.

Στον κόσμο του Schumpeter, οι «τόκοι» δεν κερδίζονται μέσω της αποταμίευσης – αλλά μέσω των επενδύσεων. Κανένας δηλαδή δεν ανταμείβεται για την «κατανάλωση υπό αναμονή» – για τον περιορισμό της, με στόχο το σχηματισμό κεφαλαίου. Αντίθετα, όλοι ανταμείβονται όταν η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης είναι επιτυχημένη, με αποτέλεσμα μια γενιά με υψηλότερο εισόδημα από πριν – όπως πρέπει να είναι το ζητούμενο κάθε μακροοικονομικής πολιτικής. Στην μοναδική περίπτωση της Ελλάδας, η όποια ανάπτυξη της μετά την καταδίκη της στο ΔΝΤ, προήλθε από την άνοδο του τουρισμού και από τις εξαγωγές – όπου τη θέση της μείωσης της κατανάλωσης από τους Έλληνες εργαζομένους, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης, ανέλαβαν οι εργαζόμενοι των άλλων χωρών και οι αρνητικές αποταμιεύσεις μετά το 2009. Προφανώς όμως, αυτού του είδους η ανάπτυξη, με την κάθε γενιά να έχει χαμηλότερο εισόδημα από την προηγούμενη, δεν μπορεί να συνεχιστεί – ενώ η υπερφορολόγηση των τελευταίων ετών θα δώσει τη χαριστική βολή στους Έλληνες, οπότε κάποια στιγμή θα αντιδράσουν εξαιρετικά βίαια. Ήδη πάντως βιώνουμε τα πρώτα στάδια, με μία πολιτική κρίση προ των πυλών – με την κυβέρνηση δυστυχώς να μην το καταλαβαίνει, θεωρώντας πως τα τόσα νέα κόμματα που εμφανίζονται, δεν σημαίνουν τίποτα.
.
Ανάλυση

Στη νεοκλασική οικονομική θεωρία που, αν και ξεπερασμένη, συνεχίζει να υπερισχύει και να διδάσκεται στα δυτικά πανεπιστήμια, το πιο παράξενο φαινόμενο στο οικονομικό της μοντέλο, είναι το Κεφάλαιο – ως ένας από τους συντελεστές παραγωγής (αναφορά στο τέλος του κειμένου).
Εν προκειμένω, σχεδόν κανένας οικονομολόγος δεν έχει επιχειρήσει να βάλει κάποια τάξη, στις ποικίλες ιδιότητες που αποδίδονται στο Κεφάλαιο – στις αμέτρητες μορφές του, όπως το φυσικό Κεφάλαιο, το χρηματοοικονομικό, τα κέρδη, η πίστωση, το τεράστιο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος στις παγκόσμιες αγορές κοκ., χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά ποια ακριβώς λειτουργία εξυπηρετεί το Κεφάλαιο, όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη.
Για να κατανοήσουν τώρα πραγματικά τον ρόλο του Κεφαλαίου, οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι έχουν περιορίσει την τεράστια πολυπλοκότητα του κόσμου, στις απλούστερες οικονομικές συνθήκες που μπορούν να φανταστούν – καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, για να δημιουργήσει κάποιος Κεφάλαιο, πρέπει συνειδητά να απαρνηθεί την κατανάλωση του εισοδήματος του.
Με απλά λόγια, κατά τους νεοκλασικούς μόνο όσοι απέχουν από την κατανάλωση και αποταμιεύουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους, ανταμείβονται – μόνο όσοι είναι πρόθυμοι δηλαδή να περιμένουν την κατανάλωση, αντί να καταναλώνουν τα πάντα σήμερα, μπορούν να ελπίζουν σε προστιθέμενη αξία μέσω της «παράκαμψης της παραγωγής» και σε μια ανταμοιβή, με τη μορφή τόκου για την προσωρινή τους αποχή.
Η επανάσταση του Schumpeter
Εν τούτοις ο J. Schumpeter τώρα, ο οποίος έγραψε τη θεωρία του για την οικονομική ανάπτυξη πριν από 120 χρόνια, γνώριζε ότι αυτό ήταν λάθος – διαπιστώνοντας ότι, ο καπιταλισμός άνθιζε καλύτερα όταν δεν υπήρχαν κρίσεις που να προκαλούν τη μείωση του εισοδήματος και της κατανάλωσης. Άλλωστε, οι εταιρείες εξαρτώνται από πλήρως αξιοποιημένες παραγωγικές ικανότητες – εάν το κίνητρο βέβαια για την επέκταση αυτών των ικανοτήτων είναι ισχυρό.
Ο Schumpeter αναρωτήθηκε, πώς μπορούν να δημιουργηθούν μεγάλες ποσότητες νέου κεφαλαίου, εάν κανείς δεν κάνει θυσίες – εάν κανένας δεν είναι πρόθυμος να παράσχει στις φιλόδοξες εταιρείες το οικονομικό κεφάλαιο (και τους πόρους), με τους οποίους μπορούν να δημιουργήσουν νέο εισόδημα.
Η απάντησή του ήταν τόσο επαναστατική, όσο και προφανής: αυτά τα κεφάλαια δεν μπορούσαν να αντληθούν, αφαιρούμενα από τη συνεχιζόμενη διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης – επειδή διαφορετικά η διαδικασία θα επιβραδυνόταν ή/και θα σταματούσε.
Επομένως, τα κεφάλαια θα έπρεπε να προέρχονται από αλλού – καθώς επίσης να είναι διαθέσιμα, επιπλέον των υφιστάμενων πόρων. Οι τράπεζες λοιπόν θα έπρεπε να παρέχουν στον πρωτοπόρο επιχειρηματία τα κεφάλαια που χρειαζόταν για να πετύχει – με αποτέλεσμα να γεννηθεί έτσι η ιδέα ότι, χρειάζονται χρήματα που δημιουργούνται από το πουθενά, για να δημιουργηθεί κεφάλαιο (ανάλυση).
Όμως, η «επανάσταση του Schumpeter» δεν συνέβη ποτέ – επειδή κανένας δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να συνηθίσει την ιδέα ότι, η νεοκλασική οικονομική θεωρία είχε παραβλέψει ένα κρίσιμο σημείο, ένα σημείο καμπής. Γιατί; Επειδή διαφορετικά ολόκληρο το όμορφο οικοδόμημα της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας θα απειλούνταν τελικά με κατάρρευση – εάν παραδεχόταν ή αποδεχόταν πως η δημιουργία κεφαλαίου δεν είναι το αποτέλεσμα της αρετής και του πόνου, της σκληρής αποταμίευσης, αλλά μίας ψυχρής και σκληρής τραπεζικής πολιτικής.
Ο Keynes και οι άλλοι
Συνεχίζοντας, μόνο κατά τη διάρκεια της κεϋνσιανής επανάστασης μερικές δεκαετίες αργότερα, καθώς επίσης μιας μεγάλης παγκόσμιας κρίσης, η βεβαιότητα της νεοκλασικής οικονομίας κλονίστηκε για λίγο – επειδή ο J.M. Keynes, o M. Kalecki και ο W. Lautenbach κατάλαβαν ότι, η κρίση δεν είναι ποτέ η αφετηρία της ανανέωσης, αλλά μάλλον ο σπόρος της παρακμής.
Αυτό που υποψιαζόταν λοιπόν ο Schumpeter, το διατύπωσαν με πλήρη σαφήνεια ως εξής: «Κάθε προσπάθεια αποταμίευσης από ένα δεδομένο και αναμενόμενο εισόδημα, θα μείωνε τα εταιρικά κέρδη – ενώ έτσι, ταυτόχρονα, θα κατέστρεφε το κεφάλαιο που θα έπρεπε να δημιουργηθεί από τα κέρδη».
Εύλογο συμπέρασμα, αφού όσοι αποταμιεύουν αφαιρούν κεφάλαια από τις εταιρείες και τα καταθέτουν σε τραπεζικό λογαριασμό – λόγω αντίστοιχης μείωσης της ζήτησης/κατανάλωσης. Επομένως, η αποταμίευση βλάπτει την οικονομία, της αφαιρεί κεφάλαια, δεν οδηγεί σε επενδύσεις και ανάπτυξη, όπως υποστηρίζουν οι κλασικοί και δεν μπορεί ποτέ να επιφέρει κάτι καινούργιο.
Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να το καταλάβουν – επειδή, κατά την (λανθασμένη) άποψή τους ως αυστηροί υποστηρικτές της οικονομίας της αγοράς, η αποταμίευση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διεξαγωγή επενδύσεων (ανάλυση).
Στην πραγματικότητα, από την κλασική θεωρία απουσιάζει αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει μια πραγματική οικονομία της αγοράς, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: το γεγονός ότι, οι εταιρείες αποκομίζουν κέρδη και έτσι λαμβάνουν το «υπολειμματικό» εισόδημα της οικονομίας – δηλαδή το εισόδημα που απομένει, μετά την εκπλήρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων.
Επομένως, αντιδρούν σε οποιαδήποτε μείωση των δαπανών από άλλους τομείς, μειώνοντας τις δικές τους δαπάνες – ενώ ασφαλώς δεν έχουν κάποιον ενσωματωμένο μηχανισμό, για να σταματήσουν μια τέτοια καθοδική πορεία.
Η βιώσιμη ανάπτυξη
Περαιτέρω, στον κόσμο του Schumpeter, οι «τόκοι» δεν κερδίζονται μέσω της αποταμίευσης – αλλά μέσω των επενδύσεων. Κανένας δηλαδή δεν ανταμείβεται για την «κατανάλωση υπό αναμονή» – για τον περιορισμό της, με στόχο το σχηματισμό κεφαλαίου.
Αντίθετα, όλοι ανταμείβονται από μακροοικονομικής πλευράς, όταν η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης είναι επιτυχημένη – με αποτέλεσμα μια γενιά με υψηλότερο εισόδημα από πριν.
Ειδικότερα, οι τραπεζίτες λαμβάνουν ένα μερίδιο αυτής της απόδοσης για τα δάνεια που έχουν χορηγήσει σε επιχειρήσεις – ενώ από αυτό το μερίδιο, μπορούν να πληρώνουν στους αποταμιευτές τόκους για τις καταθέσεις τους.
Οι εργαζόμενοι με τη σειρά τους πρέπει να συμμετέχουν άμεσα, λαμβάνοντας υψηλότερους πραγματικούς μισθούς – επειδή διαφορετικά τα προϊόντα που δημιουργούνται κατά την παραγωγική διαδικασία, δεν μπορούν να πωληθούν. Με εξαίρεση φυσικά τις εξαγωγές και τον τουρισμό – όπου όμως αυτήν την «αποστολή» την αναλαμβάνουν στην ουσία οι εργαζόμενοι άλλων χωρών που λαμβάνουν υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, αλλά ασφαλώς δεν αρκεί.
Εάν τώρα οι εργαζόμενοι αποταμιεύσουν μέρος του εισοδήματός τους, πρέπει κάποιοι άλλοι να καλύψουν το κενό που δημιουργείται (ανάλυση) – είτε οι υπόλοιποι δανειζόμενοι τα χρήματα που αποταμιεύονται, είτε οι εργαζόμενοι άλλων χωρών αν και εν μέρει, είτε το κράτος με την αύξηση των δαπανών του, αυξάνοντας όμως τα χρέη του.
Κάτι τέτοιο όμως δεν λειτουργεί πουθενά στον κόσμο – εκτός εάν ο θεσμός που καθορίζει τα επιτόκια διασφαλίζει ότι, τα επιτόκια είναι συστηματικά κάτω από τη συνολική οικονομική απόδοση.
Στα πλαίσια αυτά, η νομισματική πολιτική διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο – όχι όμως επειδή μπορεί να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, αλλά λόγω του ότι είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να προσφέρει το νέο χρήμα που χρειάζεται κάθε οικονομική ανάπτυξη, υπό συνθήκες που ενθαρρύνουν τις εταιρείες να επενδύσουν.
Το ελληνικό παράδοξο
Ολοκληρώνοντας, η όποια ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την καταδίκη της στο ΔΝΤ, προήλθε από την άνοδο του τουρισμού και από τις εξαγωγές – όπου τη θέση της μείωσης της κατανάλωσης από τους Έλληνες εργαζομένους, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή της ονομαστικής μείωσης μισθών και συντάξεων (ανάλυση), ανέλαβαν εν μέρει οι εργαζόμενοι των άλλων χωρών.
Επίσης όμως η αρνητικές αποταμιεύσεις των Ελλήνων που παραμένουν αρνητικές μετά το 2009, όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί – με εξαίρεση το 2020 που ήταν λιγότερο αρνητικές λόγω της πανδημίας, όπου οι αποταμιεύσεις αυξήθηκαν απότομα με την ταυτόχρονη κατάρρευση του ΑΕΠ σχεδόν κατά 9%.
Προφανώς αυτού του είδους η ανάπτυξη, με την κάθε γενιά να έχει χαμηλότερο εισόδημα από την προηγούμενη, δεν μπορεί να συνεχιστεί – θυμίζοντας ότι, αποταμίευση είναι το ποσόν που παραμένει από το εκάστοτε εισόδημα, αφαιρουμένων όλων των δαπανών διαβίωσης (S = Y – C, όπου S=Αποταμίευση, Y=Διαθέσιμο Εισόδημα και C= Κατανάλωση).
Με δεδομένο δε το ότι, το Κράτος τα τελευταία χρόνια υπερφορολογεί επιπλέον τους Έλληνες για να έχει πλεονάσματα και να μην αυξάνει το χρέος του, ενώ δαπανάει λιγότερα, οι Πολίτες αναγκάζονται να δαπανούν από τα έτοιμα, καθώς επίσης να πουλούν τα πάγια τους (σπίτια κλπ.), για να επιβιώσουν – ενώ προφανώς δεν μπορούν να αποταμιεύσουν είτε ως καταθέσεις, είτε ως αγορά σπιτιών, είτε ως επενδύσεις κλπ. Η μείωση δε της αποταμίευσης, φαίνεται επιπλέον από την πτώση της ιδιοκατοίκησης, από το 75,4% το 2019 στο 69,4% το 2025 – αφού τα ακίνητα αποτελούν τη βασική μορφή αποταμίευσης για τους Έλληνες.
Η υπερφορολόγηση των τελευταίων ετών λοιπόν θα δώσει τη χαριστική βολή στους Έλληνες – οπότε κάποια στιγμή θα αντιδράσουν εξαιρετικά βίαια. Ήδη πάντως βιώνουμε τα πρώτα στάδια, με μία πολιτική κρίση προ των πυλών – με την κυβέρνηση δυστυχώς να μην το καταλαβαίνει, θεωρώντας πως τα τόσα νέα κόμματα που εμφανίζονται, δεν σημαίνουν τίποτα.
.
Σημείωση
Κλασικά, οι συντελεστές παραγωγής στην οικονομία είναι οι «εισροές» που απαιτούνται, για να παραχθεί οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία – ενώ χωρίζονται στους εξής τρεις βασικούς τομείς:
(α) Στη Φύση: Πρόκειται για τα στοιχεία της φύσης που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή – όπως το έδαφος, το υπέδαφος (ορυκτά), οι υδάτινοι πόροι και η ατμόσφαιρα.
(β) Στην Εργασία: Αφορά την ανθρώπινη προσπάθεια, σωματική και πνευματική, η οποία καταβάλλεται για την παραγωγή αγαθών – ενώ συμπεριλαμβάνει την τεχνογνωσία και την εξειδίκευση.
(γ) Στο Κεφάλαιο: Εδώ κατατάσσονται τα προϊόντα που έχουν παραχθεί για να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή άλλων αγαθών – όπως μηχανήματα, εξοπλισμός, κτίρια, οχήματα και λογισμικό.
Στις σύγχρονες οικονομίες δε, αναγνωρίζονται οι εξής δύο επιπλέον βασικοί παράγοντες:
(δ) Η Επιχειρηματικότητα/Διοίκηση: Ο συντονιστικός παράγοντας δηλαδή που οργανώνει τους άλλους συντελεστές, λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις και αναλαμβάνει τον κίνδυνο της επένδυσης.
(ε) Η Τεχνολογία: Με απλά λόγια, η γνώση και οι μέθοδοι που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα της διαδικασίας. Η σημασία της στη σημερινή εποχή είναι τεράστια – αφού αποτελεί βασικό συστατικό της ανταγωνιστικότητας μίας οικονομίας.
Πηγές: Makrokop, διάφορα


