.

Το σημαντικότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η παραγωγικότητα της εργασίας και οι μισθοί – οι οποίοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγικότητα. Η λύση είναι η αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου (τελευταία μας ευκαιρία το Ταμείο Ανασυγκρότησης, σε συνδυασμό με το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ) που στηρίζεται στην κατανάλωση (άνω του 88%) και στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού – με τη δημιουργία συνθηκών που θα διευκολύνουν τις παραγωγικές επενδύσεις.
.
Ανάλυση

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει συνεχώς ότι, η πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ πιο θετική, σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ – απλά και μόνο επειδή ο ρυθμός ανάπτυξης είναι υψηλότερος. Ενώ λοιπόν το 2019 ήταν χαμηλότερος, στο 1,8% έναντι 1,9% της ΕΕ και το 2020 η ύφεση πολύ πιο μεγάλη, στο -9.3% έναντι -5,6% στην ΕΕ, στη συνέχεια ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν υψηλότερος.
Εάν τώρα αθροίσουμε όλα τα χρόνια μαζί, θα διαπιστώσουμε πως η οικονομία μας αναπτύχθηκε από το 2019 έως το 2023 μόλις κατά 2,3% περισσότερο από το μέσον όρο της ΕΕ (γράφημα) – παρά το ότι η Ελλάδα στήριξε τα lockdowns περισσότερο από κάθε άλλη χώρα ως ποσοστό του ΑΕΠ της, δαπανώντας περί τα 50 δις € με δανεικά.
Εκτός αυτού, η αρνητική απόκλιση του ΑΕΠ μας από το μέσο της ΕΕ, από το 2009 έως το 2022, ήταν 33,7% (γράφημα) – οπότε ήταν λογικό να είναι υψηλότερη η ελληνική αντίδραση μετά την ύφεση. Ο τρίτος παράγοντας είναι το οικονομικό μας μοντέλο που στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, ο οποίος κινήθηκε έντονα ανοδικά μετά την πανδημία – ενώ η ενεργειακή κρίση έπληξε πολύ περισσότερο τις οικονομίες εκείνων των κρατών που στηρίζονται στη βιομηχανία, με αποτέλεσμα να επιβραδυνθούν περισσότερο από τη δική μας.
Ειδικά όσον αφορά τον τουρισμό (πατώντας επάνω στα γραφήματα μεγεθύνονται), αυξάνεται συνεχώς μετά το 2005 (γράφημα), με εξαίρεση μόνο την περίοδο της πανδημίας – ενώ έχουμε επιστήσει πολλές φορές την προσοχή στους κινδύνους της μονοκαλλιέργειας του, αφενός μεν λόγω της εξάντλησης των υποδομών μας χωρίς αντίστοιχα έσοδα που να επιτρέπουν τις επενδύσεις ανανέωσης τους, αφετέρου επειδή πρόκειται για έναν «προκυκλικό κλάδο» που υποφέρει δυσανάλογα στις διεθνείς υφέσεις και αποδίδει επίσης δυσανάλογα στις περιόδους παγκοσμίου ανάπτυξης.
Επόμενο βασικό πρόβλημα της μεγέθυνσης του ΑΕΠ μας, είναι η σύνθεση των συντελεστών του – οι βασικές συνιστώσες του από την πλευρά των δαπανών (ΑΕΠ = Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + Εμπορικό ισοζύγιο). Ειδικότερα, σύμφωνα με το γράφημα, η δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση υπερβαίνει το μέσον όρο της ΕΕ κατά 14,8% – κάτι που ασφαλώς είναι προβληματικό, αφού όταν το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ οδηγείται στην κατανάλωση, περιορίζονται όσα θα μπορούσαν να διατεθούν για επενδύσεις και για σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, τα οποία θα βελτίωναν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μας. Ο τρόπος που διορθώνεται από μία κυβέρνηση είναι η φορολογική και λοιπή στήριξη των επενδύσεων, όπως η σύνδεση του τουρισμού με την εγχώρια παραγωγή, καθώς επίσης του παγίου κεφαλαίου – μεταξύ άλλων με τη διευκόλυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που μειώνεται συνεχώς.
Ο δεύτερος συντελεστής πάντως, οι επενδύσεις, είναι χαμηλότερες κατά 8,3% σε σχέση με την ΕΕ – ενώ ο μοναδικός τρόπος να αυξηθούν, χωρίς να επηρεαστεί αρνητικά το εξωτερικό μας χρέος, είναι η αύξηση των αποταμιεύσεων. Εν τούτοις, στις αποταμιεύσεις είμαστε τελευταίοι με απόσταση από την ΕΕ – πρόσφατα στο -4%.
Όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (=με τον τουρισμό και την επίσης προκυκλική ναυτιλία), είναι επίσης χαμηλότερες από το μέσον όρο της ΕΕ κατά 7,8% – κυρίως λόγω των χαμηλών εξαγωγών αγαθών που, σε συνδυασμό με τις εισαγωγές αγαθών, αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό το εμπορικό μας έλλειμμα, τον τελευταίο συντελεστή του ΑΕΠ μας, μειώνοντας το (γράφημα).
Το σημαντικότερο βέβαια πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η παραγωγικότητα της εργασίας και οι μισθοί – οι οποίοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγικότητα (=προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, στον ιδιωτικό μη αγροτικό τομέα).
Εν προκειμένω, με στοιχεία του 2021, κάθε εργαζόμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 23.000 € ετήσια, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 60.200 € – οπότε η παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι στο 38,3% του μέσου όρου της ΕΕ.
Όσον αφορά τους μισθούς (μεικτούς), επίσης με στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα ήταν στα 16.100 € ετήσια, ενώ στην ΕΕ 33.600 € – οπότε οι μισθοί στη χώρα μας ήταν στο 48% του μέσου της ΕΕ, όταν η παραγωγικότητα στο 38,3% (γράφημα).
Επομένως οι μισθοί, αν και πείνας, καθώς επίσης παρά το ότι έχουν καταρρεύσει σε σχέση με το 2010 (γράφημα) ήταν συγκριτικά υψηλότεροι από την παραγωγικότητα – οπότε εις βάρος της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, με περιθώρια προς τα κάτω! Γιατί; Επειδή δεν διενεργούνται επαρκείς επενδύσεις – οπότε περιορίζεται η τεχνολογία παραγωγής (να αυξηθούν οι μισθοί στα 1.500 € επειδή το δηλώνει η κυβέρνηση, είναι αδύνατον – αν και μάλλον εννοεί με τη βοήθεια του πληθωρισμού, αφού δεν διευκρίνισε εάν πρόκειται για πραγματικούς ή ονομαστικούς).
Το αποτέλεσμα τώρα της χαμηλής μας ανταγωνιστικότητας, παρά τους εξευτελιστικούς μισθούς που περιορίζουν το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος, είναι οι χαμηλότερες εξαγωγές μας σε σχέση με άλλες χώρες και οι υψηλότερες εισαγωγές – οπότε τα ελλείμματα του εμπορικού μας ισοζυγίου που μειώνουν το ΑΕΠ. Επίσης, η «εξαύλωση» των τουριστικών μας εσόδων – με συνέπεια το υψηλό μας έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αυξάνει το εξωτερικό μας χρέος (ήδη πάνω από 550 δις €).
Η λύση; Η αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου (τελευταία μας ευκαιρία το Ταμείο Ανασυγκρότησης, σε συνδυασμό με το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ) που στηρίζεται στην κατανάλωση (88,5%) και στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού – με τη δημιουργία συνθηκών που θα διευκολύνουν τις παραγωγικές επενδύσεις.
Κυρίως, με τη σωστή λειτουργία του Δημοσίου και της Δικαιοσύνης – τα οποία για τους επενδυτές είναι απελπιστικά. Επί πλέον, με τη δρομολόγηση ενός ανταγωνιστικού φορολογικού πλαισίου που να είναι σταθερό μακροπρόθεσμα – παράλληλα με τη σωστή λειτουργία του τραπεζικού μας συστήματος που δεν πρέπει να ενεργεί ως καρτέλ αισχροκέρδειας και να στραγγαλίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.







