.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η εντυπωσιακή μείωση του αμερικανικού χρέους από το 1946 έως το 1980, από το 119% του ΑΕΠ στο 31%, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά περίπου 50% μόνο μεταξύ των ετών 1977 και 1981 – ενώ αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος, με τον οποίο οι κυβερνήσεις εξαλείφουν το βάρος των χρεών τους. Στα πλαίσια αυτά, το αμερικανικό δολάριο δεν πρόκειται να χάσει τη θέση του ως παγκόσμιο οικονομικό θεμέλιο – επειδή κανένα άλλο νόμισμα και καμία άλλη αγορά δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Η επιβίωσή του όμως θα εξασφαλιστεί μέσω μιας ενορχηστρωμένης υποτίμησης της αγοραστικής του δύναμης – όπου σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, εντός του οποίου αναδιανέμεται βίαια ο πλούτος μέσω του πληθωρισμού, δημιουργούνται δύο ξεκάθαρα στρατόπεδα: οι κερδισμένοι και οι χαμένοι. Το θέμα δεν είναι λοιπόν εάν το δολάριο θα καταρρεύσει, αλλά σε ποιο από τα δύο στρατόπεδα επιλέγει να τοποθετήσει κανείς τον εαυτό του – ενώ οι αναλογίες με την Ελλάδα, όπου το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας ως προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί μέσω του πληθωρισμού, εις βάρος μισθωτών, συνταξιούχων και καταθετών (=των χαμένων), είναι ολοφάνερες.
.
Ανάλυση
Τις τελευταίες εβδομάδες, τα διεθνή οικονομικά μέσα ενημέρωσης έχουν κατακλυστεί από αποκαλυπτικούς τίτλους που προμηνύουν το τέλος του αμερικανικού δολαρίου – με την έννοια πως κυριαρχούν στην επικαιρότητα ειδήσεις για ένα εθνικό χρέος που αγγίζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια και αναλύσεις για έναν οικονομικό «κύκλο καταστροφής».
Μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτης καταστροφολογίας, ο χρυσός σημείωσε μία ακόμη άνοδο και τα ομόλογα σταθερού επιτοκίου ξεπούλημα (sell off) – επειδή πολλοί επενδυτές βιάζονται να προστατευτούν, από αυτό που θεωρούν αναπόφευκτη κατάρρευση. Σε κάθε περίπτωση, εάν κάποιος πιστέψει τυφλά αυτά τα δημοσιεύματα, θα υποθέσει ότι, το δολάριο έχει ήδη χάσει κάθε αξία – ενώ τα αμερικανικά ομόλογα δεν είναι τίποτα περισσότερο, από ψηφιακά σκουπίδια.
Εν τούτοις, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική – καθώς επίσης πολυπλοκότερη, από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι πηχυαίοι τίτλοι. Ειδικότερα, η θέση του δολαρίου ως του κορυφαίου παγκόσμιου αποθεματικού και συναλλακτικού νομίσματος, δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο – ενώ όσοι βιάζονται να κηρύξουν τον θάνατο του αμερικανικού νομίσματος, παραβλέπουν τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς και τις στρατηγικές κινήσεις που ευρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Η αλήθεια πίσω από την κυριαρχία των αμερικανικών ομολόγων
Περαιτέρω, για να κατανοήσουμε γιατί το δολάριο θα παραμείνει στην κορυφή για τις επόμενες δεκαετίες, πρέπει να εξετάσουμε τη φύση των διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων – ξεκινώντας από το γεγονός ότι, τα αποθέματα αυτά δεν είναι απλώς στοίβες από χαρτονομίσματα, αποθηκευμένα σε θησαυροφυλάκια. Αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εξαιρετικά ρευστοποιήσιμα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία – με κυριότερα τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου.
Ο λόγος για τον οποίο τα περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια θα συνεχίσουν να κυριαρχούν, είναι απλός: δεν υπάρχει άλλη αγορά κρατικών ομολόγων στον κόσμο που να διαθέτει το μέγεθος, τη ρευστότητα και το βάθος της αμερικανικής. Οι αγορές της Ιαπωνίας ή των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, αν και σημαντικές, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προσφέρουν τον ίδιο συνδυασμό κλίμακας και άμεσης ρευστοποίησης.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι, τα οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ δεν είναι υπαρκτά – ενώ τα επιτόκια είναι πιθανόν να αυξηθούν και ο πληθωρισμός να ενισχυθεί. Εν τούτοις, δεν έχει καμία σχέση με το τέλος του δολαρίου – αλλά με το ότι, οι ΗΠΑ θα πληρώνουν ακριβότερα για να δανεισθούν, ο προϋπολογισμός τους θα έχει ανάλογες επιπτώσεις και το κόστος ζωής των Πολιτών τους θα αυξηθεί, αφού το δολάριο θα χάσει σημαντική αγοραστική αξία.
Συμπερασματικά λοιπόν, υπάρχουν πράγματι μεγάλα προβλήματα στις αγορές ομολόγων – αλλά η υστερία περί ολοκληρωτικής απαξίωσης του νομίσματος, δεν βοηθά στην κατανόησή τους.
Οι άμεσες παρεμβάσεις στην αγορά χρήματος
Συνεχίζοντας, απέναντι σε αυτές τις πιέσεις, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών έχει θέσει σε εφαρμογή ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση των υψηλών επιτοκίων – το οποίο περιλαμβάνει τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι κινήσεις εστιάζουν στην αποσυμπίεση των πιέσεων στα αμερικανικά επιτόκια, μέσω της διεθνούς συνεργασίας – όπου έχουμε τα εξής:
(α) Στήριξη της Ιαπωνίας: Οι ΗΠΑ στηρίζουν τις προσπάθειες της Ιαπωνίας να ενισχύσει το γεν – χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως η διευκόλυνση FIMA Repo της Fed. Το εργαλείο αυτό επιτρέπει στην Ιαπωνία, στον μεγαλύτερο ξένο κάτοχο αμερικανικών ομολόγων με 1,12 τρις $, να δανείζεται δολάρια έναντι των ομολόγων της – αντί να αναγκάζεται να τα πουλήσει απευθείας στην αγορά, γεγονός που θα εκτίνασσε τα αμερικανικά επιτόκια στα ύψη.
(β) Επαναγορά μακροπρόθεσμων ομολόγων: Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών διπλασιάζει το μέγεθος των προγραμματισμένων πράξεων επαναγοράς τίτλων 10 έως 30 ετών, από 2 σε 4 δις $ – ενισχύοντας έτσι τη ρευστότητα στο μακρινό άκρο της καμπύλης.
(γ) Στροφή σε βραχυπρόθεσμους τίτλους: Η χρηματοδότηση του κράτους βασίζεται πλέον έντονα σε έντοκα γραμμάτια διάρκειας ενός έως έξι μηνών. Οι τίτλοι αυτοί έχουν χαμηλότερα επιτόκια, μειώνοντας το άμεσο κόστος δανεισμού – ενώ παράλληλα αγοράζονται μαζικά από hedge funds και επενδυτές, επειδή λειτουργούν ως πολύτιμα εχέγγυα (collateral) σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η στρατηγική των ΗΠΑ βασίζεται σε ένα τρίπτυχο – το οποίο είναι γνωστό ως το σχέδιο των «Τριών Βελών» ή «3-3-3» και λειτουργεί ως εξής:
(α) Συγκράτηση του ετήσιου ελλείμματος στο 3,0% ή λιγότερο του ΑΕΠ.
(β) Επίτευξη πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης 3% του ΑΕΠ ή περισσότερο.
(γ) Αύξηση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας – κατά το ισοδύναμο 3 εκ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα.
Εν προκειμένω, εάν εξαιρέσουμε τον ενεργειακό παράγοντα, ο οποίος δεν επηρεάζει άμεσα τη δημοσιονομική πολιτική, οι στόχοι για το έλλειμμα και το ΑΕΠ είναι οι πλέον κρίσιμοι – ενώ ο δείκτης που πραγματικά καθορίζει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών δεν είναι το απόλυτο νούμερο του χρέους, αλλά ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ. Είναι λάθος να τρομάζει κανείς με το μέγεθος των 40 τρις $ κατά την άποψη των ΗΠΑ, εάν δεν το εξετάσει σε συνάρτηση με το συνολικό ΑΕΠ – το οποίο είναι διαθέσιμο για τη χρηματοδότηση και την ανανέωση αυτού του χρέους.
Σήμερα, το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ είναι της τάξης του 123% του ΑΕΠ (=40 τρις $ χρέους προς περίπου 32,5 τρις $ ετήσιου ονομαστικού ΑΕΠ) – αποτελώντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της χώρας. Τα υψηλά αυτά ποσοστά, ασφαλώς περιορίζουν τα περιθώρια αντιμετώπισης κρίσεων και τις δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας – ενώ ο πληθωρισμός μπορεί μεν να αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ, μειώνοντας τη σχέση χρέους/ΑΕΠ, αλλά προκαλεί τεράστια προβλήματα στους Πολίτες, όσον αφορά την πτώση της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων τους.
Αυτό που πραγματικά έχει σημασία όμως κατά την άποψη των ΗΠΑ που εμείς θεωρούμε αμφιλεγόμενη, είναι να μειώνεται ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ – όπου εάν η οικονομία αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από ότι συσσωρεύεται το χρέος, ο δείκτης θα πέφτει, ακόμη και αν το χρέος σε απόλυτους αριθμούς αυξάνεται.
Αυτή είναι η ουσία της δήλωσης του Αμερικανού υπουργού οικονομικών – σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ μπορούν να αναπτυχθούν, για να ξεπεράσουν το πρόβλημα του χρέους. Για παράδειγμα, εάν το χρέος αυξηθεί κατά 5% μέσα σε ένα έτος φτάνοντας τα 42 τρις $, αλλά το ονομαστικό ΑΕΠ αυξηθεί κατά 6,2% φτάνοντας τα 34,5 τρις $, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει από το 123% στο 121,7%.
Αυτή η πτωτική τάση είναι το μόνο που χρειάζεται να βλέπουν οι αγορές, για να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη τους στο αμερικανικό δολάριο κατά τις ΗΠΑ – πόσο μάλλον όταν το έχουν κάνει ξανά στο παρελθόν.
Ειδικότερα, μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946, το χρέος βρισκόταν στο 119% του ΑΕΠ – ενώ έως το 1980 είχε μειωθεί στο 31%. Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, το απόλυτο χρέος αυξήθηκε σημαντικά – εν τούτοις, το αμερικανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περισσότερο από 1.000%, βελτιώνοντας θεαματικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
Οι βραχυπρόθεσμες Κινήσεις της Fed και του Υπουργείου Οικονομικών
Περαιτέρω, για να κατανοήσουμε πώς αποτρέπεται η βίαιη άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων, πρέπει να δούμε τις τεχνικές λεπτομέρειες των δύο βασικών βραχυπρόθεσμων μηχανισμών που αναφέρθηκαν: της διευκόλυνσης FIMA Repo Facility και των πράξεων επαναγοράς (buybacks) του Υπουργείου Οικονομικών.
(α) FIMA Repo Facility: Εδώ πρόκειται για ένα ανάχωμα, έτσι ώστε να μην πουληθούν τα αμερικανικά ομόλογα αξίας 1,12 τρις $ που κατέχει η Ιαπωνία – η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο ξένο πιστωτή των ΗΠΑ.
Εν προκειμένω, όταν το ιαπωνικό γεν δέχεται έντονες πιέσεις υποτίμησης έναντι του δολαρίου, η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) υποχρεούται να παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος – αγοράζοντας γεν και πουλώντας δολάρια.
Στο παρελθόν, για να βρει αυτά τα δολάρια η Ιαπωνία, θα έπρεπε να ρευστοποιήσει, να πουλήσει δηλαδή, μέρος των αμερικανικών ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της – ενώ μια μαζική πώληση ομολόγων τέτοιας κλίμακας, θα προκαλούσε αφενός μεν την κατακόρυφη πτώση των τιμών των αμερικανικών τίτλων, αφετέρου την απότομη εκτίναξη των αμερικανικών επιτοκίων, συμπαρασύροντας το κόστος των στεγαστικών δανείων και των πιστωτικών καρτών στις ΗΠΑ.
Για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο, επιστρατεύεται ο μηχανισμός FIMA Repo Facility της Fed – ο οποίος λειτουργεί ως εξής: η Ιαπωνία δεν πουλάει τα ομόλογά της στην ανοιχτή αγορά, αλλά τα καταθέτει στη Fed ως εχέγγυο – ενώ η Fed, με τη σειρά της, δανείζει στην Ιαπωνία τα δολάρια που χρειάζεται, για να στηρίξει το νόμισμά της.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ιαπωνία αποκτά άμεση ρευστότητα σε δολάρια, η αγορά ομολόγων των ΗΠΑ προστατεύεται από ένα μαζικό κύμα πωλήσεων και τα αμερικανικά επιτόκια παραμένουν σταθερά.
(β) Στοχευμένες επαναγορές και στροφή στα Έντοκα Γραμμάτια – με την έννοια ότι παράλληλα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εφαρμόζει την εξής διπλή στρατηγική διαχείρισης της καμπύλης των επιτοκίων:
(1) Διπλασιασμός των Buybacks: Η απόφαση να αυξηθούν οι πράξεις επαναγοράς μακροπρόθεσμων τίτλων 10 έως 30 ετών, από τα 2 στα 4 δις $, λειτουργεί ως τεχνητή ζήτηση – όπου όταν το κράτος αγοράζει το δικό του μακροπρόθεσμο χρέος, στηρίζει την τιμή του και συγκρατεί το μακροπρόθεσμο επιτόκιο που αποτελεί τη βάση για τον δανεισμό των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
(2) Έξυπνη Χρήση των εντόκων γραμματίων: Το Υπουργείο Οικονομικών μετατοπίζει το βάρος της χρηματοδότησής του σε βραχυπρόθεσμους τίτλους ενός έως έξι μηνών – ενώ τα έντοκα γραμμάτια (T-Bills) έχουν παραδοσιακά χαμηλότερο επιτόκιο από τα 10ετή ή 30ετή ομόλογα, μειώνοντας άμεσα τα έξοδα για τόκους του αμερικανικού προϋπολογισμού.
Επιπλέον, επειδή τα T-Bills θεωρούνται το πιο ασφαλές «χρήμα» στο παγκόσμιο σκιώδες τραπεζικό σύστημα, τα hedge funds και οι τράπεζες τα απορροφούν διψασμένα – για να τα χρησιμοποιήσουν ως εγγύηση σε καθημερινές συναλλαγές δισεκατομμυρίων.
Ιστορική Αναλογία
Συνεχίζοντας, η στρατηγική που περιγράφεται δεν είναι καινούργια – αφού οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει ξανά τον πληθωρισμό ως εργαλείο δημοσιονομικής εξυγίανσης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Ειδικότερα, μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946 το αμερικανικό χρέος προς το ΑΕΠ βρισκόταν στο δυσθεώρητο 119% – ενώ έως το 1980, το ποσοστό αυτό είχε υποχωρήσει εντυπωσιακά στο 31%. Πώς επιτεύχθηκε αυτό, δεδομένου ότι οι αμερικανικές δαπάνες αυξάνονταν συνεχώς λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ και των κοινωνικών προγραμμάτων της περιόδου;
Η απάντηση κρύβεται στον στασιμοπληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 – θυμίζοντας πως η αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό το 1971 από τον Ρίτσαρντ Νίξον και οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, πυροδότησαν ένα πρωτοφανές κύμα πληθωρισμού. Μόνο μεταξύ των ετών 1977 και 1981, οι τιμές καταναλωτή στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά περίπου 50% – ένα τεράστιο ποσοστό.
Η αμερικανική κυβέρνηση τώρα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι, το χρέος είναι μια σταθερή ονομαστική αξία – ενώ το ΑΕΠ διογκώνεται τεχνητά, λόγω της ανόδου των τιμών. Για παράδειγμα, εάν το κράτος χρωστάει 100 δολάρια και ο πληθωρισμός αυξηθεί κατά 50%, το χρέος παραμένει 100 δολάρια – αλλά η πραγματική του αξία, η αγοραστική δύναμη δηλαδή των χρημάτων που πρέπει να επιστραφούν στους πιστωτές, έχει μειωθεί στο μισό.
Ταυτόχρονα, τα κρατικά έσοδα από τους φόρους, όπως από τον ΦΠΑ κλπ., αυξάνονται αυτόματα – επειδή οι τιμές των προϊόντων και οι ονομαστικοί μισθοί ανεβαίνουν. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «χρηματοοικονομική καταστολή» (Financial repression) – όπου το κράτος ουσιαστικά αποπληρώνει τους πιστωτές του, με υποτιμημένο νόμισμα. Παρεμπιπτόντως εδώ, οι πόλεμοι βοηθούν – αφού έχουν ως αποτέλεσμα την άνοδο του πληθωρισμού.
Εν τούτοις, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος – αφού εκείνη η περίοδος απέδειξε στην πράξη ότι, ο υψηλός πληθωρισμός αναδιανέμει βίαια τον πλούτο, με τους εξής κερδισμένους και χαμένους:
(α) Οι Κερδισμένοι: Ήταν όσοι είχαν τοποθετήσει τα κεφάλαιά τους σε «σκληρά» περιουσιακά στοιχεία – όπως σε χρυσό που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 από τα 35 δολάρια ανά ουγγιά και άγγιξε τα 850 δολάρια το 1980. Επιπλέον, σε ακίνητα που εκτοξεύθηκαν οι τιμές τους – ενώ οι δανειολήπτες που είχαν χρησιμοποιήσει μόχλευση (δάνεια) είδαν την πραγματική αξία των χρεών τους να εξανεμίζεται. Παράλληλα, όσοι είχαν ισχυρά συνδικάτα κατάφερναν να παίρνουν συχνές αυξήσεις μισθών που συμβάδιζαν με την ακρίβεια – ενώ οι υπόλοιποι όχι.
(β) Οι Χαμένοι: Ήταν η μεσαία τάξη και οι συνταξιούχοι – ενώ γενικότερα όλοι όσοι βασίζονταν σε σταθερά εισοδήματα, σε ομόλογα σταθερής απόδοσης, σε αποταμιεύσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και σε ασφαλιστικά συμβόλαια, είδαν την αγοραστική τους δύναμη να εκμηδενίζεται.
Η ιστορία δείχνει ότι, το σχέδιο «3-3-3» που εφαρμόζεται σήμερα στις ΗΠΑ, βασίζεται στην ίδια ακριβώς συνταγή – όπου ενώ η πραγματική ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη κοντά στο 2%, η επίτευξη ονομαστικής ανάπτυξης 6% που απαιτείται για τη μείωση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ, θα προέλθει αναγκαστικά από έναν πληθωρισμό της τάξης του 4%.
Το δολάριο, ως παγκόσμιο νόμισμα, προστατεύεται βραχυπρόθεσμα από τη Fed και το Υπουργείο Οικονομικών – αλλά το τίμημα για τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή του, θα το πληρώσουν ξανά οι κάτοχοι μετρητών και σταθερών εισοδημάτων, μέσω της σταδιακής διάβρωσης της αγοραστικής τους δύναμης.
Το βρόμικο μυστικό
Περαιτέρω, πίσω από το παραπάνω κομψό οικονομικό σχέδιο των ΗΠΑ, κρύβεται ένα μεγάλο, αποσιωπημένο και βρόμικο μυστικό – ξεκινώντας από το ότι, όταν η κυβέρνηση υπολογίζει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, χρησιμοποιεί ονομαστικά μεγέθη και όχι μεγέθη προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό.
Στο παράδειγμα της ονομαστικής ανάπτυξης 6,2%, κανένας δεν διευκρινίζει πόσο μέρος αυτής της ανόδου οφείλεται στην πραγματική παραγωγή και πόσο στην αύξηση των τιμών – όπου εάν η ανάπτυξη αυτή αποτελείται από 4,2% πραγματική ανάπτυξη και 2,0% πληθωρισμό, η οικονομία είναι υγιής.
Εάν όμως αποτελείται από 2,2% πραγματική ανάπτυξη και 4,0% πληθωρισμό, η κατάσταση αλλάζει δραματικά – αφού με ετήσιο πληθωρισμό 4%, η αγοραστική δύναμη του δολαρίου μειώνεται στο μισό μέσα σε περίπου 18 χρόνια, καταστρέφοντας τα εισοδήματα και τις περιουσίες όσων δεν είναι προετοιμασμένοι.
Με δεδομένο δε το ότι, οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να ξεπεράσουν μια μέση πραγματική ανάπτυξη 2% από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, η διαφορά για την επίτευξη του στόχου θα πρέπει αναγκαστικά να καλυφθεί από τον πληθωρισμό. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η εντυπωσιακή μείωση του χρέους από το 1946 έως το 1980 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά περίπου 50% μόνο μεταξύ των ετών 1977 και 1981 – ενώ αυτός είναι ο παραδοσιακός, «σιωπηλός» τρόπος, με τον οποίο οι κυβερνήσεις εξαλείφουν το βάρος των χρεών τους.
Συμπερασματικά λοιπόν, το αμερικανικό δολάριο δεν πρόκειται να χάσει τη θέση του ως παγκόσμιο οικονομικό θεμέλιο – επειδή κανένα άλλο νόμισμα και καμία άλλη αγορά δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Η επιβίωσή του όμως θα εξασφαλιστεί μέσω μιας ενορχηστρωμένης υποτίμησης της αγοραστικής του δύναμης – όπου σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, δημιουργούνται τα εξής δύο ξεκάθαρα στρατόπεδα:
(α) Οι χαμένοι: Όσοι βασίζονται αποκλειστικά σε σταθερά εισοδήματα, παραδοσιακές αποταμιεύσεις, ασφαλιστικά συμβόλαια και συντάξεις – επειδή θα δουν την αξία των χρημάτων τους να εξανεμίζεται.
(β) Οι κερδισμένοι: Όσοι κατέχουν σκληρά περιουσιακά στοιχεία (όπως ο χρυσός και τα ακίνητα) ή χρησιμοποιούν έξυπνα τη μόχλευση.
Στα πλαίσια αυτά, το ερώτημα για κάθε επενδυτή και Πολίτη δεν είναι εάν το δολάριο θα καταρρεύσει – αλλά σε ποιο από τα δύο στρατόπεδα επιλέγει να τοποθετήσει τον εαυτό του, επειδή το σχέδιο διάσωσης του αμερικανικού χρέους έχει τεθεί ήδη σε πλήρη εφαρμογή.
Εν προκειμένω, οι αναλογίες με αυτά που συμβαίνουν στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, είναι ξεκάθαρες – μία βίαιη αναδιανομή του πλούτου μέσω του πληθωρισμού, με κερδισμένους και με χαμένους.
