2012, ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

2012, ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤ 

Όλοι συμφωνούν σχετικά με το ότι η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να επιβιώσει, χωρίς την εγγύηση της ΕΚΤ για τα ομόλογα δανεισμού των κρατών. Επειδή όμως η ΕΚΤ δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράζει κρατικά ομόλογα (επιτρέπεται μόνο στη δευτερογενή αγορά), αφού απαγορεύεται από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, ο μοναδικός δρόμος είναι η εκχώρηση μίας τραπεζικής άδειας στο μηχανισμό σταθερότητας (EFSF) – έτσι ώστε να δανείζεται αυτός χρήματα από την ΕΚΤ και να αγοράζει τα ομόλογα εκείνων των χωρών, οι οποίες αδυνατούν να απευθυνθούν στις αγορές, δανειζόμενες με βιώσιμα επιτόκια.

Φυσικά, ο μηχανισμός σταθερότητας θα αγόραζε ομόλογα δημοσίου, υπό την προϋπόθεση της παρουσίασης και εφαρμογής προγραμμάτων εξυγίανσης των προϋπολογισμών, εκ μέρους των κυβερνήσεων των χωρών, οι οποίες θα απευθυνόταν στον ίδιο για δανεισμό (το ενδεχόμενο αυτό θα διευκόλυνε και τη Γερμανία, η κεντρική τράπεζα της οποίας δανείζει τις άλλες κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης μέσω της ΕΚΤ – γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την έκθεση της σε επισφαλείς πιστώσεις, ύψους περί τα 500 δις €).

Η γερμανική ηγεσία όμως αντιδράει σε μία τέτοια προοπτική ισχυριζόμενη ότι, θα επρόκειτο για μία «μονεταριστική αντιμετώπιση» του δημοσίου χρέους και για μία «άδεια εκτύπωσης χρημάτων» στην ΕΚΤ – προφανώς αιτιολογημένα, αφού πράγματι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Εν τούτοις, αυτό ακριβώς κάνουν και έκαναν οι ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες ανέκαθεν: δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ με χαμηλά επιτόκια και τα δανείζουν στα κράτη, αγοράζοντας τα ομόλογα τους – με αρκετά μεγάλα ποσοστά κέρδους. Στη συνέχεια, τοποθετούν τα ομόλογα σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, λαμβάνουν νέα δάνεια, τα δανείζουν ξανά στα κράτη κοκ. – κάτι που ερμηνεύεται ως ένα διαρκές πρόγραμμα επιδότησης του τραπεζικού κλάδου, αφού οι τράπεζες κερδίζουν χρήματα, χωρίς να επενδύουν ούτε ένα σεντς από τα ίδια κεφάλαια τους.

Επομένως η δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, με κέρδη για τις τράπεζες, είναι θεμιτή κατά τη δογματική Γερμανία – ενώπαραδόξως δεν συμβαίνει το ίδιο, εάν η δημιουργία χρημάτων λειτουργεί μέσα από ένα κοινό τραπεζικό ινστιτούτο (ΕΚΤ), τα κέρδη του οποίου μοιράζονται από τους Πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης! Η αιτία είναι, πάντοτε κατά τη Γερμανία, το ότι, η αύξηση των χρημάτων, με «εντολή» της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, δημιουργεί υποχρεωτικά πληθωρισμό – επομένως, πρόκειται για μία μεγάλη κοινωνική αδικία, αφού σε τελική ανάλυση ο (υπέρ)πληθωρισμός επιβαρύνει δυσανάλογα Πολίτες και κράτη.

Η στρατηγική όμως αυτή, παρά το ότι λειτουργεί σε πάρα πολλές χώρες (Η.Π.Α., Ιαπωνία, Ελβετία, Μ. Βρετανία κλπ.), δεν έχει οδηγήσει στον πληθωριστικό Αρμαγγεδώνα, στον οποίο αναφέρεται η Γερμανία – πιθανότατα επειδή το νέο χρήμα που δημιουργείται, εξισορροπεί τα μειωμένα έσοδα των κρατών, τα οποία οφείλονται στην ύφεση των οικονομιών τους. Επομένως,τις προστατεύει από την πλήρη κατάρρευση, ενώ δεν τις απομονώνει από τις αγορές – γεγονός που τεκμηριώνεται από το ότι, η Βρετανία δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια, σε σχέση με τη Γερμανία, παρά το τεράστιο έλλειμμα του προϋπολογισμού της, το οποίο είναι πολλαπλάσιο του γερμανικού.

Περαιτέρω, όλες οι ευρισκόμενες σε κρίση Οικονομίες, εντός και εκτός της Ευρωζώνης, είναι πολύ μακριά από την πλήρη εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων τους – μπορούν δηλαδή να παράγουν πολύ περισσότερα, από αυτά που μπορούν να πουλήσουν, χωρίς να χρειαστούν νέες επενδύσεις.

Επομένως, η δημιουργία (εκτύπωση) χρημάτων θα μπορούσε τότε μόνο να προκαλέσει πληθωρισμό, εάν η εξ αυτής μεγαλύτερη παροχή πιστώσεων θα είχε σαν αποτέλεσμα μία πολύ ισχυρή «πυροδότηση» της Ζήτησης, η οποία θα οδηγούσε σε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης – οπότε σε νέες επενδύσεις, για την κάλυψη των παραγωγικών κενών. Όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα – εάν δε προκύψει, θα μπορούσε αμέσως να διορθωθεί, με τη βοήθεια υψηλότερων επιτοκίων.

.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΥΣΤΕΡΙΑ 

Συνεχίζοντας, η μάλλον «υστερική» προειδοποίηση (warning), όσον αφορά τους κινδύνους ενός υπερπληθωρισμού, τους οποίους επισημαίνουν διαρκώς πολλοί Γερμανοί τραπεζίτες και οικονομολόγοι (κυρίως μέλη της ΕΚΤ ή της Bundesbank), παρά το ότιαρκετά χρόνια πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης δεν έκαναν απολύτως τίποτα (αν και γνώριζαν ότι, οι εμπορικές τράπεζες σχεδόν διπλασίασαν την προσφερόμενη ποσότητα χρήματος, αυξάνοντας δραματικά την παροχή πιστώσεων), είναι «ψευδεπίγραφη» – ενώ εξυπηρετεί προφανώς άλλες σκοπιμότητες.

Η τότε έντονα επεκτατική πιστωτική πολιτική των εμπορικών τραπεζών, οδήγησε αναμφίβολα στην πληθωριστική αύξηση των τιμών των ακινήτων – καθώς επίσης άλλων περιουσιακών στοιχείων. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν, ιδίως οι γερμανικές τράπεζες, «τιμολογιακές φούσκες», στο σπάσιμο των οποίων, καθώς επίσης στην ύφεση που το ακολούθησε, οφείλεται η έκρηξη του δημοσίου χρέους χωρών όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία – στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν έπεσε στην παγίδα ο ιδιωτικός τομέας, γεγονός που τεκμηριώνεται από τον ελάχιστο συγκριτικά δανεισμό του, αλλά ο δημόσιος (μέσα από τον τεράστιο δανεισμό του για έργα υποδομής, για τους Ολυμπιακούς αγώνες, για τα υπερβολικά εξοπλιστικά προγράμματα κλπ. – κυρίως προς όφελος της γερμανικής και γαλλικής βιομηχανίας).

Η αδιαφορία αυτή απέναντι στις οικονομικές αλληλεπιδράσεις, συνεχίζεται με την ίδια ένταση και τον ίδιο «δογματισμό» από τη σημερινή κυβέρνηση της Γερμανίας – η οποία προωθεί καταστροφικά προγράμματα λιτότητας, «υπό την «αιγίδα» της Κομισιόν και της ΕΚΤ. Η επικέντρωση στη μείωση των δαπανών και στην εσωτερική υποτίμηση των μισθών, χωρίς κανενός είδους αναπτυξιακή πολιτική, υποσκάπτει σταθερά την πιστοληπτική ικανότητα όλων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης– παρά το ότι είναι γνωστό πως σε μία Οικονομία, οι δαπάνες του ενός είναι τα έσοδα του άλλου.

Προφανώς, εάν τόσο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, όσο και το δημόσιο μειώνουν ταυτόχρονα τα έξοδα τους, τότε εκμηδενίζεται η Ζήτηση, καθώς επίσης το ΑΕΠ – επομένως, γίνονται όλοι μαζί φτωχότεροι, ενώ το δημόσιο χρέος σε απόλυτα μεγέθη, πόσο μάλλον ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αυξάνεται συνεχώς. Ακριβώς αυτό συμβαίνει σήμερα σε όλη την Ευρωζώνη, στην οποία έχουν επιβληθεί «δρακόντεια» μέτρα λιτότητας – ακριβώς σε αυτόν το λόγο οφείλεται η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των περισσοτέρων χωρών της, καθώς επίσης η απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών, η οποία οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια, σε μεγαλύτερα ελλείμματα, τα οποία εκβάλλουν σε μεγαλύτερα χρέη κοκ.

Φυσικά ισχύει το ότι, εάν το δημόσιο χρέος είναι τόσο μεγάλο (όπως στην Ελλάδα και στην Ιταλία), η εξυπηρέτηση των τόκων επιβαρύνει δυσανάλογα την οικονομική δυνατότητα της χώρας – οπότε τα νέα δάνεια δεν αποτελούν λύση. Εν τούτοις, τα χρέη δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεξάρτητα μεγέθη – τα χρέη του ενός δηλαδή, είναι η περιουσία του άλλου, γεγονός που αποσιωπούν σκόπιμα οι υπέρμαχοι της πολιτικής λιτότητας.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading