Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Σε σχέση με την εξυγίανση των τραπεζών, είναι σημαντικό να τις διαχωρίσει κανείς σε τρεις ομάδες, λόγω της φύσεως των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων τους: στις κρατικές (BROU και BHU), στις ιδιωτικές, στις οποίες επενέβη το δημόσιο (BancoComercial, Banco Mondevideo–Caja Obrera και Banco de Credito), καθώς επίσης στις υπόλοιπες ιδιωτικές.
Οι κρατικές τράπεζες
Η BROU: Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, η BROU έχασε περί το 66% των συνολικών καταθέσεων της εντός του 2002 – γεγονός που επιδείνωσε σημαντικά τη ρευστότητα της, ενώ έφερε στο φως τα προβλήματα του Ισολογισμού της, καθώς επίσης πολλά διαχειριστικά ελαττώματα, προερχόμενα από την «ελλειμματική εταιρική διακυβέρνηση» της. Με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, η τράπεζα υποχρεώθηκε σε ένα δραστικό πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο συμπεριελάμβανε τα εξής:
(α) Το 2003 ιδρύθηκε μία εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού (Asset Management Company), με την εγγύηση του κράτους και με στόχο την κατηγορία των δανείων 4 και 5 (τα επισφαλή δάνεια στην Ουρουγουάη ονομάζονται δάνεια κατηγορίας 4 και 5 μέσα στο βιβλίο των τραπεζών, αντιπροσωπεύοντας τις δύο πιο επικίνδυνες κατηγορίες μεταξύ συνολικά πέντε).
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τα δάνεια αυτά όφειλαν αφενός μεν να «αποσβεσθούν» λόγω πλήρους αδυναμίας είσπραξης τους, αφετέρου να «καλυφθούν» χρηματοπιστωτικά, εντός μίας περιόδου 5 ετών. Η τράπεζα υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τη μεταφορά αυτών των δανείων προς την εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού, μέχρι το Δεκέμβρη του 2004.
(β) Η κυβέρνηση κάλυψε ένα ομόλογο δανεισμού της BROU (αφορούσε ένα εγγυημένο από το κράτος ομόλογο ύψους 776 εκ. $, το οποίο είχε εκδώσει η δεύτερη δημόσια τράπεζα, η BHU, η οποία δεν μπορούσε πλέον να το εξυπηρετήσει), ενώ η BHUυποσχέθηκε να το αποπληρώσει στο μέλλον.
(γ) Η τράπεζα υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει μελλοντικά την εμπορική της δραστηριότητα, απασχολούμενη μόνο με προϊόντα βασιζόμενα στο πέζο (καθόλου με προϊόντα άλλων νομισμάτων).
(δ) Το κόστος λειτουργίας της εξορθολογίστηκε, με στόχο τη μείωση του κατά 15% εντός των δύο επομένων ετών (απολύσεις προσωπικού κλπ.)
(ε) Το τμήμα ρίσκου (credit risk management) και παροχής δανείων της τράπεζας, υποχρεώθηκε να περιορίσει ριζικά το ποσοστό των επισφαλειών στο μέλλον.
Η BHU: Τέλη του 2001, οι περισσότερες καταθέσεις της BHU (77%) ήταν σε δολάρια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δανείων της (94%) ήταν σε πέζος – «αναφερόμενες» σε οφειλέτες, τα εισοδήματα των οποίων (μισθοί κλπ.) ήταν σε πέζος. Όπως ήταν φυσικό, όταν ξέσπασε η κρίση και υποτιμήθηκε σημαντικά το εθνικό νόμισμα, η μεγάλη έκθεση της τράπεζας σε δάνεια είχε σαν αποτέλεσμα να φτάσει στο χείλος της χρεοκοπίας.
Με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (το ΔΝΤ είχε αναλάβει τη μία κρατική τράπεζα, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα την άλλη), η BHU αναδιαρθρώθηκε ριζικά – υποχρεούμενη να μετατραπεί σε ένα μη τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο δεν επιτρεπόταν πλέον να λαμβάνει νέες καταθέσεις (με εξαίρεση τις προθεσμιακές «καταθέσεις ταμιευτηρίου»).
Εκτός αυτού, απαγορεύθηκε στην τράπεζα να παρέχει δάνεια υψηλότερα από το ποσόν των 50 εκ. $ συνολικά. Παράλληλα, η BHU αναγκάσθηκε να μειώσει δραστικά το κόστος λειτουργίας της, καθώς επίσης να δημιουργήσει συνθήκες απόλυτης διαφάνειας στον Ισολογισμό της.
Οι ιδιωτικές, «διασωθείσες» από το κράτος τράπεζες
Τον Ιανουάριο του 2003 η κυβέρνηση «εκκαθάρισε» τις δύο τράπεζες (Banco Comercial και Banco Montevideo–Caja Pbrera),δημιουργώντας εξ αυτών μία καινούργια: τη Nuevo Banco Comercial (NBC). Τέλη Φεβρουαρίου η νέα αυτή τράπεζα εξέδωσε ομόλογα (CDs), για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά των στοιχείων του Ενεργητικού των δύο «εκκαθαρισμένων» τραπεζών – με τα έσοδα εξ αυτών να οδηγούνται στη «μερική εξυπηρέτηση» των καταθέσεων των δύο προηγουμένων τραπεζών. Η τράπεζα άνοιξε τέλη Μαρτίου, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους έγινε η τρίτη μεγαλύτερη της χώρας, αντιπροσωπεύοντας το 9,5% των συνολικών καταθέσεων του συστήματος.
Από την άλλη πλευρά η τρίτη ιδιωτική τράπεζα, την οποία είχε διασώσει το κράτος, η Banco de Credito, τέθηκε τελικά σε εκκαθάριση, έκλεισε δηλαδή το Φεβρουάριο του 2003, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της. Επειδή τώρα η BCU ανήκε στις JP Morgan Chase, Dresdner Bank και Credit Suisse First Boston, ενώ έχασε το συνολικό Ενεργητικό της ύψους 800 εκ. $ όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να την κλείσει, η Ουρουγουάη καταδικάσθηκε τον Ιανουάριο του 2005 από το διεθνές εμπορικό επιμελητήριο, με έδρα το Παρίσι, σε αποζημίωση ύψους 120 δις $ προς τις τρεις ξένες τράπεζες-μετόχους.
Οι λοιπές ιδιωτικές τράπεζες
Ο τομέας αυτός του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, αποτελούμενος από ένα μικρό δίκτυο κυρίως ξένων τραπεζών, αφέθηκε ουσιαστικά στην τύχη του – υποχρεούμενος να προσπαθήσει με δικά του μέσα να ανταπεξέλθει με την κρίση. Στην πραγματικότητα, οι ιδιωτικές τράπεζες που κατάφεραν να ανταπεξέλθουν με τα προβλήματα τους, ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης – ενώ δεν έγιναν σημαντικές αναδιαρθρώσεις ή μειώσεις στα μεγέθη τους. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στη δομή της τραπεζικής αγοράς, μετά τον Ιούνιο του 2004:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η τραπεζική αγορά της Ουρουγουάης, τον Ιούνιο του 2004, σε εκ. $
| Τράπεζα |
Ενεργητικό |
Ποσοστά επί συνόλου |
| BROU |
4.941 |
42% |
| BHU |
1.202 |
10% |
| NBC |
1.057 |
9% |
| Σύνολο κρατικών τραπεζών |
7.200 |
61% |
| Ιδιωτικές τράπεζες |
4.568 |
39% |
| Γενικό σύνολο |
11.768 |
100% |
Πηγή: BHU – ΔΝΤ
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, οι κρατικές τράπεζες αντιπροσώπευαν στα τέλη Ιουνίου του 2004 περί το 61% του συνολικού Ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, με την κρατική BROU να παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς – αντιπροσωπεύοντας το 45% των συνολικών καταθέσεων, καθώς επίσης το 50% των συνολικών δανείων του συστήματος.
Αν και οι συνολικές καταθέσεις τον Ιούνιο του 2004 ήταν μόλις το 61% των αντίστοιχων το Δεκέμβριο του 2001 («χάθηκε» δηλαδή το 39%), ανέκτησαν τα επίπεδα του Ιουλίου του 2002 – όπου είχαν κλείσει η τράπεζες (bank holiday). Όσον αφορά τις καταθέσεις των ξένων, έχουν μειωθεί πλέον στο 38%, σε σχέση με το επίπεδο τους πριν από την κρίση.
.
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ
Η προσέγγιση της κρίσης από την Αργεντινή ήταν εντελώς διαφορετική, από αυτήν της Ουρουγουάης. Επομένως θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή αναφορά, έτσι ώστε να συμπεράνουμε ποια από τις δύο χώρες ακολούθησε το σωστότερο δρόμο – κρίνοντας αποκλειστικά και μόνο εκ του αποτελέσματος για τους Πολίτες (η έννοια «σωστό» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, εάν δεν εξετάζεται από την πλευρά του ποιόν ωφελεί και ποιόν ζημιώνει).
Το Δεκέμβρη του 2001 η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών, η οποία αφορούσε τόσο τους εγχώριους, όσο και τους ξένους ιδιοκτήτες των ομολόγων της. Το συνολικό ποσόν, το οποίο όφειλε να αναδιαρθρωθεί, ήταν της τάξης των 100 δις $ (περί τα 70 δις €) – αν και η πρόταση αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές της δεν έγινε έως το 2004 και δεν ολοκληρώθηκε ούτε το 2005. Τελικά, οι ιθύνοντες της Αργεντινής πρότειναν στους δανειστές την εξόφληση ενός μέρους των απαιτήσεων τους, αναγκάζοντας τους «είτε να δεχθούν, είτε να το αφήσουν» (take it or leave it offer).
Το 75% των δανειστών της Αργεντινής συμφώνησε να αποδεχθεί την πρόταση της κυβέρνησης, η οποία προέβλεπε διαγραφή χρεών (haircut) ύψους περί το 65% (μέσω επέκτασης του χρόνου αποπληρωμής, μείωσης της ονομαστικής αξίας και δόσεις με χαμηλά επιτόκια). Η διαμάχη μεταξύ της Αργεντινής και του 25% των πιστωτών της, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της κυβέρνησης, συνέχισε μέχρι το 2010, όπου η Αργεντινή κατάφερε να ολοκληρώσει μία επόμενη συμφωνία – ενώ απομένουν ακόμη 7,5 δις $ χρέους, στις χώρες που εκπροσωπούνται από «το κλαμπ του Παρισιού».
Στην περίπτωση της Αργεντινής πρόκειται προφανώς για ένα «πιστωτικό γεγονός», το οποίο ενεργοποιεί τα CDS – ενώ η S&P αξιολόγησε της Αργεντινή με SD (Επιλεκτική χρεοκοπία), όπως ακριβώς την Ουρουγουάη (Ελλάδα) και η Fitch με DD, ήδη από το 2001.
Μετά την αναδιάρθρωση χρέους, η Ουρουγουάη εισήλθε αμέσως σε πορεία ανάπτυξης, επιτυγχάνοντας μέσους ρυθμούς αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, της τάξης του 8% μεταξύ των ετών 2004 και 2008. Παραδόξως, η οικονομία της Αργεντινής αναπτύχθηκε ανάλογα βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στις υψηλότερες τιμές των εμπορευμάτων. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της ίδιας χρονικής περιόδου, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της Αργεντινής ήταν 8,5% – παρά την «οικονομική ανεπάρκεια» των κυβερνητικών στελεχών της, καθώς επίσης την απομόνωση της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Επομένως, η μορφή της αναδιάρθρωσης, είτε αυτή της Ουρουγουάης (soft), είτε αυτή της Αργεντινής (hard), δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, όσον αφορά την εξέλιξη των δύο χωρών – ενώ η Αργεντινή, σε αντίθεση με την Ουρουγουάη, κατάφερε τελικά να μειώσει στο μισό το δανεισμό της, με τεράστια οφέλη τόσο για τον προϋπολογισμό (τόκοι δανείων), όσο και για τους Πολίτες της.
Όσον αφορά δε τις αγορές, σε τελική ανάλυση κρίνουν και δανείζουν ανάλογα με τη προβλεπόμενη μελλοντική εξέλιξη της χώρας και όχι με βάση τις ζημίες τους από το παρελθόν – οπότε μία χώρα, η οποία επιλέγει το δύσκολο δρόμο (λιτότητα, ύφεση κλπ.), χωρίς καμία ελπίδα επιτυχίας όπως η Ελλάδα, είναι πολύ πιο δύσκολο να επανέλθει στις αγορές, από μία άλλη που επιλέγει ριζικές λύσεις (haircut κλπ.), οι οποίες εξασφαλίζουν τη μελλοντική της ανάπτυξη.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σχεδόν για τρία ολόκληρα χρόνια ασχολούμαστε με την οικονομική ενημέρωση, στο βαθμό που μπορούμε – με όλα τα τυχόν λάθη ή τις παραλείψεις μας. Σκοπός μας δεν είναι η απόδοση ευθυνών, οι κατηγορίες η/και η κριτική κανενός (θα ήταν μάλλον ανόητο), αλλά απλά και μόνο η ανάλυση όλων όσων συμβαίνουν ή έχουν συμβεί με κάποιες, ή δυνατόν «εποικοδομητικές» προτάσεις – αφού πιστεύουμε απόλυτα ότι, η γνώση είναι δύναμη, ενώ η άμεση Δημοκρατία απαιτεί πλήρη ενημέρωση των Πολιτών μίας χώρας (η οποία πρέπει να επιδιώκεται σε όλους τους «τομείς γνώσης» και όχι μόνο στα οικονομικά).
Περαιτέρω θεωρούμε ότι, η άμεση Δημοκρατία είναι η μοναδική λύση μας απέναντι στην παντοδυναμία του απολυταρχικού καπιταλισμού (κινεζικός δρόμος), ο οποίος διαδέχθηκε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς επίσης απέναντι στην «δριμύτητα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού – αυτού δηλαδή που προωθεί το «δυτικό» κυρίως Καρτέλ, σε πλήρη συνεργασία με τις αχόρταγες, ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες δεν «συμπεριφέρονται» σύμφωνα με το «αόρατο χέρι» του A.Smith (αδυνατώντας προφανώς να λειτουργήσουν με τους κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς, χωρίς αυτό να προϋποθέτει συνωμοσίες).
Στα πλαίσια τώρα της παραπάνω ανάλυσης της κρίσης της Ουρουγουάης, έχουμε την άποψη ότι, η μοναδική πλέον επιλογή της Ελλάδας είναι η ανάπτυξη ή η στάση πληρωμών – χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Εάν δεν εξασφαλιστεί άμεσα η ανάπτυξη για τη χώρα μας, με οποιονδήποτε εφικτό διακανονισμό αποπληρωμής των υποχρεώσεων της (άρθρο μας), οφείλουμε να προβούμε γρήγορα σε στάση πληρωμών, παραμένοντας δυστυχώς υποχρεωτικά στο χώρο του Ευρώ – διαφορετικά είναι πλέον φύσει αδύνατον να επιβιώσουμε (αν και δεν βλέπουμε σοβαρές προοπτικές επιβίωσης του Ευρώ, κρίνοντας από τις «ικανότητες» του περιπλανώμενου Ευρωθιάσου και τα συνεχή «ήξεις αφίξεις» της ανατολικογερμανίδας καγκελαρίου).
Τέλος, τόσο η αισιόδοξα προβλεπόμενη (άρθρο μας – Πίνακας Ι) επιδείνωση της ύφεσης, όσο και οι εγκληματικές ιδιωτικοποιήσεις κάτω από τις σημερινές συνθήκες (με το χρηματιστήριο στο ναδίρ και τις αξίες «καταρρακωμένες»), απειλούν να μας οδηγήσουν δεκάδες χρόνια πίσω – εάν δεν μας καταδικάσουν σε μία νέα «κατοχή» της Ελλάδας, από τους συνήθεις δυτικούς εισβολείς και νεοαποικιοκράτες.
Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η καταβαράθρωση των τιμών των μετοχών τους είναι η καλύτερη τεκμηρίωση σε σχέση με το τι πρόκειται να συμβεί σύντομα – κρίνοντας από την εμπειρία της Ουρουγουάης, από την ριζική αναδιάρθρωση που ακολούθησε, η οποία καταδίκασε χιλιάδες τραπεζοϋπαλλήλους στην ανεργία, καθώς επίσης από τις μάλλον «σκοτεινές» προθέσεις κάποιων «εταίρων» μας.
Εκτός αυτού, η απίστευτη μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής της Alpha Bank, για παράδειγμα, από 4,70 € στα 0,30 €(σημερινή τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής 1,90 €), ταυτόχρονα με τον τεράστιο περιορισμό των Ιδίων Κεφαλαίων της κατά2,5 δις € (στο 1,1 δις €), δεν προϊδεάζει για τα καλύτερα – ενώ μάλλον τεκμηριώνει ότι, έχουμε εισέλθει στην «τελική ευθεία». Προφανώς δε, η σημερινή κατάσταση επηρεάζει, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια και τα άλλα ταμεία (συνταξιοδοτικά κλπ.), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον τους.
