.

Μία από τις βασικότερες υποχρεώσεις ενός κράτους, είναι η μείωση της αβεβαιότητας – η δημιουργία συνθηκών, εντός των οποίων μπορεί μία εταιρία να προγραμματίσει τις επενδύσεις της με ασφάλεια. Υπάρχουν αυτές οι συνθήκες στην Ελλάδα σήμερα; Η απάντηση, η οποία αιτιολογεί πλήρως τις χαμηλές επενδύσεις στη χώρα μας, είναι απλούστατη: δεν υπάρχουν, από πολλές διαφορετικές πλευρές. Από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, του δημοσίου και την πολιτική σταθερότητα, έως τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά χρέη. Όσον αφορά γενικότερα την Ευρώπη, η μεγάλη αβεβαιότητα είναι ο πόλεμος της Ουκρανίας – όπου η επιδείνωση της στρατιωτικής κατάστασης στη χώρα, σε συνδυασμό με την κλιμακούμενη αποχώρηση των ΗΠΑ, έχουν δημιουργήσει μία κατάσταση, στην οποία η ΕΕ οφείλει να αναλάβει ηγετικό ρόλο για την επίλυση της σύγκρουσης. Δυστυχώς όμως όχι μόνο δεν το κάνει αλλά, αντίθετα, «ρίχνει βενζίνη στη φωτιά» – με εμπρηστικές δηλώσεις όλων των Ευρωπαίων πολιτικών.
.
Ανάλυση

Οι δημόσιες επενδύσεις είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία, την εκπαίδευση, την ασφάλεια και τις υποδομές – ενώ κυρίως οι ιδιωτικές επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, είναι αυτές που καθιστούν μία χώρα ανταγωνιστική για το μέλλον. Από την ανταγωνιστικότητα δε, οπότε από τις επενδύσεις, εξαρτώνται οι μισθοί των εργαζομένων, η παραγωγικότητα τους, η απασχόληση, τα πλεονάσματα ή ελλείμματα των ισοζυγίων, τα χρέη στο εσωτερικό και εξωτερικό, το ΑΕΠ κοκ.
Ο μέσος όρος τώρα των επενδύσεων στην ΕΕ είναι 22,2% του ΑΕΠ και 23,3% το Δεκέμβριο του 2023 – ενώ στη Γερμανία μειώθηκαν στο 20%, όταν στην Ισπανία έφτασαν στο 24%, στη Γαλλία δε και στην Αυστρία στο 26%. Αντίθετα στην Ελλάδα, παρά το τεράστιο επενδυτικό κενό που προκλήθηκε από τα μνημόνια (=διαχρονικά χαμηλές επενδύσεις που δεν κάλυπταν ούτε τις αποσβέσεις), οι επενδύσεις διαμορφώθηκαν μόλις στο 13,9% – με τις άμεσες ξένες επενδύσεις να υποχωρούν κατά 40%.
Μέρος της επενδυτικής απροθυμίας πάντως που διαπιστώνεται σε πολλές χώρες της ΕΕ, με τις παραπάνω εξαιρέσεις, μπορεί να αποδοθεί στο περιβάλλον χρηματοπιστωτικής και νομισματικής πολιτικής – αφού οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν αυστηροποιηθεί σημαντικά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Η αιτία γενικότερα είναι το ότι, η ΕΚΤ αύξησε το βασικό επιτόκιο – ενώ οι τράπεζες το μετακύλησαν στους πελάτες τους, μέσω των υψηλότερων επιτοκίων δανεισμού σύμφωνα με μελέτη της ΕΚΤ (πηγή), με την Ελλάδα στις πρώτες (=ακριβότερες επιτοκιακά) θέσεις.
Εξαιτίας της αύξησης τώρα του κόστους χρηματοδότησης, αυξήθηκαν οι απαιτήσεις για πιστοληπτική ικανότητα – γεγονός που μετρείται από τις περισσότερες απορρίψεις αιτήσεων δανείων. Μπορεί δε τα επιτόκια να εξακολουθούν να είναι χαμηλά σε σχέση με τον πληθωρισμό, τα πραγματικά δηλαδή, αλλά οι επιχειρήσεις εξετάζουν τα ονομαστικά επιτόκια (=χωρίς να αφαιρούν τον πληθωρισμό), όταν λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις – ενώ το ονομαστικό κόστος δανεισμού, είναι ζωτικής σημασίας για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Εκτός αυτού, θεωρείται πιθανόν να διατηρήσει η ΕΚΤ υψηλά τα βασικά επιτόκια για κάποιο χρονικό διάστημα, παρά την πτώση του πληθωρισμού – κάτι που θα οδηγήσει στην ανάλογη άνοδο των πραγματικών επιτοκίων που θα δυσχεράνει τις επενδύσεις.
Εν τούτοις, ο πληθωρισμός και το επακόλουθο επιτόκιο, δεν μπορεί να ευθύνονται αποκλειστικά, όσον αφορά τη συνεχιζόμενη επενδυτική άπνοια – πόσο μάλλον όταν ο πληθωρισμός έχει ακόμη και θετική επίδραση στις επενδύσεις βραχυπρόθεσμα, επειδή αφενός μειώνεται η αγοραστική αξία των καταθέσεων/αποταμιεύσεων, αφετέρου αυξάνονται οι τιμές πρώτων υλών κλπ., οπότε στην ουσία συμφέρει να επενδυθούν τα χρήματα. Οι επενδύσεις δηλαδή γίνονται πιο ελκυστικές βραχυπρόθεσμα – κάτι που επιβεβαιώνει μελέτη της ΕΚΤ (πηγή).
Ένα άλλο βασικό θέμα είναι βέβαια η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερικά κεφάλαια – η οποία είναι προβληματική για το μεγαλύτερο αριθμό των ελληνικών επιχειρήσεων, σημειώνοντας πως η Σουηδία έχει την ευκολότερη, ακολουθούμενη από τη Γερμανία, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (πηγή). Σε αυτές τις χώρες θεωρούνται πολύ πιο συχνά ως κεντρικά προβλήματα η έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων, οι κανονισμοί και το ενεργειακό κόστος – όπως επίσης για τις μεγάλες ελληνικές εταιρίες.
Σύμφωνα τώρα με την τελευταία επενδυτική έκθεση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, το 77% των εταιριών στην ΕΕ δήλωσε πως η αβεβαιότητα παρεμποδίζει τις επενδυτικές τους δραστηριότητες – όπου το 39% τις θεωρεί ως σημαντικό εμπόδιο, ενώ το 38% ως μικρό. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, επειδή έχει διαπιστωθεί πως οι επιχειρήσεις περικόπτουν τις επενδύσεις τους, μόνο όταν υπάρχει υψηλή αντίληψη αβεβαιότητας – ενώ στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μπορεί μεν το 80% να αντιλαμβάνεται την αβεβαιότητα ως εμπόδιο, αλλά μόνο το 25% ως σημαντικό.
Ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία, η σημερινή αβεβαιότητα είναι πολιτικής φύσης – όπου σχεδόν το 40% των εταιριών που μειώνουν τις πράσινες επενδύσεις, το αιτιολογούν με το αβέβαιο πολιτικό πλαίσιο.
Από την άλλη πλευρά, με βάση μία έρευνα του N. Bloom (πηγή), μία πολύ πιθανή αιτία των ανοδικών και καθοδικών οικονομικών κύκλων, είναι οι διακυμάνσεις των επενδύσεων – οι οποίες συνοδεύονται από αβεβαιότητα. Ειδικότερα, είτε οι εταιρίες περιμένουν έως ότου μειωθεί η αβεβαιότητα, συλλέγοντας πληροφορίες και αναβάλλοντας τις επενδύσεις τους, είτε επενδύουν σε άλλες χώρες με λιγότερη αβεβαιότητα – ακόμη και αν συνεπάγονται στην πραγματικότητα μειονεκτήματα κόστους που σχετίζονται με την τοποθεσία.
Επομένως, μία από τις βασικότερες υποχρεώσεις ενός κράτους, είναι η μείωση της αβεβαιότητας – η δημιουργία συνθηκών, εντός των οποίων μπορεί μία εταιρία να προγραμματίσει τις επενδύσεις της με ασφάλεια. Υπάρχουν αυτές οι συνθήκες στην Ελλάδα σήμερα; Η απάντηση, η οποία αιτιολογεί πλήρως τις χαμηλές επενδύσεις στη χώρα μας, είναι απλούστατη: δεν υπάρχουν, από πολλές διαφορετικές πλευρές. Από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, του δημοσίου και την πολιτική σταθερότητα, έως τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά χρέη.
Όσον αφορά γενικότερα την Ευρώπη, η μεγάλη αβεβαιότητα είναι ο πόλεμος της Ουκρανίας – όπου η επιδείνωση της στρατιωτικής κατάστασης στη χώρα, σε συνδυασμό με την κλιμακούμενη αποχώρηση των ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει μία κατάσταση, στην οποία η ΕΕ οφείλει να αναλάβει ηγετικό ρόλο για την επίλυση της σύγκρουσης. Δυστυχώς όμως όχι μόνο δεν το κάνει αλλά, αντίθετα, «ρίχνει βενζίνη στη φωτιά» – με εμπρηστικές δηλώσεις όλων των Ευρωπαίων πολιτικών.
Ειδικότερα, ενώ οι εκκλήσεις για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία γίνονται όλο και πιο δυνατές στις ΗΠΑ, οι πολιτικοί στην ΕΕ και σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη της, ακολουθούν την αντίθετη προσέγγιση – παγιδεύονται δηλαδή σε όλο και πιο σκληρές δηλώσεις για πόλεμο και σε παράλογες στρατιωτικές απειλές, Δεν εξετάζουν καν την επιλογή μίας διπλωματικής λύσης – ενώ δεν δίνουν καμία σημασία στα προβλήματα που προκαλεί ο κάθε πόλεμος. Επί πλέον, η ΕΕ σχεδιάζει τη δήμευση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσίας ή, έστω, των τόκων τους (ανάλυση) – κάτι που δεν πρόκειται να δεχθεί χωρίς να αντιδράσει η Ρωσία.
Σωστά λοιπόν η μεγάλη ολλανδική εφημερίδα NRC που, όπως τα καθιερωμένα ΜΜΕ της Γερμανίας, ήταν υποστηρίκτρια της συνέχισης του πολέμου, άλλαξε στάση και δημοσίευσε πριν από μερικές ημέρες μία προειδοποιητική έκθεση με τον τίτλο «Η Ολλανδία υπνοβατεί σε έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο» – κάτι που ισχύει για ολόκληρη την ΕΕ, στην οποία μία πολιτική ελίτ ρισκάρει την παρακμή της Ευρώπης, από καθαρή αυτοδικία. Έτσι όμως η αβεβαιότητα αυξάνεται – οπότε προβλέπεται ότι, θα μειωθούν ακόμη περισσότερο οι επενδύσεις, με την ΕΕ να κινδυνεύει να βυθιστεί στην ύφεση.
.
Υστερόγραφο: Η στάση των ΗΠΑ
Σε σχέση με τη στάση των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Biden ξεκίνησε τη φετινή ομιλία του για την «κατάσταση της Ένωσης» με τη γνωστή υπόσχεση ότι, η Ουκρανία οφείλει να είναι βέβαιη για την πλήρη υποστήριξή του – με τη διαφορά όμως πως αυτή τη φορά, οι υποσχέσεις του έμειναν κενές λέξεις. Το πιο σημαντικό ήταν αυτά που είπε και δεν είπε στην ομιλία του – με την έννοια πως τόνισε ότι, αφενός μεν δεν θα έστελνε Αμερικανούς στρατιώτες σε καμία περίπτωση να πολεμήσουν σε ουκρανικό έδαφος, αφετέρου δεν ανέφερε ποια ακριβώς θα είναι η υποστήριξη των ΗΠΑ.
Επομένως, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η σύζυγος του Ουκρανού προέδρου, αρνήθηκε την πρόσκληση του Biden να παραστεί στην ομιλία του στο Κογκρέσο των ΗΠΑ – ενώ οι Ουκρανοί θα πρέπει να αισθάνονται προδομένοι από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν σταματήσει σε μεγάλο βαθμό να παρέχουν οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη για έξι μήνες.
Εκτός αυτού, δεν γίνεται καμία αναφορά στη στήριξη της Ουκρανίας, στον προϋπολογισμό έκτακτης ανάγκης των ΗΠΑ για τους επόμενους έξι μήνες – ο οποίος ψηφίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την ομιλία του Biden. Σημειώνουμε εδώ ότι, ο προϋπολογισμός έκτακτης ανάγκης «γεφυρώνει» τον προϋπολογισμό των ΗΠΑ, μέχρι λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές – στις οποίες ο Trump έχει πλέον περισσότερες πιθανότητες να γίνει ξανά Πρόεδρος.
Σε μία τέτοια περίπτωση ο Trump, σύμφωνα με όλα όσα γνωρίζουμε για αυτόν, θα μπορούσε να διαπραγματευτεί το τέλος του ουκρανικού πολέμου με τον Putin – χωρίς καν τη συμμετοχή των Ουκρανών και Ευρωπαίων.
Δεν είναι όμως μόνο ο Τραμπ. Το φιλελεύθερο κατεστημένο στις ΗΠΑ φαίνεται να έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι, ο πόλεμος δεν είναι δυνατόν πια να κερδηθεί για την Ουκρανία – ενώ μπορεί να τερματιστεί μόνο μέσω διαπραγματεύσεων, χωρίς προϋποθέσεις. Για όλα αυτά υπάρχουν πολλές ενδείξεις και αναφορές στα αμερικανικά ΜΜΕ – ενώ μία από τις ενδείξεις είναι η αποχώρηση της Nuland.
