκα, ή με συνδυασμό και των δύο. Είναι επίσης εφικτές οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές, ενώ από το 2008 λειτουργεί και το ανάλογο διαδικτυακό τραπεζικό σύστημα.
Στο παράλληλο χρηματοπιστωτικό σύστημα συμμετέχουν 50.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, από ολόκληρη την Ελβετία – καθώς επίσης πάνω από 10.000 ιδιώτες, με τραπεζικό λογαριασμό «WIR». Διοργανώνονται δε ετήσια τέσσερις εκθέσεις σε διαφορετικές πόλεις, στις οποίες συναντιούνται οι εκθέτες με τους πελάτες τους – έτσι ώστε να προωθούνται και να ενισχύονται οι μεταξύ τους συναλλαγές.
Τέλος, στις εισόδους εκείνων των καταστημάτων ή ξενοδοχείων, τα οποία αποδέχονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τις συναλλαγές με το «WIR», υπάρχει μία πινακίδα που το αναφέρει.
.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΩΝ WIR
Τα χρήματα δημιουργούνται με την έγκριση δανείων από την τράπεζα WIR, όπου ο δανειζόμενος παρέχει ως υποθήκη, ως εγγύηση καλύτερα, ένα περιουσιακό του στοιχείο – όπως συμβαίνει και σε όλες τις άλλες τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι, η WIR τράπεζα δημιουργεί μόνη της χρήματα από το πουθενά – όπως ακριβώς η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας, η οποία «ηγείται» του χρηματοπιστωτικού συστήματος του φράγκου.
Οι καταθέσεις σε WIR δεν είναι καλυμμένες με ελβετικά φράγκα – ενώ τα δάνεια, με στόχο τις επενδύσεις κάθε είδους, είναι εγγυημένα με ακίνητα, μέσω άλλων τραπεζών, με ασφάλειες ζωής κοκ. Η τράπεζα δεν έχει κανένα κόστος δημιουργίας χρημάτων, ούτε «αναχρηματοδότησης» των δανείων που παρέχει – με αποτέλεσμα να χρεώνει εξαιρετικά χαμηλούς τόκους, έτσι ώστε να καλύπτεται το κόστος λειτουργίας της.
Περαιτέρω, αν και η επίσημη ισοτιμία του WIR με το ελβετικό φράγκο είναι 1:1, συνήθως ανταλλάσσεται χαμηλότερα στην πραγματική αγορά – με αποτέλεσμα, η διοίκηση του συστήματος να έχει απαγορεύσει (1973) την ανταλλαγή του WIR στα μέλη της, με φράγκα ή με άλλα νομίσματα. Έχει θεσπισθεί δε ποινή για όσα μέλη παρανομούν, με βάση την οποία «απομακρύνονται» από το σύστημα, πληρώνοντας ταυτόχρονα ένα υψηλό ποσόν.
Η τράπεζα WIR συμπεριφέρεται τόσο αυστηρά, επειδή δεν θέλει να «σαμποταριστεί» το νόμισμα – ενώ, επειδή όλοι γνωρίζουν τη σπουδαιότητα του, ειδικά σε εποχές κρίσεων, τις οποίες καμία χώρα δεν αποφεύγει, οι προσπάθειες διατήρησης του είναι συλλογικές.
Η υποτίμηση είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της εισαγωγής ενός παράλληλου νομίσματος – της «ευρωδραχμής» στο παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία θα χρησιμοποιούταν αποκλειστικά και μόνο στις εσωτερικές συναλλαγές, καθώς επίσης σε αυτές με το δημόσιο.
Αργά ή γρήγορα ένα τέτοιο νόμισμα χάνει πάνω από το 50% της αξίας του, συγκριτικά με το κύριο, επειδή κανένας δεν το εμπιστεύεται. Η διαφορά με αυτό που προτείνεται, με το ελβετικό σύστημα δηλαδή, είναι το ότι δεν εξαρτάται από το δημόσιο, αλλά από τον ιδιωτικό τομέα – οπότε μπορεί να προστατευθεί καλύτερα, ενώ είναι δυνατόν να «παρακαμφτεί» η τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ανήκει σε ξένα τοκογλυφικά κεφάλαια.
Ολοκληρώνοντας, το 2000 η WIR τράπεζα επέκτεινε τις συναλλαγές της και σε μη μέλη του συστήματος – έτσι ώστε να αυξήσει περεταίρω τα δάνεια της προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Φυσικά, η τράπεζα δεν επενδύει στα χρηματιστήρια, ούτε πουθενά αλλού – αφού ο σκοπός της είναι αποκλειστικά και μόνο η δανειοδότηση της πραγματικής οικονομίας, προφανώς δε η ενίσχυση του τζίρου και της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όπως συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, υπάρχουν πάντοτε και παντού λύσεις – αρκεί να τις αναζητήσει μία κοινωνία με σοβαρότητα, παύοντας να παραπονιέται διαρκώς και παίρνοντας τα ηνία μόνη της. Φυσικά, ορισμένες από αυτές τις λύσεις δεν είναι ούτε εύκολες, ούτε άκοπες – είναι όμως σε κάθε περίπτωση προτιμότερες από την αδράνεια και την υποταγή στο (δήθεν) μοιραίο.
Άλλωστε, ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας είναι αποδεδειγμένα εξαιρετικά ικανός – ενώ οι Έλληνες επιχειρηματίες έχουν τεκμηριώσει πολλές φορές στο παρελθόν, σε πάρα πολλούς κλάδους ότι, μπορούν να επιβιώνουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Οφείλουν λοιπόν αυτοί οι επιχειρηματίες, μέσω των οργανώσεων που διαθέτουν, να δημιουργήσουν άμεσα το δικό τους χρηματοπιστωτικό σύστημα – κάτι που δεν είναι καθόλου δύσκολο σήμερα, με τα εφόδια που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία. Το σύστημα αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί στα Βαλκάνια, καθώς επίσης στη Μέση Ανατολή – δημιουργώντας μία δική του «νομισματική ζώνη».
Το νόμισμα που θα έθεταν σε μία τέτοια περίπτωση στην κυκλοφορία, παράλληλα με το ευρώ, σε μία ισοτιμία ανταλλαγής 1:1, θα είχε μόνο πλεονεκτήματα – ενώ δεν θα απαιτούσε την έγκριση της Γερμανίας ή οποιουδήποτε άλλου. Αν μη τι άλλο, θα αύξανε τη ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας, προσελκύοντας ενδεχομένως ορισμένα από τα χρήματα που έχουν τοποθετηθεί στις ξένες τράπεζες – ενώ θα διευκόλυνε τις προσπάθειες ανάπτυξης της οικονομίας μας.
Ολοκληρώνοντας, εάν δεν δραστηριοποιηθεί άμεσα, προς κάθε κατεύθυνση ο ιδιωτικός τομέας της πατρίδας μας, το μέλλον θα είναι σκοτεινό, δυσβάστακτο και εξαιρετικά οδυνηρό – χωρίς να έχουμε απολύτως καμία διάθεση υπερβολής.
.
* Σημείωση κειμένου: Τα «αρχέτυπα» είναι στοιχεία που δεν είναι ατομικά, ενώ δεν μπορούν να προέρχονται από την προσωπική εμπειρία του ανθρώπου. Ονομάζονται επίσης «αρχαϊκά κατάλοιπα», ψυχικές δηλαδή μορφές που δεν μπορεί να εξηγήσει κανένα συμβάν της ζωής του ατόμου – μορφές που φαίνεται πως είναι έμφυτες, αρχέγονες, «εκφράσεις» της πρωτόγονης νοοτροπίας και αποτελούν κληρονομιά του ανθρώπινου πνεύματος (Jung).
Όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα ολόκληρο άθροισμα από όργανα, το καθένα από τα οποία είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ιστορικής εξέλιξης, έτσι πιστεύεται πως και στο πνεύμα αντιστοιχεί μια ανάλογη «οργάνωση» – αφού δεν θα μπορούσε να είναι ένα «προϊόν» χωρίς ιστορία. Με την έννοια «ιστορία» εννοούμε τη βιολογική, την προϊστορική και ασυνείδητη εξέλιξη του πνεύματος στον πρωτόγονο άνθρωπο – η ψυχή του οποίου εξακολουθούσε να συγγενεύει με την ψυχή του ζώου.
Τέλος. αυτή η «ιλιγγιωδώς πανάρχαια ψυχή» αποτελεί το θεμέλιο του πνεύματός μας – όπως ακριβώς η κατασκευή του σώματός μας στηρίζεται στο γενικότερο τύπο κατασκευής του θηλαστικού.
