Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Όπως είναι γνωστό, στην αρχή εμφανίσθηκαν οι επισφάλειες στους Ισολογισμούς των τραπεζών, οι οποίες τις οδήγησαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Ακολούθησαν σχέδια διάσωσης τους εκ μέρους των κυβερνήσεων παγκοσμίως, με στόχο να εμποδιστεί η χρεοκοπία τους – η οποία θα είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Λογικό επακόλουθο, ήταν η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού των κρατών, ενώ έγινε εμφανής η τεράστια ανάγκη τους για πιστώσεις – προερχόμενη από την περαιτέρω αύξηση των ήδη υψηλών δημοσίων χρεών.

Η αύξηση των επιτοκίων, σε συνδυασμό με τη μειωμένη διάθεση ανάληψης πιστωτικών κινδύνων από τις «αγορές»,  οδήγησε κάποιες χώρες στα όρια της χρεοκοπίας (Ισλανδία, Ιρλανδία, Ελλάδα). Το γεγονός αυτό αποσταθεροποίησε σημαντικά το «σύστημα», υποχρεώνοντας τις κεντρικές τράπεζες να επέμβουν ξανά, μετά τις ενέργειες τους (2009) για την εξασφάλιση της απαιτούμενης ρευστότητας του συστήματος – σχεδιάζοντας να την απορροφήσουν πριν ακόμη δημιουργήσει προβλήματα.

Δυστυχώς, ο «καθοδικός σπειροειδής κύκλος» συνέχισε την πορεία του, ειδικά στην Ευρώπη, «επιστρέφοντας» στις τράπεζες, οι οποίες απειλούνται σήμερα με νέες επισφάλειες – αυτή τη φορά λόγω των κινδύνων αδυναμίας εξόφλησης των ομολόγων, εκ μέρους των κρατών, τα οποία (κράτη) δανείσθηκαν επαυξημένα για να τις διασώσουν. Η καινούργια αυτή εξέλιξη είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης των τραπεζών μεταξύ τους – οι οποίες πλέον δεν δανείζουν η μία την άλλη, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, φοβούμενες να διακινδυνεύσουν τα χρήματα τους.

Αυτή τη φορά όμως, η ΕΚΤ δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει λύσεις – με εξαίρεση ίσως μία μικρή διακοπή, ένα «διάλλειμα» καλύτερα στην «νομοτελειακή» εξέλιξη των γεγονότων. Ενδεχομένως για αυτόν ακριβώς το λόγο, ο κ. Trichet επέκρινε πρόσφατα τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας – με ιδιάζουσα αυστηρότητα, καταλογίζοντας τους ευθύνες σε σχέση με τη διαχείριση της κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, οι διεθνείς χρηματαγορές δεν φαίνονται πλέον πρόθυμες να συνεχίσουν να αγοράζουν τραπεζικά ομόλογα – με αποτέλεσμα, ακόμη μία φορά, τον περιορισμό των τραπεζικών πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Το γεγονός αυτό αποτελεί φυσικά μία πολύ μεγάλη απειλή για την εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη η οποία, εφόσον διατηρηθεί η πιστωτική στενότητα, κινδυνεύει να καταλήξει σε μία επόμενη ύφεση – πολύ πιο σοβαρή από την πρόσφατη.

Περαιτέρω, η ενδεχόμενη «παγίδα ρευστότητας» των τραπεζών, εμφανίζεται σε μία εντελώς «ακατάλληλη» χρονική στιγμή. Όπως διαπιστώνεται, τα περισσότερα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν αναχρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις τους εξαιρετικά βραχυπρόθεσμα – αφού μέχρι το τέλος του 2012 έχουν δανειακές ανάγκες ύψους 1,6 τρις € (πηγή: Zeit). Η κάλυψη αυτών των αναγκών τους, εν μέσω της σημερινής κρίσης, θα είναι αρκετά δύσκολη – πόσο μάλλον εάν μεσολαβήσει ενδιάμεσα κάποια αναπάντεχη χρεοκοπία μιας τράπεζας ή ενός κράτους. Επομένως, είναι εξαιρετικά πιθανόν ένα «κύμα» συγκέντρωσης στον τραπεζικό χώρο – η «απορρόφηση» δηλαδή αδύνατων ιδρυμάτων από ισχυρότερα, γεγονός που θα οδηγήσει (κατ’ αναλογία με τις Η.Π.Α.), στη δημιουργία ενός τραπεζικού ολιγοπωλίου, αρκετά επικίνδυνου για την Πολιτική και τη Δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα, είναι πάρα πολλοί εκείνοι οι παράγοντες, οι οποίοι τεκμηριώνουν μία «ιδιάζουσα ανασφάλεια» στη διατραπεζική αγορά. Μεταξύ αυτών, ο σημαντικότερος είναι το ότι οι τράπεζες «παρκάρουν» όλο και πιο πολλά χρήματα στην ΕΚΤ – με αποτέλεσμα τα κατατεθειμένα ποσά από τις ευρωπαϊκές τράπεζες στην ΕΚΤ (369 δις € σήμερα), να υπερβαίνουν πλέον τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία τοποθετήθηκαν στην ΕΚΤ μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, αντί να οδηγηθούν στην πραγματική Οικονομία. Φυσικά, το γεγονός αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό από τότε, αφού σήμερα η ποσότητα χρήματος στις αγορές είναι αρκετά μεγαλύτερη, σε σχέση με το 2008.

Κατ’ επέκταση, παρά το ότι η ΕΚΤ προσπαθεί φιλότιμα να καθησυχάσει τις αγορές, οι κίνδυνοι κατάρρευσης του συστήματος παραμένουν σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα. Οι φόβοι αυτοί ενδεχομένως να επιβεβαιώνονται τόσο από την πρόσφατη «στάση» της Ρωσίας, η οποία φαίνεται πλέον να επιθυμεί τη συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, όσο και από αυτήν της Κίνας – η οποία ανακοίνωσε την ελεύθερη διακύμανση της ισοτιμίας του νομίσματος της απέναντι στο δολάριο, αμέσως μετά τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι εξαγωγές της (σε κάποιο βαθμό, λόγω της πτώσης της τιμής του Ευρώ).

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ

Τα «stress tests» των τραπεζών είναι εξτρεμιστικά σενάρια, τα οποία αποσκοπούν στην έγκαιρη διαπίστωση ενδεχομένων κινδύνων χρεοκοπίας, εάν μεσολαβήσουν ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες. Στην περίπτωση που ένα τραπεζικό ίδρυμα δεν «περάσει» με επιτυχία τα τεστ, δεν σημαίνει βέβαια ότι κινδυνεύει άμεσα να πτωχεύσει. Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσει κανείς δημόσια στους Πολίτες, οι οποίοι πιθανότατα, σε μία τέτοια περίπτωση, θα καταλαμβάνονταν από πανικό, αποσύροντας μαζικά τα χρήματα τους.

Παρά το ότι λοιπόν η ευρωπαϊκή επιτροπή παρακολούθησης των τραπεζών διενεργεί ήδη τεστ σε μεγάλες τράπεζες, η Κομισιόν δεν φαίνεται πρόθυμη να δώσει στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα της έρευνας – προτιμώντας την κοινοποίηση τους στους υπευθύνους των κρατών-μελών της ΕΕ, σε μία ειδική συνάντηση, η οποία θα πραγματοποιηθεί στα τέλη του Ιουνίου.  Πόσο μάλλον όταν η ΕΚΤ υπολογίζει ότι, μέχρι τα τέλη του 2011, οι τράπεζες θα πρέπει να «αποσβέσουν» επί πλέον 195 δις € επισφάλειες από τους Ισολογισμούς τους.

Εν τούτοις η Ισπανία, πιεζόμενη από την κοινή γνώμη, η οποία δεν εμπιστεύεται τις τράπεζες της λόγω των τεράστιων προβλημάτων της Οικονομίας της (σύμφωνα με τον P. Krugman  «Η πραγματική εστία της πυρκαγιάς στην Ευρωζώνη δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ισπανία»), επιθυμεί την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του τεστ. Παραδόξως όμως, η χώρα που κυρίως αντιδρά στην «απαίτηση» αυτή για διαφάνεια, η οποία αποσκοπεί στον καθησυχασμό της κοινής γνώμης (κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α. το 2009), είναι η Γερμανία. Η αιτία είναι προφανώς η πολύ δυσμενής εικόνα των γερμανικών ομοσπονδιακών τραπεζών (Landesbanken), μερικές από τις οποίες ευρίσκονται πραγματικά στα όρια της χρεοκοπίας.

Ίσως εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, οι εταιρείες αξιολόγησης θεωρούν δεδομένη τη βοήθεια των τραπεζών από τα κράτη, σε περιόδους κρίσεων, αξιολογώντας τις τράπεζες με αυτήν την προϋπόθεση. Εάν κάτι τέτοιο δεν θεωρούταν δεδομένο, τότε η βαθμολογία σχεδόν του συνόλου των τραπεζών, από τις εταιρείες αξιολόγησης, θα ήταν κατά πολύ χαμηλότερη. Ακριβώς για το λόγο αυτό, όταν υποτιμάται η πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους, ακολουθεί αμέσως μετά η αντίστοιχη υποτίμηση των τραπεζών του.

Συνεχίζοντας στη Γερμανία, το γεγονός ότι οι τράπεζες της είναι οικονομικά πάρα πολύ αδύνατες, εάν αντιμετωπισθούν ανεξάρτητα από τη χώρα, εάν δηλαδή αποδεχθούμε ότι το γερμανικό δημόσιο δεν θα συμμετείχε σε ενδεχόμενη διάσωση τους, τεκμηριώνεται από την τεράστια εξάρτηση τους από τις χρηματαγορές. Τόσο οι τράπεζες των ομοσπονδιακών κρατιδίων, όσο και οι «κτηματικές» (αυτές του κλάδου του ενυπόθηκου δανεισμού ακινήτων), χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω δανείων και ομολόγων – όχι από τις καταθέσεις των πελατών τους, οι οποίες είναι πολύ χαμηλές.

Εκτός αυτού, οι γερμανικές τράπεζες έχουν επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό από την κρίση των ελλειμματικών χωρών της Ευρώπης αφού, σύμφωνα με την τράπεζα διεθνών διακανονισμών, έχουν δανείσει το συνολικό ποσόν των 465 δις $ στις Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία. Μόνο η Γαλλία είναι σε μεγαλύτερο βαθμό εκτεθειμένη, έχοντας προσφέρει πιστώσεις στις ίδιες χώρες, ύψους 493 δις $ (οι δύο αυτές χώρες μαζί, έχουν δανείσει το 60% των χρημάτων, τα οποία οφείλονται από τις χώρες της Ευρωζώνης στις τράπεζες).

Τα τρομακτικά επακόλουθα μίας ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης χρεών, εκ μέρους κάποιων αδύναμων χωρών της Ευρωζώνης, διαπιστώνονται από την έκθεση της τράπεζας διεθνών διακανονισμών. Για παράδειγμα, οι συνολικές πιστώσεις, τις οποίες έχουν δώσει οι βελγικές, οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες στο ισπανικό δημόσιο, με ημερομηνία τα τέλη του 2009, αποτελούν το 12,1% των πραγματικών κεφαλαίων τους – στην Ελλάδα το 8,3% και στην Πορτογαλία το 5%.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ισπανικές τράπεζες, θεωρείται ότι τουλάχιστον 45 «ταμιευτήρια» απειλούνται με υψηλές «αποσβέσεις» επισφαλειών, προερχομένων από ενυπόθηκα δάνεια. Στην περίπτωση δε που αποδυναμωθούν ευρύτερα μέρη του τραπεζικού συστήματος της χώρας, η κατάσταση θα γίνε δραματική – ενώ μόνο η επέμβαση του δημοσίου θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια. Ενδεχομένως τότε όμως να απαιτούταν η βοήθεια του ΔΝΤ, κατά το «πρότυπο» της Ελλάδας.

Η κεντρική τράπεζα της Ισπανίας υπολογίζει ότι, οι συνολικές επισφάλειες στους Ισολογισμούς των τραπεζών ανέρχονται στα 166 δις € (στο 18% περίπου του ΑΕΠ της χώρας), από τα οποία έχουν ήδη αποσβεσθεί μόλις 43 δις €. Τέλος, οι απαιτήσεις της Γερμανίας απέναντι στους ιδιώτες και τα ιδρύματα της Ισπανίας ήταν (2009) 202 δις $ – από τα οποία τα 109 δις $ αφορούσαν τις τράπεζες.

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε δικαιολογημένο το φόβο των τραπεζών, σε σχέση με τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των stress test, αφού ο κίνδυνος να ξεσπάσει πανικός στις αγορές δεν είναι καθόλου αμελητέος. Μέχρι σήμερα έχουν εισπράξει τεράστια ποσά από τους φορολογουμένους, για την αντιμετώπιση της κρίσης, για τα οποία δεν έχουν ακόμη «απολογηθεί». Εάν τυχόν αποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος από αυτά έχει δαπανηθεί ανεπιτυχώς, πόσο μάλλον εάν υπάρξει θέμα επόμενης ενίσχυσης τους, θα είναι πολύ δύσκολο να αποφύγουν το μοιραίο.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!