.

Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι, οι βιώσιμες και ανθεκτικές οικονομίες δεν στηρίζονται στη συμπίεση της εργασίας, στις χαμηλούς μισθούς δηλαδή, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, ούτε βέβαια στην επιδίωξη βραχυχρόνιων υπερκερδών – αλλά στην ισορροπημένη ανάπτυξη και στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Πολιτών. Μόνο μία τέτοια αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας μας, όπως αυτή που αναλύουμε, μπορεί να προσφέρει ευημερία και σιγουριά για το μέλλον στους Έλληνες – συνθήκες που έχουν απόλυτη ανάγκη μετά την τραγωδία των μνημονίων και τις αξίζουν. Μεταξύ πολλών άλλων, υπάρχει ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας ενός «Εθνικού Ταμείου Παραγωγικής Μετάβασης» – το οποίο θα παρέχει χαμηλότοκα δάνεια ή εγγυήσεις αποκλειστικά σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για την υποκατάσταση εισαγωγών.
.
Ανάλυση

Είναι σωστό το ότι, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί, είναι πολύ χαμηλή – παραμένοντας στα επίπεδα περίπου του 2000 (γράφημα) και στο 54% της ΕΕ, όταν στην ΕΕ αυξάνεται συνεχώς. Δεν πρόκειται δε να αλλάξει, όσο η χώρα μας στηρίζεται στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού που της επιβλήθηκε με τα μνημόνια – η παραγωγικότητα του οποίου είναι 3,8 φορές χαμηλότερη από τη βιομηχανία, μεταξύ άλλων λόγω της εποχικότητας του.
Είναι όμως μόνο αυτή η αιτία των χαμηλών μισθών στην Ελλάδα; Δεν είναι παρά τα όσα λέγονται, με κριτήριο μία εμπεριστατωμένη ανάλυση των επισήμων μακροοικονομικών δεικτών της Eurostat – οι οποίοι αποκαλύπτουν μια βαθιά, συστηματική και δομική στρέβλωση στην αρχιτεκτονική της ελληνικής οικονομίας.
Ειδικότερα, επί σειρά ετών, η κατανομή του παραγομένου πλούτου στην Ελλάδα αποκλίνει δραματικά από τα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα – δημιουργώντας έτσι συνθήκες έντονης κοινωνικής ανισότητας και περιορίζοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα ενοποιημένα στοιχεία, το μερίδιο των μικτών μισθών ως προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 35,1% – τη στιγμή που ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευρίσκεται στο 47,0% (γράφημα). Αντίστροφα, τα εταιρικά κέρδη ως προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα αποσπούν το 50,4%, έναντι 42,1% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανισορροπία δε αυτή ολοκληρώνεται, από την υπερφορολόγηση του κράτους – το οποίο, μέσω των «φόρων παραγωγής και εισαγωγών» (με τη μακροοικονομική έννοια, πηγή), εισπράττει το 14,5% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στο 10,9%.
Τα δεδομένα αυτά καταρρίπτουν το μύθο σχετικά με το ότι, η καθήλωση των ελληνικών μισθών είναι το αποκλειστικό αποτέλεσμα της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας – ενώ, αντίθετα, τεκμηριώνουν την ύπαρξη μιας οικονομίας χαμηλού εργατικού κόστους, όπου η παραγόμενη υπεραξία μονοπωλείται από το κεφάλαιο και την έμμεση κρατική φορολογία.
Δυστυχώς λοιπόν, η διατήρηση αυτής της δομής υπονομεύει την εγχώρια ζήτηση, τις παραγωγικές/καινοτόμες επενδύσεις και τη βιωσιμότητα του ΑΕΠ μας – ενώ συντηρεί το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» (brain drain) και εγκλωβίζει την Ελλάδα σε ένα μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Όσον αφορά την υπονόμευση της εγχώριας ζήτησης, είναι εν μέρει κατανοητό και προέρχεται από την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης (=μείωση των ονομαστικών μισθών) που μας επιβλήθηκε με τα μνημόνια – έτσι ώστε να αντιμετωπισθεί το θηριώδες έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με τη μείωση των εισαγωγών και την αύξηση των εξαγωγών. Ένα πρόβλημα που δυστυχώς επανήλθε μετά το 2019 (γράφημα) – ενώ το αποτέλεσμα του είναι η αύξηση του εξωτερικού μας χρέους.

Σε σχέση όμως με τις παραγωγικές επενδύσεις και την καινοτομία, δεν είναι καθόλου κατανοητό – αφού όταν οι επιχειρήσεις βρίσκουν φθηνό εργατικό δυναμικό, δεν φροντίζουν να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Γιατί; Επειδή δεν πιέζονται από τους υψηλούς μισθούς.
Η αποκατάσταση τώρα αυτής της στρέβλωσης απαιτεί μια ολιστική, συντονισμένη και μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική – στόχος της οποίας οφείλει να είναι η μεταφορά πόρων από τα εταιρικά κέρδη και τους «φόρους παραγωγής» προς τους μισθούς, με σκοπό την πλήρη ευθυγράμμιση της Ελλάδας με το ευρωπαϊκό κοινωνικό και οικονομικό κεκτημένο.
Οι 4 πυλώνες μίας θεσμικής και οικονομικής παρέμβασης
Συνεχίζοντας, η μετατόπιση των μακροοικονομικών δεικτών κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ υπέρ της εργασίας, δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικά μέτρα – ούτε με αυξήσεις εκ μέρους του κράτους του κατώτατου μισθού. Απαιτείται η ταυτόχρονη ενεργοποίηση των παρακάτω τεσσάρων συμπληρωματικών πυλώνων – οι οποίοι αναδιαμορφώνουν τους κανόνες της αγοράς.
(α) Ανασυγκρότηση του συλλογικού εργατικού δικαίου: Εν προκειμένω, η συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών στην Ελλάδα επιταχύνθηκε δραματικά κατά την περίοδο των μνημονίων – μέσω της αποδόμησης του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η θεσμική αποδυνάμωση των εργαζομένων επέτρεψε τη μονομερή διαμόρφωση των αμοιβών από την εργοδοτική πλευρά – κάτι που πρέπει να αλλάξει άμεσα.
(β) Καθολική επαναφορά της επεκτασιμότητας: Κεντρικό μέτρο εδώ, αποτελεί η αυτόματη και υποχρεωτική επέκταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας – όπου όταν μια σύμβαση υπογράφεται από τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών ενός κλάδου, πρέπει να δεσμεύει νομικά το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου αυτού, ανεξάρτητα από το εάν είναι εγγεγραμμένες στα αντίστοιχα επιμελητήρια ή ενώσεις.
(γ) Αποκατάσταση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης: Δηλαδή, οφείλει να θεσμοθετηθεί εκ νέου η απόλυτη υπεροχή της κλαδικής σύμβασης, έναντι της επιχειρησιακής ή της ατομικής – ενώ η επιχειρησιακή σύμβαση θα υπερισχύει μόνο εάν προβλέπει ευνοϊκότερους όρους αμοιβής και εργασίας για τον εργαζόμενο.
(δ) Εκδημοκρατισμός της διαιτησίας: Με απλά λόγια, πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του οργανισμού μεσολάβησης και διαιτησίας (ΟΜΕΔ) – διασφαλίζοντας τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής, σε περιπτώσεις συστηματικής άρνησης των εργοδοτικών φορέων να προσέλθουν σε διάλογο.
Αντιμετώπιση του πληθωρισμού απληστίας και των Ολιγοπωλίων
Περαιτέρω, το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των εταιρικών κερδών (50,4%) δεν αντανακλά μια υγιή και ανταγωνιστική επιχειρηματικότητα – αλλά τη λειτουργία κλειστών ολιγοπωλιακών δομών. Εν προκειμένω, ο «πληθωρισμός απληστίας» (greedflation) επέτρεψε σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως στις τράπεζες ή στην ενέργεια, να διευρύνουν τα ιστορικά περιθώρια κέρδους τους, μετακυλίοντας έτσι το σύνολο του πληθωριστικού κόστους στους καταναλωτές – ενώ παράλληλα κρατούσαν τους μισθούς καθηλωμένους. Για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα, χρειάζονται τα εξής – είτε ως μέτρα, είτε ως απειλή.
(α) Ένας μόνιμος μηχανισμός φορολόγησης υπερκερδών (Windfall Taxes): Εν προκειμένω, οφείλει να θεσπισθεί ένα νομοθετικό πλαίσιο για την επιβολή έκτακτης φορολογίας – με συντελεστή έως και 90% στα πλεονάζοντα κέρδη κλάδων που παρουσιάζουν αδικαιολόγητη απόκλιση από τον ιστορικό μέσο όρο κερδοφορίας τους. Η παρέμβαση δε αυτή, πρέπει να επικεντρώνεται στους τομείς της ενέργειας, των διυλιστηρίων, των τραπεζών και των μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου τροφίμων.
(β) Διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των ρυθμιστικών αρχών: Η Επιτροπή Ανταγωνισμού και οι τομεακές ρυθμιστικές αρχές, οφείλουν να ενισχυθούν με προηγμένα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου των τιμών και της εφοδιαστικής αλυσίδας – με σοβαρά πρόστιμα για εναρμονισμένες πρακτικές (καρτέλ) και για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Κυρίως όμως, πρέπει να μην τις εμποδίζει η κυβέρνηση να κάνουν σωστά τη δουλειά τους – όπως δυστυχώς συμβαίνει.
Δημοσιονομική αποσυμπίεση με μισθολογική ρήτρα
Συνεχίζοντας, το ελληνικό κράτος λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την παραγωγή – αποσπώντας το 14,5% του ΑΕΠ μέσω υψηλών έμμεσων φόρων. Το γεγονός αυτό επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων – ενώ, ταυτόχρονα, μειώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων. Οφείλουν λοιπόν να ληφθούν τα εξής μέτρα:
(α) Σταδιακή μείωση των έμμεσων φόρων: Αν και εμείς προτείνουμε το σύστημα έσοδα/έξοδα και μετά επίπεδο φόρο, θα έπρεπε τουλάχιστον να δρομολογηθεί η σταδιακή μείωση του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ από το 24% στο 20%, καθώς επίσης η μεταφορά των βασικών ειδών διατροφής και διαβίωσης στον υπερμειωμένο συντελεστή 6% – επιπλέον, η δραστική μείωση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στην ενέργεια και τα καύσιμα κίνησης.
(β) Θεσμοθέτηση της «Ρήτρας Μισθού»: Προφανώς οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να λάβουν τις φορολογικές αυτές ελαφρύνσεις ως πρόσθετο καθαρό κέρδος. Αντίθετα, κάθε μείωση έμμεσου φόρου ή παραγωγικού τέλους, οφείλει να συνδέεται νομικά με την υποχρέωση της επιχείρησης να κατευθύνει το 60% του εξοικονομούμενου πόρου, στην άμεση αύξηση των μικτών αποδοχών του προσωπικού της – μέσω ειδικής τροποποίησης των επιχειρησιακών συμβάσεων.
Θεσμοθέτηση της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη
Συνεχίζοντας, το πλέον σοβαρό εργαλείο για την άμεση αναδιανομή του πλούτου, είναι η νομική υποχρέωση των κερδοφόρων επιχειρήσεων να μοιράζονται ένα μέρος των καθαρών τους κερδών με το προσωπικό – το οποίο παρήγαγε αυτήν την υπεραξία.
Για να συμβεί, απαιτείται μία διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική τη διανομή μέρους των κερδών για όλες τις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους – ενώ παρουσιάζουν σταθερή κερδοφορία για δύο συνεχή έτη. Το μέτρο αυτό μετατρέπει λογιστικά και ουσιαστικά ένα μέρος των εταιρικών κερδών σε εισόδημα από εργασία – βελτιώνοντας άμεσα τους δείκτες του ΑΕΠ.
Εν προκειμένω, οφείλει να χρησιμοποιηθεί η ευρωπαϊκή εμπειρία – έτσι ώστε να μην βασίζεται αυτή η καινοτομία σε θεωρητικές υποθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό τα εξής:
(α) Γαλλία: Η συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη των επιχειρήσεων, αποτελεί νομοθετημένο πυλώνα του κοινωνικού κράτους ήδη από τη δεκαετία του 1960 – όπου ο γαλλικός εργατικός κώδικας υποχρεώνει τις εταιρείες με περισσότερους από 50 υπαλλήλους, να δημιουργούν ειδικά αποθεματικά για το προσωπικό.
Τα χρήματα αυτά προκύπτουν από μια αυστηρή κρατική φόρμουλα (γράφημα) και διανέμονται στους εργαζομένους – προσφέροντας παράλληλα σημαντικές φοροαπαλλαγές τόσο για την επιχείρηση όσο και για τον εργαζόμενο, εφόσον τα ποσά παραμείνουν αποταμιευμένα για ένα διάστημα πέντε ετών.

Εδώ μπορεί να ανατρέξει κανείς στη βιβλιογραφία, για να αναλύσει τους συντελεστές της εξίσωσης – ενώ υπάρχουν πολλές ιδιαιτερότητες, όπως το ατομικό πλαφόν έως τρεις μηνιαίους μισθούς, το συνολικό πλαφόν που διασφαλίζει ότι, τουλάχιστον το 75% των καθαρών κερδών παραμένει στην ιδιοκτησία της επιχείρησης, επιτρέποντάς της να χρηματοδοτήσει μελλοντικές επενδύσεις, να σχηματίσει αποθεματικά και να διανείμει ικανοποιητικά μερίσματα στους μετόχους της, ο μηχανισμός εσωτερικής διανομής, καθώς επίσης η δημιουργία αποθεματικού εξομάλυνσης.
(β) Αυστρία και Βέλγιο: Στην Αυστρία, το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις αγγίζει το 95% – γεγονός που οφείλεται στην υποχρεωτική συμμετοχή όλων των επιχειρήσεων στο Ομοσπονδιακό Οικονομικό Επιμελητήριο (WKO) που διαπραγματεύεται κεντρικά με τα συνδικάτα. Έτσι, αποκλείεται η πιθανότητα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, μέσω της συμπίεσης των μισθών.
Στο Βέλγιο, η καθολικότητα των συμβάσεων συνδυάζεται με το σύστημα της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Indexation). Εν προκειμένω, οι μισθοί αναπροσαρμόζονται αυτόματα βάσει νόμου, όταν ο πληθωρισμός ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο – διασφαλίζοντας έτσι ότι, τα εταιρικά κέρδη δεν θα αυξηθούν εις βάρος της αγοραστικής δύναμης της εργασίας.
(γ) Γερμανία: Η χώρα χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική ισχύ του κράτους, για να επιβάλλει την άνοδο των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Μέσω του νόμου «Tariftreuegesetz», καμία ιδιωτική εταιρεία δεν μπορεί να αναλάβει δημόσιο έργο, κρατική προμήθεια ή παροχή υπηρεσιών προς το δημόσιο, εάν δεν αποδείξει ότι αμείβει το σύνολο του προσωπικού της με βάση τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Το μέτρο αυτό αναγκάζει τις μεγάλες επιχειρήσεις να μειώσουν τα περιθώρια κέρδους τους – προκειμένου να διατηρήσουν την πρόσβαση τους στις κρατικές συμβάσεις.
Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις
Περαιτέρω, μια δομική παρέμβαση αυτής της κλίμακας, επηρεάζει άμεσα τα δημόσια οικονομικά της χώρας – όπου, με βάση το ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025, ύψους 248 δις €, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αναλύονται σε άμεσο κόστος και δυναμικά αντισταθμιστικά οφέλη.
(α) Το άμεσο δημοσιονομικό κόστος: Η μείωση των φόρων παραγωγής και εισαγωγών κατά 3,6% του ΑΕΠ, από το 14,5% στο 10,9%, προκειμένου να επιτευχθεί η σύγκλιση με την ΕΕ, συνεπάγεται μια άμεση, ονομαστική απώλεια κρατικών εσόδων, ύψους 8,93 δις € ετησίως – ενώ η απώλεια αυτή επικεντρώνεται στα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης.
(β) Τα Αντισταθμιστικά οφέλη και οι νέες πηγές εσόδων: Η απώλεια των 8,93 δις € δεν αποτελεί έλλειμμα – επειδή η παράλληλη μεταφορά 11,9% προς τους μισθούς ενεργοποιεί ισχυρούς πολλαπλασιαστές εσόδων, όπως στο γράφημα που ακολουθεί.
Όπως φαίνεται από το γράφημα, η άνοδος του μεριδίου των μισθών μεταφράζεται σε επιπλέον 29,51 δις € ετησίως στις αποδοχές των εργαζομένων – όπου, με έναν συντηρητικό μέσο συντελεστή φορολόγησης και ασφαλιστικών κρατήσεων της τάξης του 25% έως 30%, το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία εισπράττουν αυτόματα 7,3 έως 8,8 δις € σε νέα, σταθερά έσοδα.
Εν προκειμένω, η μαζική εισροή νέων εισφορών στον ΕΦΚΑ μειώνει δραστικά την ανάγκη για ετήσια επιχορήγηση των συνταξιοδοτικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό – με την εξοικονόμηση αυτή να υπολογίζεται σε 2 έως 3 δις € ετήσια, απελευθερώνοντας πόρους για κοινωνικές επενδύσεις.
Από την άλλη πλευρά, η εφαρμογή των έκτακτων φορολογικών συντελεστών στα Ολιγοπώλια (Windfall Taxes), μπορεί να αποφέρει σταθερά 1 έως 1,5 δις € ετησίως κατά τα πρώτα έτη της μετάβασης – αντισταθμίζοντας άμεσα μέρος των απωλειών από τους έμμεσους φόρους.
Με δεδομένο δε το ότι, οι μισθωτοί παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερη οριακή ροπή προς κατανάλωση, σε σχέση με τους κατόχους κεφαλαίου, το μεγαλύτερο μέρος των 29,5 δις € που θα μεταφερθεί στους εργαζόμενους, θα διοχετευθεί άμεσα στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών – ενώ αυτή η αύξηση του τζίρου των επιχειρήσεων θα αναπληρώσει τις απώλειες του ΦΠΑ, επειδή ο φόρος θα εισπράττεται επί μιας διευρυμένης καταναλωτικής βάσης.
Παραμένει βέβαια το θέμα του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, λόγω του ότι η Ελλάδα δεν παράγει αρκετά – κάτι που όμως μπορεί να επιλυθεί, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλες αναλύσεις μας, επίσης στο τέλος της ανάλυσης με κάποιες προτάσεις.
Τέλος, μια κρίσιμη αλλά συχνά υποτιμημένη δημοσιονομική επίπτωση, είναι η δραστική μείωση της κρατικής επιδοματικής πολιτικής. Ειδικότερα, με το υφιστάμενο οικονομικό μοντέλο, το κράτος αναγκάζεται να δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε επιδόματα (Pass, κουπόνια, κοινωνικά μερίσματα, επιδοτήσεις ενέργειας) – για να στηρίξει τεχνητά τη διαβίωση των χαμηλόμισθων πολιτών.
Με την εφαρμογή όμως του νέου μοντέλου, οι εργαζόμενοι καθίστανται οικονομικά αυτόνομοι μέσω των μισθών τους – γεγονός που επιτρέπει στο κράτος να περιορίσει τα έκτακτα προνοιακά επιδόματα, εξοικονομώντας πόρους που μπορούν να κατευθυνθούν στην αναβάθμιση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και των υποδομών.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, είναι προφανές πως μία τέτοια μετάβαση σε ένα νέο μακροοικονομικό μοντέλο, πρέπει να γίνει με σταδιακό και ελεγχόμενο τρόπο, όπως στο γράφημα που ακολουθεί – έτσι ώστε να αποφευχθούν «σοκ ρευστότητας» στην αγορά, ιδίως στον τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Για παράδειγμα, οι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, δεν διαθέτουν τα περιθώρια κέρδους των μεγάλων ομίλων – οπότε η εφαρμογή της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη και των αυστηρών κλαδικών ορίων, θα πρέπει να περιλαμβάνει κλιμακωτά κριτήρια βάσει καθαρού τζίρου, εξαιρώντας πλήρως τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (κάτω των 10 υπαλλήλων) ή προβλέποντας μειωμένους συντελεστές RSP (=συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη) για τις μικρές επιχειρήσεις (11-49 υπαλλήλους).
Για την αποφυγή δε της επιβάρυνσης των εξαγωγικών επιχειρήσεων, το κράτος θα όφειλε να δρομολογήσει μία στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, αποκλειστικά για εταιρείες με υψηλό δείκτη εξωστρέφειας (εξαγωγές άνω του 50% του τζίρου τους) – αντισταθμίζοντας έτσι το αυξημένο κόστος των βασικών μισθών.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η αποκατάσταση της στρέβλωσης που αποτυπώνεται στους δείκτες της Eurostat, δεν αποτελεί μια αφηρημένη ή ιδεολογική επιδίωξη – αλλά μια οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα. Πόσο μάλλον όταν η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι, οι βιώσιμες και ανθεκτικές οικονομίες δεν στηρίζονται στη συμπίεση της εργασίας και στην επιδίωξη βραχυχρόνιων υπερκερδών – αλλά στην ισορροπημένη ανάπτυξη και στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Πολιτών.
Μέσω της σταδιακής και συντονισμένης εφαρμογής των παραπάνω λοιπόν, η ελληνική οικονομία μπορεί να μεταβεί με ασφάλεια από ένα μοντέλο χαμηλού κόστους, σε μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας – ενώ η δημοσιονομική επάρκεια του σχεδίου διασφαλίζεται, αφού η απώλεια από τη μείωση των έμμεσων φόρων υπερκαλύπτεται από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, από τη θωράκιση των ασφαλιστικών ταμείων και από τη δίκαιη φορολόγηση των ολιγοπωλίων.
Με αυτόν τον τρόπο, η αποκατάσταση της δικαιοσύνης στο γράφημα του εθνικού πλούτου, μπορεί να μετατραπεί στην ισχυρότερη κινητήριο δύναμη για το μέλλον της χώρας μας – χωρίς την οποία η Ελλάδα θα βαδίζει από το κακό στο χειρότερο, παραμένοντας έρμαιο της όποιας διεθνούς κρίσης ξεσπάσει στο μέλλον, όπως αυτής του 2008.
.
Σημειώσεις
(1) Αναλυτικά πώς υπολογίζεται το κάθε νούμερο
(α) Το άμεσο δημοσιονομικό κόστος (8,93 δις €): Το μοντέλο ορίζει ότι, οι φόροι παραγωγής και εισαγωγών πρέπει να μειωθούν κατά 3,6% του ΑΕΠ, από το 14,5% στο 10,9% – οπότε πολλαπλασιάζεται το ΑΕΠ με αυτό το ποσοστό.
(β) Η άνοδος των αποδοχών των εργαζομένων (29,51 δις €): Το μοντέλο αναφέρει μια «παράλληλη μεταφορά 11,9% του ΑΕΠ προς τους μισθούς» για να επιτευχθεί η σύγκλιση του μεριδίου των μισθών με την ΕΕ. Επομένως, πολλαπλασιάζουμε το ΑΕΠ με αυτό το ποσοστό
(γ) Τα νέα έσοδα από φόρους και εισφορές (7,3 έως 8,8 δις €): Το μοντέλο υποθέτει ότι, αυτά τα 29,51 δις € που οδηγούνται στους εργαζόμενους, δεν μένουν αφορολόγητα – επομένως εφαρμόζεται ένας συντηρητικός μέσος συντελεστής (Φόρος Εισοδήματος + Ασφαλιστικές Εισφορές εργαζομένου και εργοδότη) της τάξης του 25% με 30% – ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τα 29,51 δις €.
(δ) Η εξοικονόμηση από τα ασφαλιστικά ταμεία (2 έως 3 δις €): Επειδή στο προηγούμενο βήμα μπήκαν στα ταμεία (ΕΦΚΑ) νέα έσοδα από εισφορές (που περιλαμβάνονται στα 7,3 – 8,8 δις €), το κράτος δεν χρειάζεται πλέον να χρηματοδοτήσει τα ελλείμματα των ταμείων με από τον προϋπολογισμό – οπότε εκτιμάται ότι αυτή η ελάφρυνση του κράτους ισούται με 2-3 δις €.
(ε) Έκτακτοι Φόροι στα Ολιγοπώλια 1 έως 1,5 δις €: Εκτίμηση
(2) Πώς επηρεάζεται ο πληθωρισμός από αυτή τη μεταφορά χρημάτων.
Η μεταφορά 29,5 δις € προς τους μισθούς (που αντιστοιχεί σε 11,9% του ΑΕΠ) αποτελεί μια ριζική αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος. Η επίδρασή της στον πληθωρισμό είναι το πιο κρίσιμο σημείο κριτικής αυτού του μοντέλου και εξαρτάται από τη σύγκρουση δύο αντίρροπων δυνάμεων: του πληθωρισμού ζήτησης και της μείωσης του κόστους μέσω των φόρων.
(α) Πληθωρισμός Ζήτησης: Οι μισθωτοί, ειδικά οι χαμηλόμισθοι, έχουν πολύ υψηλή οριακή ροπή προς κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι, σχεδόν κάθε ευρώ από τα 29,5 δις € που θα λάβουν, θα διοχετευθεί άμεσα στην αγορά για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, αντί να αποταμιευθεί – ειδικά σε μία χώρα με αρνητική αποταμίευση, όπως η Ελλάδα.
Η απότομη και μαζική αύξηση αυτή της ζήτησης στην οικονομία, ασκεί ανοδική πίεση στις τιμές – επειδή οι επιχειρήσεις βλέπουν τη ζήτηση να αυξάνεται ταχύτερα, από ότι μπορεί να ανταποκριθεί η εγχώρια παραγωγή.
(β) Πληθωρισμός Κόστους: Η μεταφορά αυτή σημαίνει ότι, οι επιχειρήσεις θα κληθούν να πληρώσουν σημαντικά υψηλότερους μισθούς (είτε μέσω αυξήσεων είτε μέσω εισφορών) – γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής τους. Επομένως, για να διατηρήσουν τα περιθώρια κέρδους τους, πολλές επιχειρήσεις θα μετακυλήσουν αυτό το αυξημένο εργατικό κόστος στους καταναλωτές – αυξάνοντας τις τελικές τιμές των προϊόντων τους (σπιράλ μισθών-τιμών).
(γ) Ο Αντιπληθωριστικός Μηχανισμός του Μοντέλου: Η μείωση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης) κατά 3,6% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, οι έμμεσοι φόροι είναι ενσωματωμένοι στην τελική τιμή που πληρώνει ο πολίτης στο ράφι ή στο βενζινάδικο – ενώ η δραστική μείωση του ΦΠΑ και των ΕΦΚ προκαλεί μια άμεση, εφάπαξ μείωση των τιμών σε βασικά αγαθά. Αυτή η μείωση λειτουργεί ως «ανάχωμα» απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις που περιγράψαμε παραπάνω.
(3) Ο μεγάλος κίνδυνος: Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.
Εάν η εγχώρια παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει τη νέα ζήτηση των 29,5 δις €, τότε ένα μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων θα κατευθυνθεί σε εισαγωγές προϊόντων – γεγονός που θα περιορίσει μεν τον εγχώριο πληθωρισμό αφού θα εισάγουμε φθηνότερα προϊόντα, αλλά θα διογκώσει επικίνδυνα το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας, στέλνοντας τη ρευστότητα εκτός Ελλάδας.
Βραχυπρόθεσμα λοιπόν, ο πληθωρισμός μπορεί να συγκρατηθεί λόγω της πτώσης του ΦΠΑ – αλλά μεσοπρόθεσμα, εάν η αύξηση των μισθών δεν συνοδευτεί από παράλληλη αύξηση της εγχώριας παραγωγικότητας, το μοντέλο κινδυνεύει να δημιουργήσει νέο κύκλο πληθωρισμού ή/και δομικό πρόβλημα στις εισαγωγές.
Εν προκειμένω, η λύση δεν μπορεί να είναι απλώς φορολογική – αλλά πρέπει να συνδεθεί με μια στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Ο βασικός στόχος είναι τα 29,5 δις € της αύξησης των μισθών να μην καταλήξουν σε εισαγωγές – αλλά να «κυκλοφορήσουν» μέσα στην ελληνική οικονομία, χρηματοδοτώντας την εγχώρια παραγωγή. Για να συμβεί αυτό, απαιτούνται κίνητρα και αποτελεσματικές πολιτικές – όπως για παράδειγμα τα εξής:
(α) Στοχευμένα φορολογικά κίνητρα για εγχώριες επενδύσεις, όπως είναι οι υπεραποσβέσεις – πχ η φορολογική έκπτωση έως και 200% για επενδύσεις σε βιομηχανικό εξοπλισμό, ρομποτική, ψηφιοποίηση και πράσινη μετάβαση εργοστασίων που εδρεύουν στην Ελλάδα.
Με ένα δεύτερο παράδειγμα, η σύνδεση των φορολογικών ελαφρύνσεων των επιχειρήσεων με το ποσοστό των πρώτων υλών ή των υπηρεσιών που προμηθεύονται από άλλες ελληνικές επιχειρήσεις.
(β) Σύνδεση των Windfall Taxes με επενδύσεις: Τα 1 έως 1,5 δις € που θα εισπράττονται ετησίως από τους έκτακτους φόρους στα ολιγοπώλια (ενέργεια, τράπεζες, διυλιστήρια), δεν πρέπει απλώς να απορροφηθούν από τον προϋπολογισμό – αλλά το 50% αυτών των εσόδων να κατευθύνεται σε ένα «Εθνικό Ταμείο Παραγωγικής Μετάβασης». Αυτό το ταμείο θα πρέπει να παρέχει χαμηλότοκα δάνεια ή εγγυήσεις αποκλειστικά σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για την υποκατάσταση εισαγωγών – όπως για την παραγωγή εγχώριων αγροδιατροφικών προϊόντων, υλικών συσκευασίας, εξαρτημάτων κλπ.
(γ) Ανακατεύθυνση των δημοσίων συμβάσεων: Το ελληνικό κράτος είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής στην αγορά – οπότε οι δημόσιες δαπάνες πρέπει να λειτουργούν ως μοχλός εγχώριας ζήτησης, με τη θέσπιση αυστηρών, αλλά συμβατών με το ευρωπαϊκό δίκαιο κριτηρίων «εντοπιότητας» στους δημόσιους διαγωνισμούς για νοσοκομεία, σχολεία, στρατό και υποδομές, έτσι ώστε να επιλέγονται ελληνικές εταιρείες.
(δ) Παραγωγικό συμβόλαιο με τις επιχειρήσεις: Εν προκειμένω, οι επιχειρήσεις που επενδύουν στην εκπαίδευση του προσωπικού τους, στην καινοτομία και στις εξαγωγές, να απολαμβάνουν το μέγιστο της φορολογικής ελάφρυνσης – ενώ όσες παραμένουν σε μοντέλα χαμηλής προστιθέμενης αξίας θα έχουν μικρότερη ελάφρυνση.
Συμπερασματικά, με αυτά ή με παρόμοια κίνητρα, το μοντέλο μετατρέπεται από ένα «μοντέλο τόνωσης της ζήτησης» τύπου Keynes, σε ένα «μοντέλο μετασχηματισμού της προσφοράς» – όπου η αύξηση των μισθών χρηματοδοτεί την εγχώρια αγορά, ενώ η εγχώρια αγορά απαντάει και συντονίζεται, παράγοντας περισσότερα και ποιοτικότερα προϊόντα.







