.

Η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς στο φυσικό αέριο, καθώς επίσης η εξάρτηση από το LNG και τους ιδιώτες εμπόρους απειλεί τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά – οπότε η επιστροφή στον κρατικό σχεδιασμό αποτελεί πλέον τον μοναδικό δρόμο επιβίωσης, για τη διατήρηση της βιομηχανικής βάσης και της κοινωνικής συνοχής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε ένα περιβάλλον οξυμένων γεωπολιτικών αναταράξεων και ασταθών διεθνών αγορών, όπου οι ιδιωτικοί μηχανισμοί αδυνατούν να εγγυηθούν την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου μας και την απρόσκοπτη τροφοδοσία των υποδομών, με λογικό κόστος για τους Πολίτες, η άμεση κρατική παρέμβαση είναι επιτακτική ανάγκη για το μέλλον Ευρώπης – η οποία διαφορετικά θα βιώσει ανεξέλεγκτες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις.
.
Ανάλυση
Για δεκαετίες η βιομηχανική υπεροχή και η οικονομική ευημερία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίστηκαν σε μια σιωπηρή, αλλά απόλυτη παραδοχή – η οποία αφορούσε την αδιάλειπτη και φθηνή ροή φυσικού αερίου
Αυτή η ενεργειακή σταθερότητα, επέτρεπε στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να παραμένουν ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά – ενώ στα νοικοκυριά να απολαμβάνουν ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης με εξαιρετικά χαμηλό κόστος θέρμανσης.
Εν τούτοις, η βίαιη ανατροπή των τελευταίων ετών, με την αποκοπή των ρωσικών αγωγών και τη βίαιη μετατόπιση της γηραιάς ηπείρου προς την αγορά του Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου αποκάλυψε μια βαθιά δομική παθογένεια.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει απλώς μια περιστασιακή κρίση τιμών ή προσφοράς – αλλά τη συστημική αποτυχία του μοντέλου πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας.
Η ιδέα ότι ο ιδιωτικός τομέας, καθοδηγούμενος αποκλειστικά από το κίνητρο του κέρδους και τους μηχανισμούς προσφοράς και ζήτησης, μπορεί να διασφαλίσει τη στρατηγική ενεργειακή επάρκεια μιας ηπείρου, σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, αποδείχθηκε μια επικίνδυνη αυταπάτη.
Σήμερα, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ασταθείς τιμές, αβεβαιότητα στην τροφοδοσία και άδειες υποδομές αποθήκευσης, καθίσταται σαφές ότι η επιστροφή σε στοιχεία κεντρικού σχεδιασμού και κρατικής παρέμβασης. αποτελεί επιτακτική ανάγκη επιβίωσης.
Για να κατανοήσουμε το σημερινό αδιέξοδο πρέπει να εξετάσουμε τη θεμελιώδη αλλαγή στη φυσική και οικονομική δομή της ευρωπαϊκής αγοράς αερίου.
Η νέα πραγματικότητα
Στο προηγούμενο καθεστώς, το αέριο μεταφερόταν μέσω σταθερών υποδομών αγωγών, από τη Νορβηγία, τη Ρωσία και την Αλγερία – δημιουργώντας μια αγορά με συγκεκριμένα και προβλέψιμα χαρακτηριστικά.
Οι τιμές βασίζονταν σε μακροπρόθεσμα συμβόλαια που προσέφεραν σταθερότητα δεκαετιών – ενώ, παράλληλα, υπήρχε μια ξεκάθαρη εποχικότητα, με χαμηλές τιμές το καλοκαίρι και υψηλές τιμές το χειμώνα.
Αυτή η διαφορά τιμής μεταξύ των καλοκαιρινών και των χειμερινών μηνών, έδινε στους ιδιώτες εμπόρους ένα σαφές και λειτουργικό επιχειρηματικό μοντέλο: αγόραζαν φθηνό αέριο το καλοκαίρι. το αποθήκευαν στις τεράστιες υπόγειες δεξαμενές της Ευρώπης και το πουλούσαν με κέρδος το χειμώνα.
Η επιδίωξη του ιδιωτικού κέρδους συνέπιπτε τότε σχεδόν συμπτωματικά με το δημόσιο συμφέρον της ενεργειακής ασφάλειας και της επάρκειας αποθεμάτων – έως ότου η αντικατάσταση του αερίου αγωγών από το υγροποιημένο φυσικό αέριο, άλλαξε ριζικά και αμετάκλητα τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το υγροποιημένο αέριο μεταφέρεται με δεξαμενόπλοια και δεν είναι δέσμιο σταθερών υποδομών – γεγονός που σημαίνει ότι, ένα φορτίο μπορεί να αλλάξει πορεία εν πλω, εάν οι τιμές στην Ασία προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους από ότι στην Ευρώπη.
Οι τιμές του δεν καθορίζονται πλέον από τις ευρωπαϊκές εποχές – αλλά από την παγκόσμια ζήτηση, τις γεωπολιτικές εντάσεις, τους θαλάσσιους αποκλεισμούς και τα τυχόν ατυχήματα σε σταθμούς υγροποίησης.
Όταν η καλοκαιρινή τιμή του φυσικού αερίου παραμένει υψηλή λόγω παγκόσμιου ανταγωνισμού, κανένας ιδιώτης έμπορος δεν ρισκάρει να αγοράσει αέριο για να το αποθηκεύσει – επειδή δεν υπάρχει πλέον καμία εγγύηση ότι, η τιμή του επόμενου χειμώνα θα είναι υψηλότερη, έτσι ώστε να καλύψει τα τεράστια έξοδα αγοράς αποθήκευσης και χρηματοδότησης
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των υποστηρικτών της ελεύθερης αγοράς, ήταν πως τα σύγχρονα χρηματοπιστωτικά εργαλεία παραγώγων και κάλυψης κινδύνου, μπορούν να εξαλείψουν το ρίσκο των διακυμάνσεων – ενώ στην πράξη αποδείχθηκε το ακριβώς αντίθετο, επειδή σε συνθήκες ακραίας γεωπολιτικής αβεβαιότητας, οι αγορές παραγώγων παραλύουν εντελώς.
Για να καλύψει ένας έμπορος το ρίσκο μιας θέσης, απαιτείται ένας αντισυμβαλλόμενος στην αγορά που θα αναλάβει την αντίθετη οικονομική θέση – το αντίθετο «στοίχημα».
Από την άλλη πλευρά, όταν το μέλλον είναι εντελώς αβέβαιο, λόγω πολεμικών συρράξεων ή κρίσεων στη Μέση Ανατολή, τα ασφάλιστρα κινδύνου εκτοξεύονται σε δυσθεώρητα ύψη.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, οι ιδιωτικές εταιρείες ενέργειας στην Ευρώπη επιλέγουν την οδό της αυτοπροστασίας – απέχοντας πλήρως από την αγορά αερίου για αποθήκευση.
Προτιμούν να δεσμεύουν απλώς τη χωρητικότητα των αποθηκών στα χαρτιά για να πληρούν τις τυπικές νομικές απαιτήσεις – χωρίς όμως να εισάγουν τις απαραίτητες φυσικές ποσότητες.
Έτσι δημιουργείται μια εικονική πραγματικότητα – όπου οι υποδομές εμφανίζονται «κρατημένες», αλλά οι δεξαμενές παραμένουν επικίνδυνα άδειες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο, προσπάθησε να θεσμοθετήσει κανονισμούς που υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να γεμίζουν τις αποθήκες αερίου σε συγκεκριμένα ποσοστά – πριν από την έναρξη του χειμώνα.
Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε αυτή η πολιτική, αντικατοπτρίζει τη δομική αδυναμία των Βρυξελλών να αποδεχθούν τα όρια της αγοράς.
Αντί το ίδιο το κράτος ή ένας δημόσιος φορέας να αγοράζει και να κατέχει το αέριο ως στρατηγικό αποθεματικό, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπάθησε να το επιβάλει στους ιδιώτες, προσφέροντας τεράστιες επιδοτήσεις – κάτι που οδήγησε σε ένα στρεβλό σύστημα, όπου το δημόσιο αναλαμβάνει όλο το οικονομικό ρίσκο και οι ιδιώτες καρπώνονται τα κέρδη.
Παράλληλα, η πλήρωση των αποθηκών με αέριο σε εξωφρενικές τιμές κορυφής, επιβάρυνε τις εθνικές οικονομίες και τους φορολογούμενους με δυσβάσταχτο κόστος – ενώ η απουσία ενός κεντρικού μηχανισμού προστασίας, αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη σε κάθε πιθανή διακύμανση του καιρού.
Ακόμη και μια μικρή απόκλιση της θερμοκρασίας προς το ψυχρότερο κατά τη διάρκεια του χειμώνα, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη εξάντληση των αποθεμάτων πριν από την άνοιξη.
Η αδυναμία ελέγχου της αγοράς αερίου, δεν είναι ένα αφηρημένο οικονομικό ζήτημα – αλλά έχει άμεσες και καταστροφικές συνέπειες στην κοινωνική συνοχή και τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης
Ενεργοβόροι κλάδοι, όπως η χημική βιομηχανία, η χαλυβουργία, η παραγωγή λιπασμάτων, η υαλουργία και η αλουμινουργία, αδυνατούν να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά – οπότε το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη παραμένει πολλαπλάσιο από ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Μέση Ανατολή, καθιστώντας τα ευρωπαϊκά προϊόντα ασύμφορα
Εργοστάσια σε ολόκληρη την Ευρώπη μειώνουν την παραγωγή τους, αναστέλλουν επενδύσεις ή μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους εκτός ηπείρου.
Αυτή η σταδιακή αποβιομηχάνιση, δεν σημαίνει μόνο την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ποιοτικών θέσεων εργασίας – αλλά, επιπλέον, την περαιτέρω εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές βασικών βιομηχανικών υλικών.
Για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, η αβεβαιότητα στην αγορά αερίου μεταφράζεται σε δυσβάσταχτους και απρόβλεπτους λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης – ενώ η ενεργειακή φτώχεια πλήττει πλέον όχι μόνο τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, αλλά και τη μεσαία τάξη, συμπιέζοντας τα διαθέσιμα εισοδήματα.
Αυτή η οικονομική πίεση διευρύνει το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των Πολιτών και των πολιτικών θεσμών – τροφοδοτώντας την κοινωνική δυσφορία και την πολιτική αστάθεια.
Απέναντι σε αυτή τη δομική και παρατεταμένη αποτυχία, η Ευρώπη οφείλει να αναθεωρήσει ριζικά το ιδεολογικό της δόγμα – κατανοώντας πως η ενέργεια δεν είναι ένα οποιοδήποτε καταναλωτικό εμπόρευμα ή ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν, αλλά δημόσιο αγαθό και η θεμελιώδης βάση της εθνικής ασφάλειας.
Για να διασφαλιστεί η ενεργειακή σταθερότητα, απαιτείται η υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου – το οποίο θα βασίζεται στον αυστηρό στρατηγικό σχεδιασμό και την άμεση κρατική παρέμβαση, ως εξής:
(α) Οι υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου πρέπει να περάσουν υπό τον άμεσο λειτουργικό και ιδιοκτησιακό έλεγχο του κράτους ή δημοσίων φορέων κοινής ωφέλειας – ενώ η διαχείρισή τους δεν πρέπει να γίνεται με κριτήριο τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία των εμπόρων, αλλά τη διατήρηση μόνιμων στρατηγικών αποθεμάτων ασφαλείας για το κοινωνικό σύνολο.
(β) Όπως οι χώρες διατηρούν υποχρεωτικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου για περιόδους έκτακτης ανάγκης, έτσι πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα μόνιμο κρατικά διακρατούμενο αποθεματικό φυσικού αερίου – το οποίο θα αγοράζεται κεντρικά από την Πολιτεία σε κατάλληλες χρονικές στιγμές και θα απελευθερώνεται στην αγορά μόνο σε περιόδους ακραίας έλλειψης ή τεχνητής αύξησης των τιμών.
(γ) Ο σημερινός κατακερματισμός των ευρωπαϊκών εταιρειών που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξασφάλιση φορτίων υγροποιημένου αερίου στην παγκόσμια αγορά, πρέπει να σταματήσει – ενώ η ΕΕ οφείλει να δημιουργήσει έναν ενιαίο δημόσιο μηχανισμό προμηθειών, λειτουργώντας συλλογικά απέναντι στους διεθνείς παραγωγούς.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρώπη θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τη συλλογική αγοραστική της δύναμη – έτσι ώστε να διαπραγματευτεί μακροπρόθεσμες σταθερές συμβάσεις με λογικές τιμές.
(δ) Η ευρωπαϊκή αρχή της οριακής τιμολόγησης στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπως συμβαίνει με τα ενεργειακά χρηματιστήρια, πρέπει να καταργηθεί αμέσως – αφού είναι εντελώς παράλογο η φθηνή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή από πυρηνικά εργοστάσια, να τιμολογείται με βάση την οριακή τιμή του πανάκριβου εισαγόμενου φυσικού αερίου.
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, όπου ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ είχε υποσχεθεί το ανέφικτο, δηλαδή τη μείωση της χονδρικής τιμής κατά 30% έως το 2029 (ανάλυση), το παραπάνω γράφημα είναι αποκαλυπτικό – αφού από τότε που το είπε, η τιμή αυξήθηκε κατά 20%, ακριβώς λόγω του φυσικού αερίου και του χρηματιστηρίου ενέργειας.
Επίλογος
Η αποσύνδεση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος από το αέριο, θα προσφέρει άμεση ανακούφιση σε βιομηχανία και καταναλωτές – σημειώνοντας ότι, η ιδεολογική προσήλωση στην παντοδυναμία των αγορών, στέρησε από την Ευρώπη τα βασικά εργαλεία προστασίας των Πολιτών και της οικονομίας της.
Η μεταφορά των ευθυνών της ενεργειακής ασφάλειας στον ιδιωτικό τομέα, αποδείχθηκε ένα καταστροφικό πείραμα που απειλεί τη συνοχή της ηπείρου μας – ενώ το να μιλά κανείς σήμερα για κεντρικό σχεδιασμό και κρατικό έλεγχο στον τομέα της ενέργειας, δεν αποτελεί ιδεολογική οπισθοδρόμηση.
Αντίθετα, αποτελεί την πλέον απαραίτητη και ορθολογική προσαρμογή στις σκληρές γεωπολιτικές απαιτήσεις του σύγχρονου αιώνα – αφού η ενέργεια είναι ο αιμοδότης της οικονομίας και καμία κοινωνία δεν μπορεί να αφήσει την επιβίωσή της στη διάθεση των κερδοσκοπικών κεφαλαίων.
Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί πραγματικά να διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση, να προστατεύσει τα νοικοκυριά από την φτώχεια και να αποκτήσει ουσιαστική στρατηγική αυτονομία, πρέπει να δράσει αποφασιστικά – αφαιρώντας τον έλεγχο των βασικών ενεργειακών πόρων από τα χέρια των εμπόρων και των χρηματιστηρίων, επιστρέφοντας τον στη δημοκρατικά λογοδοτούσα πολιτεία.
Ο χειμώνας της ευρωπαϊκής αβεβαιότητας δεν θα ξεπεραστεί με ημίμετρα και ευχολόγια για την αυτορρύθμιση της αγοράς – αλλά μόνο όταν οι ηγέτες της Ευρώπης κατανοήσουν ότι, η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί σχεδιασμό, ευθύνη και ισχυρή κρατική παρουσία.
Η επιστροφή στον δημόσιο έλεγχο των υποδομών και στη δημιουργία εθνικών αποθεμάτων, δεν είναι απλώς μια επιλογή πολιτικής – αλλά ο μοναδικός δρόμος για τη σωτηρία της ευρωπαϊκής οικονομίας.

