ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΑΣΥΜΜΕΤΡΙΕΣ - Σελίδα 3 από 4 - The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΑΣΥΜΜΕΤΡΙΕΣ

 ΤΑ ΕΥΡΩΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΑ ΔΟΧΕΙΑ  

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, από το 2007 ουσιαστικά, ένας μοναδικός λογαριασμός της γερμανικής κεντρικής τράπεζας (Bundesbank) αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ο οποίος αντιστοιχεί με το 50% σχεδόν του συνολικού ενεργητικού της (ή με το 14% του γερμανικού ΑΕΠ). Έτσι λοιπόν, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι απαιτήσεις της κεντρικής τράπεζας της χώρας, απέναντι σε άλλες κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης, οι οποίες προέρχονται από το ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών «target-2», ανήλθαν στα 340 δις € – από σχεδόν μηδενικές πριν το 2007 (Πίνακας V – ποσά κατά προσέγγιση).

 ΠΙΝΑΚΑΣ V: Απαιτήσεις της Bundesbank εντός του ευρωσυστήματος, σε δις € 

Τράπεζα

2007

2008

2009

2010

2011

 

 

 

 

 

Bundesbank

25

100

150

250

340

Πηγή: Bundesbank

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σύμφωνα τώρα με τον ικανότατο πρόεδρο του Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας του Μονάχου, οι παραπάνω απαιτήσεις από το λογαριασμό «target-2» αποτελούν ένα ακόμη ρίσκο για τη Γερμανία. Αντίθετα, με βάση τη γερμανική κεντρική τράπεζα, καθώς επίσης την ΕΚΤ, δεν υπάρχει κανένας επί πλέον κίνδυνος για τη χώρα. Για να μπορέσει τώρα να αναλύσει κανείς εάν πράγματι υπάρχει κάποιο ρίσκο ή όχι, οφείλει να ερευνήσει τις λεπτομέρειες του συστήματος πληρωμών target-2.

Μέσω λοιπόν του συγκεκριμένου «ευρωσυστήματος», διακανονίζονται πληρωμές σε «κεντρικά τραπεζικά χρήματα». Μία τέτοια πληρωμή δημιουργείται, για παράδειγμα, όταν μία ελληνική επιχείρηση παραγγέλνει ένα μηχάνημα στη Γερμανία και θέλει να το πληρώσει. Στην περίπτωση αυτή, δίνει εντολή στην ελληνική τράπεζα να εμβάσει τα χρήματα στο λογαριασμό του προμηθευτή της – στη γερμανική προφανώς εμπορική τράπεζα. Αντίστοιχα, όταν μία γερμανική εταιρεία αγοράζει εμπορεύματα από μία ελληνική, δημιουργούνται ανάλογες κινήσεις.

Οι δύο τράπεζες τώρα, η γερμανική και η ελληνική, «συμψηφίζουν» ουσιαστικά τέτοιου είδους πληρωμές των πελατών τους μεταξύ τους και αποπληρώνουν το τελικό ποσόν που απομένει. Εάν λοιπόν υποθέσουμε ότι, η ελληνική τράπεζα είναι ο τελικός χρεώστης, τότε πληρώνει το υπόλοιπο στη γερμανική, μέσω του συστήματος «target-2» – στη συνέχεια, κατ’ αναλογία με τις εμπορικές τράπεζες, συμψηφίζουν τα υπόλοιπα τους και πληρώνουν οι κεντρικές.

Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητα τα κεντρικά τραπεζικά χρήματα – ενώ, είτε η ελληνική τράπεζα διαθέτει καταθέσεις στηνΤράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) και πληρώνει με αυτές, είτε δανείζεται τα απαιτούμενα χρήματα από την ΤτΕ. Μέσω αυτής της δανειακής συναλλαγής, την οποία «προσφέρουν» όλες οι κεντρικές τράπεζες της Ευρώπης το ελάχιστο μία φορά την εβδομάδα στις εμπορικές, δημιουργείται για την ελληνική τράπεζα ένα πιστωτικό στο λογαριασμό της – ταυτόχρονα, μία υποχρέωση της να το εξοφλήσει. Για την κεντρική τράπεζα, το πιστωτικό είναι μία υποχρέωση για πληρωμή κεντρικού τραπεζικού χρήματος, απέναντι στην οποία υπάρχει η απαίτηση της πληρωμής του εμβάσματος της εμπορικής τράπεζας.

Συνοψίζοντας, με την πληρωμή μέσω του συστήματος target-2, «δρομολογείται» η ακόλουθη αλυσίδα υποχρεώσεων: Η ΤτΕ εγγράφει ένα χρεωστικό στην ελληνική εμπορική τράπεζα, τα χρήματα αυτά φεύγουν από την ΤτΕ προς την ΕΚΤ και από αυτήν στην Bundesbank – η οποία εγγράφει ένα πιστωτικό (κατάθεση), στο λογαριασμό που διατηρεί η γερμανική εμπορική τράπεζα (η Deutsche bank για παράδειγμα) σε αυτήν. Με τον τρόπο αυτό η γερμανική εμπορική τράπεζα, μέσω της παραπάνω πιστωτικής εγγραφής της Bundesbank, έχει από αυτήν μία απαίτηση πληρωμής κεντρικού τραπεζικού χρήματος – κατ’ επέκταση, η Bundesbank έχει μία ανάλογη απαίτηση από την ΕΚΤ, η ΕΚΤ από την ΤτΕ και η ΤτΕ από την ελληνική εμπορική τράπεζα(από την Εθνική για παράδειγμα).

Έτσι λοιπόν, η εξόφληση της αρχικής παραγγελίας του μηχανήματος από την ελληνική εταιρεία προς τη γερμανική, αυξάνει ουσιαστικά τις «target-2» απαιτήσεις της Bundesbank στην ΕΚΤ – αφού είναι αδύνατη η εξόφληση τους από την ΤτΕ η οποία, όπως όλες οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, δεν μπορεί να παράγει πια χρήματα από το πουθενά.

Με δεδομένο τώρα το ότι, η γερμανική οικονομία είναι πλεονασματική (εξαγωγές μεγαλύτερες των εισαγωγών), είναι φυσιολογικό να αυξάνονται οι απαιτήσεις της απέναντι στο εξωτερικό – οπότε της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ (εκτός εάν επένδυε στις υπόλοιπες ελλειμματικές χώρες, αγοράζοντας ακίνητα ή επιχειρήσεις σε αυτές – κάτι που οφείλουμε να τονίσουμε ιδιαίτερα, ειδικά όσον αφορά τις πιέσεις της Γερμανίας στη χώρα μας, σε σχέση με τις γνωστές αποκρατικοποιήσεις των50 δις €).

Βέβαια, η Γερμανία ήταν ανέκαθεν εξαγωγικά ισχυρή, χωρίς όμως μέχρι το 2007 να δημιουργούνται target-2 απαιτήσεις τηςBundesbank, απέναντι στην ΕΚΤ – επομένως υπήρξαν και στο παρελθόν ισχυρές εισροές κεντρικού τραπεζικού χρήματος στη Γερμανία, από όλες τις ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης, χωρίς να υπάρχουν προβλήματα.

Είναι εμφανές λοιπόν ότι, έως το ξεκίνημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα χρήματα που εισέρρεαν στο γερμανικό τραπεζικό σύστημα, οδηγούνταν ξανά πίσω – δια μέσου των συνεχώς αυξανομένων απαιτήσεων των γερμανικών εμπορικών τραπεζών, απέναντι στις εμπορικές τράπεζες των ελλειμματικών χωρών (για παράδειγμα, της Deutsche Bank απέναντι στην ΕΤΕ). Οι εμπορικές τράπεζες της Γερμανίας δηλαδή δάνειζαν τις επιχειρήσεις των ελλειμματικών χωρών ή προσέφεραν στις τράπεζες τους «κεντρικά τραπεζικά χρήματα», τα οποία οι ίδιες (οι γερμανικές) δεν χρειάζονταν.

Μετά την κρίση όμως, ειδικά σαν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας της Lehman Brothers, τα πράγματα άλλαξαν. Οι γερμανικές τράπεζες έπαψαν να εμπιστεύονται τις τράπεζες ή τις επιχειρήσεις (ιδιώτες κλπ.) των ελλειμματικών χωρών, φοβούμενες τυχόν πτώχευση τους και σταμάτησαν να τις δανείζουν. Η Bundesbank δε περιγράφει περιληπτικά ως εξής τη «νέα τάξη πραγμάτων»: «Οι εμπορικές τράπεζες της Γερμανίας ήταν λιγότερο διατεθειμένες, μετά την κρίση, να δανείζουν τις ξένες στη διατραπεζική αγορά – τοποθετώντας τα χρήματα τους (απαιτήσεις) στη γερμανική κεντρική τράπεζα». Επί πλέον, πολλές τράπεζες των αδύναμων χωρών δανείζονται από την ΕΚΤ περισσότερα χρήματα από όσα χρειάζονται, λόγω ανασφάλειας, καταθέτοντας όσα δεν χρειάζονται στις ισχυρές τράπεζες των πλεονασματικών χωρών της ΕΕ.

Έτσι λοιπόν, οι απαιτήσεις των γερμανικών για παράδειγμα εμπορικών τραπεζών απέναντι στην Bundesbank αυξάνονται, παράλληλα με τις απαιτήσεις της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ – με αποτέλεσμα τόσο το σύστημα, όσο και η ίδια η ΕΚΤ, να έλθουν ίσως αντιμέτωποι με έναν μάλλον σοβαρότατο κίνδυνο, εάν τυχόν «σπάσει» ένα από τα κομμάτια της αλυσίδας.

Το γεγονός αυτό είναι μία ακόμη βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια του συστήματος, η οποία πιθανότατα δεν επιτρέπει τη χρεοκοπία καμίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης και καμίας ευρωπαϊκής «συστημικής» τράπεζας. Ο Πίνακας VI«αποτυπώνει» τις target-2 θέσεις στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα:

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: Απαιτήσεις και υποχρεώσεις στο target-2 σύστημα (ποσά κατά προσέγγιση από διάγραμμα)

Χώρα

Απαιτήσεις/Υποχρεώσεις

Χώρα

Απαιτήσεις/Υποχρεώσεις

 
Γερμανία

321

Σλοβακία

-16

Λουξεμβούργο

70

Βέλγιο

-20

Ολλανδία

40

Αυστρία

-25

Φιλανδία

20

Γαλλία

-25

Ιταλία

./.

Ισπανία

-50

Μάλτα

./.

Πορτογαλία

-60

Σλοβενία

./.

Ελλάδα

-95

Κύπρος

-10

Ιρλανδία

-150

Πηγή: Bundesbank

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού είναι πάντοτε μηδενικό – ισοσκελισμένο δηλαδή.  Η ΕΚΤ, η τράπεζα διακανονισμών της Ευρωζώνης εν προκειμένω, θα ευρισκόταν στο «μάτι του κυκλώνα», εάν τυχόν εμφανίζονταν επιπλοκές στην εξυπηρέτηση των δανείων, όπως στο σημερινό παράδειγμα της χώρας μας (μυστική συνάντηση στις 6. Μαΐου στο Λουξεμβούργο)

Όπως βλέπουμε από τον Πίνακα VI, μόνο τέσσερις χώρες «χρηματοδοτούν» το σύστημα, ενώ οι τέσσερις τελευταίες έχουν τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις απέναντι του – γεγονός που τεκμηριώνει ακόμη μία φορά τις ιδιαίτερες αδυναμίες τους. Επίσης αποδεικνύεται και από εδώ το ότι, το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης έχει πολύ μεγάλα προβλήματα (άρθρο μας), ενώ επικρατεί μία άνευ προηγουμένου έλλειψη εμπιστοσύνης των τραπεζών μεταξύ τους – κάτι που σίγουρα θα οδηγήσει την ΕΕ σε ένα τεράστιο αδιέξοδο, εάν δεν επιλυθεί σύντομα.

Ολοκληρώνοντας, προφανώς δεν κινδυνεύουν οι target-2 απαιτήσεις της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ – όσο τουλάχιστον οι απαιτήσεις της ΕΚΤ απέναντι στις τράπεζες των ελλειμματικών χωρών της Ευρωζώνης είναι «καλυμμένες». Εάν τυχόν όμως αποδειχθεί ότι τα καλύμματα (εγγυήσεις) είναι χαμηλότερης αξίας των δανείων, ή εάν υπάρξει διαγραφή χρεών κάποιας χώρας (χρεοκοπία κλπ.), τότε η ΕΚΤ θα αναγκασθεί να αυξήσει τα κεφάλαια της, για να ανταπεξέλθει με τις ζημίες και να μην χρεοκοπήσει (κινδύνους που δεν έχει η Fed). 

 Κατ’ επέκταση, τα κεφάλαια θα πρέπει να προέλθουν από τους μετόχους της – από τις κεντρικές τράπεζες δηλαδή των κρατών που συμμετέχουν στην ΕΚΤ. Ο τελικός κίνδυνος λοιπόν της Γερμανίας δεν είναι τα 340 δις € που της οφείλει η ΕΚΤ, αλλά τουλάχιστον το ποσοστό, στο οποίο συμμετέχει (18,94%) – περίπου 61 δις € δηλαδή, εάν υποθέσουμε βέβαια ότι όλες οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες θα είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν, με μία ενδεχόμενη αύξηση κεφαλαίου της ΕΚΤ.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading