ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ  

Η κρίση ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 2001, όταν η κυβέρνηση της Αργεντινής επέβαλλε στους κατοίκους της ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωσε» τις καταθέσεις τους (το γνωστό «corralito»). Εκείνη τη στιγμή, οι δύο μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ουρουγουάης αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, λόγω της μεγάλης έκθεσης τους στην Αργεντινή. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι δύο αυτές τράπεζες («υπεύθυνες» για το 20% των συνολικών καταθέσεων εντός του συστήματος) ανήκαν σε οικονομικούς ομίλους της Αργεντινής – οπότε ήταν εξαιρετικά ευαίσθητες στις εκεί συνθήκες.

Ειδικά η BGU, η νούμερο δύο τράπεζα της Ουρουγουάης σε όρους ενεργητικού, ήταν υποκατάστημα της μεγαλύτερης ιδιωτικής τράπεζας της Αργεντινής (Galicia) – ενώ είχε επικεντρώσει τις δραστηριότητες της σχεδόν αποκλειστικά στη λήψη καταθέσεων Αργεντινών υπηκόων, καθώς επίσης στο δανεισμό Αργεντινών, ιδιωτών και επιχειρήσεων.

Όταν λοιπόν η Αργεντινή επέβαλλε ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωμα» καταθέσεων, η BGU αφενός μεν απομονώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Αργεντινή, αφετέρου αντιμετώπισε εκροή καταθέσεων, εκ μέρους των Αργεντινών (οι νέες εστίες πυρκαγιάς στην Α. Ευρώπη, επίσης στην Τουρκία, οφείλουν να προσεχθούν ιδιαίτερα από τις Ελληνικές τράπεζες).

Μόνο τον Ιανουάριο του 2002, η BGU έχασε το 15% των συνολικών καταθέσεων της, αντιμετωπίζοντας αμέσως τεράστια προβλήματα ρευστότητας – με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης να υποχρεωθεί να σταματήσει τη λειτουργία της (απόσυρση αδείας στις 13. Φεβρουαρίου). Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο ή στη Μ. Βρετανία, σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης ή των Η.Π.Α.

Η BC τώρα, η μεγαλύτερη τότε ιδιωτική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία ήταν επίσης εκτεθειμένη στην οικονομία της Αργεντινής, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας που κατείχε (ομόλογα), καθώς επίσης λόγω των δανείων της στον αργεντινό όμιλο εταιρειών BGdeN, του οποίου αποτελούσε υποκατάστημα, αντιμετώπισε ανάλογα προβλήματα ρευστότητας (μετά από κάποιες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της, μεσολάβησε η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία τελικά την «αναδιάρθρωσε»).

Τις επόμενες εβδομάδες, έως το Μάρτιο του 2002, καθώς η οικονομική κρίση της Αργεντινής εξελισσόταν, το 12% των συνολικών καταθέσεων «εγκατέλειψε» την Ουρουγουάη (Πίνακας Ι). Παρά το ότι λοιπόν οι Αρχές βοηθούσαν τις τράπεζες, παρέχοντας τους ρευστότητα, ενώ είχε ανακοινωθεί επί πλέον από το ΔΝΤ ένα πρόγραμμα δανεισμού τους, η αρνητική δημοσιοποίηση των προβλημάτων άσκησε μεγάλες πιέσεις στο νόμισμα της χώρας, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξήσει τα περιθώρια διακύμανσης του από το 6% στο 12% – επιδεινώνοντας εξ αυτού τη θέση των τραπεζών.

Αν και ακολούθησε η υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ουρουγουάης, η οποία ως συνήθως συνοδεύεται από την αντίστοιχη μείωση της αξιολόγησης των τραπεζών, ενώ οι καταθέσεις μειώνονταν διαρκώς, η κυβέρνηση συνέχισε να ενισχύει τις τράπεζες – ακόμη και όταν η τρίτη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της χώρας αντιμετώπισε με τη σειρά της προβλήματα ρευστότητας.

Εν τούτοις, όταν τον Ιούλιο τα επιτόκια δανεισμού της Ουρουγουάης (spreads) αυξήθηκαν υπερβολικά (έως και 20%, όσο περίπου τα ελληνικά σήμερα – 25% το Νοέμβριο του 2002), τα συναλλαγματικά της αποθέματα μειώθηκαν δραματικά (80%) και αφέθηκε ελεύθερη η ισοτιμία του νομίσματος (πέζο), το οποίο υποτιμήθηκε αμέσως κατά 27%, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ανακοινώσει το κλείσιμο των τραπεζών – για πέντε ημέρες (bank holidays).

 Στα τέλη Ιουλίου του 2002, το 38% των καταθέσεων είχε εγκαταλείψει το σύστημα, το πέζο είχε υποτιμηθεί κατά 57%, ενώ οι περισσότερες τράπεζες ήταν πρακτικά χρεοκοπημένες. Το 67% των καταθέσεων ήταν στα χέρια της κυβέρνησης, είτε στις κρατικές τράπεζες, είτε στις «κρατικοποιημένες», ενώ το 51% των καταθέσεων κατοίκων του εξωτερικού είχαν φύγει από τη χώρα.

Την 1η Αυγούστου, μετά το κλείσιμο των τραπεζών, χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τα συνδικάτα σε μία τετράωρη γενική απεργία, η οποία κατέληξε σε λεηλασίες καταστημάτων και σε οδομαχίες, στις φτωχές περιοχές του Montevideo. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την αποστολή χιλιάδων αστυνομικών, οι οποίοι τελικά απεκατέστησαν την ηρεμία. Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, στις 16 Απριλίου του 2002, περί τους 100.000 διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί ξανά στην πρωτεύουσα της χώρας, με στόχο να διαμαρτυρηθούν για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της.

Επίσης, στις 12. Ιουνίου μία 24ωρη γενική απεργία είχε νεκρώσει εντελώς τη χώρα – για πρώτη φορά μετά το 1984, όπου η τότε στρατιωτική κυβέρνηση ήταν λίγο πριν την πτώση της. Τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι επιχειρηματίες απαιτούσαν πολιτικά μέτρα για την διατήρηση του κοινωνικού κράτους, της εθνικής βιομηχανίας και της ανάπτυξης της οικονομίας – διαμαρτυρόμενοι ταυτόχρονα για την αύξηση των φόρων (οι ομοιότητες με την Ελλάδα είναι προφανείς).

.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ  

Στις αρχές Αυγούστου του 2002, το ΑΕΠ της Ουρουγουάης βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση (12% σε ετήσια βάση), οι επιχειρήσεις έκλειναν η μία μετά την άλλη και η ανεργία είχε εκτοξευθεί στα ύψη – το νόμισμα έχανε συνεχώς σε αγοραστική αξία και το δημόσιο χρέος, σε όρους δολαρίου, ξεπερνούσε πλέον τα ασφαλή επίπεδα. Ο άνθρωποι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η επιδρομή εναντίον των τραπεζών (bank run) είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να διακόψει τη λειτουργία τους – με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ότι, η Ουρουγουάη θα χρειαζόταν ένα θαύμα για να αποφύγει την οριστική χρεοκοπία, δίνοντας πιθανότητες 1% σε κάτι τέτοιο.

Ειδικοί εκ μέρους των Η.Π.Α. (U.STreasury) είχαν καταφθάσει επειγόντως στη χώρα, με σκοπό να βοηθήσουν στην εύρεση λύσης. Η αιτία της μη ενασχόλησης του ΔΝΤ με το πρόβλημα της Ουρουγουάης, ήταν η απαίτηση του να βοηθήσει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, η χώρα θα κήρυσσε στάση πληρωμών και θα μετέτρεπε όλα τα χρηματικά αποθέματα της (καταθέσεις) σε ομόλογα – ληστεύοντας προφανώς τους Πολίτες της, για να πληρώσει τους πιστωτές της. Η κυβέρνηση δεν συμφώνησε με τέτοιες μεθόδους, προτιμώντας να ζητήσει τη βοήθεια του U.S. Treasury – το οποίο είχε την απαιτούμενη εμπειρία, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών.

 Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά να σταματήσει η «τραπεζική επιδρομή», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ένα διάλειμμα στο σύστημα πληρωμών της χώρας – το οποίο θα εμπόδιζε τη μεγέθυνση της ζημίας που είχε προκαλέσει στην οικονομία της η κρίση της Αργεντινής. Αντίθετα με το ΔΝΤ, η επιτροπή των οικονομολόγων των δύο χωρών πίστευε ότι, η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης θα έπρεπε να αναβληθεί για αργότερα – αφού θα είχε σταθεροποιηθεί η οικονομία της.

Παράλληλα θεωρήθηκε πως η επιδρομή στις τράπεζες οφειλόταν στην πεποίθηση των καταθετών σε σχέση με το ότι, η κεντρική τράπεζα δεν είχε τόσα χρήματα, όσες οι καταθέσεις τους (εύλογη, αφού καμία τράπεζα δεν διατηρεί τις καταθέσεις στα θησαυροφυλάκια της, αλλά μόλις το 2% στην κεντρική). Έτσι, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματα τους το δυνατόν γρηγορότερα – πριν εξαντληθούν δηλαδή τα αποθέματα των τραπεζών.

Αποφασίσθηκε λοιπόν ότι, η λύση ήταν η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων – η κάλυψη τους δηλαδή κατά 100% με δολάρια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατον για την κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, επειδή δεν μπορούσε να δανεισθεί ένα τέτοιο ποσόν. Έτσι, η επιτροπή απευθύνθηκε στο ΔΝΤ για τη χρηματοδότηση, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες να πείσει το Ταμείο για την επιτυχία του σχεδίου της. Στόχος της ήταν ένα δάνειο ύψους 1,5 δις $ – οπότε, εάν το ΔΝΤ συμφωνούσε να δώσει 500 εκ. $, τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από την Παγκόσμια Τράπεζα, ως συνήθως σε συνεργασία με τηνIDB (Inter-American Development Bank).

 Το ΔΝΤ, όπως και οι δύο υπόλοιποι οργανισμοί, συμφώνησαν τελικά ενώ, επειδή η επιτροπή θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου της το άμεσο άνοιγμα των τραπεζών, ζητήθηκε δάνειο από το U.S. Treasury (bridge loan), έως ότου οι τρεις οργανισμοί ολοκληρώσουν τις απαραίτητες διαδικασίες έγκρισης. Έτσι, οι τράπεζες άνοιξαν πολύ γρήγορα, η επιδρομή των καταθετών δεν συνεχίσθηκε, η κρίση τελείωσε και η ανάπτυξη επανήλθε το 2003 (αύξηση του ΑΕΠ κατά 11% το 2004).

Αργότερα, το Μάιο του 2003, η κυβέρνηση της Ουρουγουάης συνεργάσθηκε με τους πιστωτές της, με στόχο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της. Η «προσφορά» των νέων «ομολόγων ανταλλαγής» ανακοινώθηκε στις 10 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου, με την αποδοχή του 93% των πιστωτών. Από τα 5,4 δις $ δηλαδή αναδιαρθρώθηκαν τελικά τα 5 δις $, ενώ το ΔΝΤ υπολόγισε τον περιορισμό της αξίας των ομολόγων, λόγω της χρονικής τους μετάθεσης, στο -20%.

Ουσιαστικά συμφωνήθηκε η αύξηση του χρόνου αποπληρωμής των ομολόγων του δημοσίου κατά πέντε έτη, χωρίς να μειωθεί η ονομαστική τους αξία (δεν υπήρξε διαγραφή χρέους – haircut) και χωρίς να υπάρξει καμία αλλαγή στα επιτόκια. Το χρέος προς το ΔΝΤ αποπληρώθηκε και η χώρα επανήλθε στις χρηματοπιστωτικές αγορές τον ίδιο χρόνο, μετά από πολύ σύντομη απουσία.

Τέλος, παρά το ότι τα CDS υπήρχαν εκείνη την εποχή, δεν χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη έκταση, οπότε δεν έγινε καμία συζήτηση σχετικά με το εάν η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης αποτελούσε πιστωτικό γεγονός ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, ηS&P αξιολόγησε την αναδιάρθρωση σαν SD (Selective Default – Επιλεκτική Χρεοκοπία), όπως την Ελληνική, ενώ η Fitch σαν χρεοκοπία (DDD) – ενώ τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παρά το ότι μειώθηκαν δραστικά, παρέμειναν έκτοτε σχεδόν διπλάσια, σε σχέση με αυτά πριν από την κρίση.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading