Η ανάπτυξη χωρίς εγχώριες επενδύσεις δεν οδηγεί πουθενά – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες Σχολιασμός Επικαιρότητας

Η ανάπτυξη χωρίς εγχώριες επενδύσεις δεν οδηγεί πουθενά

.

Ο σκληρός ανταγωνισμός για άμεσες ξένες επενδύσεις των εξαρτημένων χωρών, δεν επιτρέπει στις κυβερνήσεις τους να συγκεντρώσουν επαρκώς υψηλούς φόρους από αυτές – για να χρηματοδοτήσουν τις εγχώριες προσπάθειες, καθώς επίσης μία υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και έρευνα. Ούτε φυσικά επαρκή έσοδα από το ξεπούλημα των δημοσίων εταιριών, θυμίζοντας πως από το 2011 έως και το 2024 που θα έχουν ξεπουληθεί όλες οι δημόσιες εταιρίες της Ελλάδας, τα συνολικά έσοδα, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, θα είναι 11 δις € – δηλαδή, όσο περίπου η μισή ζημία της χώρας μας το 2020, το έλλειμμα. Το παράδειγμα της Fraport εδώ, όπου παραχωρήσαμε τα 14 κερδοφόρα αεροδρόμια για 40 χρόνια, έναντι 1,2 δις € περίπου, με τη χρηματοδότηση ελληνικών τραπεζών και με τη χρήση των ελληνικών ΕΣΠΑ για την ανακαίνιση τους, αποζημιώνοντας την εταιρία για την πανδημία με 177 εκ. €, είναι αρκετό – πόσο μάλλον σε σύγκριση με την Τουρκία, όπου παραχωρήθηκε στη Fraport το αεροδρόμιο της Αττάλεια με τους ίδιους περίπου επισκέπτες έναντι 7,2 δις € και για 25 χρόνια, ενώ αποζημιώθηκε για την πανδημία μόνο με την επέκταση της σύμβασης. 

.

Κοινοβουλευτική Εργασία

Επειδή πρόκειται για ένα ακόμη σχέδιο νόμου του υπουργείου ανάπτυξης, θα αναφερθούμε αρχικά στο ίδιο το θέμα της ανάπτυξης – ξεκινώντας από ένα κείμενο που διαβάσαμε, με κάποιες δικές μας παρεμβάσεις και το οποίο λέει τα εξής:

«Διαπιστώσαμε τη δημοσιονομική κρίση το 2008. Τη δεχθήκαμε, ως κρίση, το 2010. Την πολεμάμε από το 2011, με αναπτυξιακούς νόμους. Τι θα αλλάξει τώρα;

Καλωσορίζουμε το όραμα ανάκαμψης και ανάπτυξης μίας ακόμη κυβέρνησης: της σημερινής. Όραμα που φιλοδοξεί να το κάνει πράξη το προεκλογικό έτος, το 2022 – στοχεύοντας, όπως λέει, να δώσουμε τη δική μας απάντηση, για τη συμμετοχή μας στη νέα βιομηχανική επανάσταση.

Την 4η βιομηχανική επανάσταση που έχει βέβαια  ήδη δρομολογηθεί στην ΕΕ – με κεντρικό στόχο την αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας της στο 20% του ΑΕΠ από το 15%, έναντι της ελληνικής συμμετοχής που έχει καταρρεύσει στο 8,5%.

Αυτά που θα ψηφίσει, ως νέο αναπτυξιακό καθεστώς η κυβέρνηση, θα είναι αλήθεια το μοναδικό γράμμα του νόμου, για μια 5ετία έως 10ετία; Όσο δηλαδή χρειάζεται για να εξελιχθεί μια επενδυτική πρωτοβουλία στην Ελλάδα;

Προφανώς όχι – οπότε πώς να την εμπιστευθεί κανείς και να επενδύσει; Έχει ακούσει τίποτα για την «Ατζέντα 2010» που ψήφισε η Γερμανία το 2000, με στόχο την επιτυχία της στην Ευρωζώνη; Για το «Βιομηχανικό Στρατηγικό Σχέδιο 2030» του Ντουμπάι; Πού είναι τα αντίστοιχα δικά μας;

Από το 2005 έως και το 2022, ποιος δεν άκουσε τα διαφορετικού πιστεύω πολιτικά οράματα για την Ελλάδα που αλλάζει; Την Ελλάδα που θα γίνει ανταγωνιστική; Την Ελλάδα που θα έκανε παρελθόν τη γραφειοκρατία; Τις επενδυτικές ευκαιρίες στη νέα Ελλάδα που θα αποτελέσουν ότι καλύτερο σε προσφορά για την Ευρώπη;

Είναι η 7η φορά μέσα σε μια 10ετία που αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια για την ανάπτυξη, αλλάζοντας δήθεν το αναπτυξιακό και το επενδυτικό περιβάλλον της χώρας μας – για να αντιμετωπίσουμε δήθεν και τις αιτίες, που το 2022 παρέλαβε από το κράτος του 2021 περί τις 3.500 εκκρεμότητες σε επενδύσεις».

Περαιτέρω, δεν είναι αλήθεια ένα ρεαλιστικό κείμενο; Δεν περιγράφει αυτά ακριβώς που συνεχίζουν να συμβαίνουν στην Ελλάδα; Ποιο είναι το καινούργιο σχέδιο της κυβέρνησης; Η μετατροπή μας σε μία εξαρτημένη οικονομία, μέσω του ξεπουλήματος των επιχειρήσεων μας, δημοσίων και ιδιωτικών, σε ξένους;

Ορισμένες φορές βέβαια, το οικονομικό μοντέλο των εξαρτημένων οικονομιών οδηγεί σε αρκετά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης – όπως στην κεντροανατολική Ευρώπη που εξελίχθηκε στην προτιμώμενη πλατφόρμα συναρμολόγησης για τις δυτικές εταιρίες, με παράδειγμα την αυτοκινητοβιομηχανία.

Εν τούτοις, επειδή οι ξένες μητρικές εταιρίες διατηρούν ως επί το πλείστον τις πιο καινοτόμες δραστηριότητες στα κεντρικά τους γραφεία, η ανάπτυξη αυτή έχει ημερομηνία λήξης.

Από την άλλη πλευρά, ο σκληρός ανταγωνισμός για άμεσες ξένες επενδύσεις των εξαρτημένων χωρών, δεν επιτρέπει στις κυβερνήσεις τους να συγκεντρώσουν επαρκώς υψηλούς φόρους από αυτές – για να χρηματοδοτήσουν τις εγχώριες προσπάθειες, καθώς επίσης μία υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και έρευνα.

Ούτε φυσικά επαρκή έσοδα από το ξεπούλημα των δημοσίων εταιριών, θυμίζοντας πως από το 2011 έως και το 2024 που θα έχουν ξεπουληθεί όλες οι δημόσιες εταιρίες της Ελλάδας, τα συνολικά έσοδα, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, θα είναι 11 δις € – δηλαδή, όσο περίπου η μισή ζημία της χώρας μας το 2020, το έλλειμμα.

Το παράδειγμα της Fraport εδώ, όπου παραχωρήσαμε τα 14 κερδοφόρα αεροδρόμια για 40 χρόνια, έναντι 1,2 δις € περίπου, με τη χρηματοδότηση ελληνικών τραπεζών και με τη χρήση των ελληνικών ΕΣΠΑ για την ανακαίνιση τους, αποζημιώνοντας την εταιρία για την πανδημία με 177 εκ. €, είναι αρκετό – πόσο μάλλον σε σύγκριση με την Τουρκία, όπου παραχωρήθηκε στη Fraport το αεροδρόμιο της Αττάλεια με τους ίδιους περίπου επισκέπτες έναντι 7,2 δις € και για 25 χρόνια, ενώ αποζημιώθηκε για την πανδημία μόνο με την επέκταση της σύμβασης.   

Μακροπρόθεσμα λοιπόν, το δωρεάν κεφάλαιο κίνησης που εκμεταλλεύονται οι ξένοι επενδυτές, όπως τις φθηνές εξαγορές, τους χαμηλούς μισθούς, τις περιβαλλοντικές διευκολύνσεις, τις επιδοτήσεις, το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό κοκ., εξαντλείται – ειδικά όταν αυξάνονται οι μισθοί, με αποτέλεσμα τη διάβρωση του πλεονεκτήματος της φθηνής τοποθεσίας.

Παράλληλα, ο ισχυρός εάν όχι κυρίαρχος ρόλος των ξένων επιχειρήσεων, εμποδίζει την καθιέρωση εγχωρίων ανταγωνιστών που θα μπορούσαν να ενδιαφέρονται για τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας – ενώ η μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, όπως ο τουρισμός, καθώς επίσης η ευπάθεια στις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, εμποδίζουν στο διηνεκές μία ανεξάρτητη οικονομική πορεία.

Σε τελική ανάλυση λοιπόν, οι εξαρτημένες οικονομίες έχουν την κατάληξη της Γουατεμάλα – με την έννοια πως ο ρυθμός ανάπτυξης διατηρείται μεν υψηλός, αλλά οι ιθαγενείς γίνονται όλο και πιο φτωχοί.

Τι έκανε τώρα η Πολωνία, για παράδειγμα, για να αποφύγει μία τέτοια δυσμενή εξέλιξη; Υιοθέτησε το «Σχέδιο Υπεύθυνης Ανάπτυξης» που βασίζεται σε πέντε πυλώνες: στην επαναβιομηχάνιση, στην ανάπτυξη καινοτόμων εταιριών, στην προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, στην επικέντρωση στις εξαγωγές και στην εξωστρέφεια, καθώς επίσης στην ισόρροπη κοινωνική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Δρομολόγησε δε το μεγαλύτερο δημόσιο πρόγραμμα για νεοφυείς επιχειρήσεις, για startups, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη – το «Start in Poland» που εμπνεύσθηκε  από το ισραηλινό Yozma.

Δηλαδή, από τη χρήση χρημάτων του δημοσίου, για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε ισραηλινές όμως επιχειρήσεις  – με στόχο την τόνωση των εγχωρίων επενδύσεων.

Εκτός αυτού, συγχώνευσε τα κρατικά ιδρύματα που προηγουμένως ήταν υπεύθυνα για την υποστήριξη της ανάπτυξης των πολωνικών εταιριών, για να σχηματίσει το Πολωνικό Ταμείο Ανάπτυξης – με στόχο να λειτουργήσει και ως αναπτυξιακή τράπεζα, κατά τα πρότυπα της γερμανικής KfW ή της γαλλικής CDC.

Είναι αλήθεια δύσκολο να λειτουργήσει ανάλογα η Ελλάδα, αντί να αναλώνονται οι κυβερνήσεις της σε νομοσχέδια επί νομοσχεδίων, χωρίς να ενδιαφέρονται καν για τις απόψεις την ευρύτερης αντιπολίτευσης;

Στο σημερινό σχέδιο νόμου τώρα που τέθηκε σε διαβούλευση από τις 6/8 έως τις 3/9 του 2021, έχοντας μόλις 28 σχόλια, φαίνεται καθαρά πως η κυβέρνηση ξεκίνησε τη χρονιά όπως την τελείωσε – δίνοντας μας μία μόνο ημέρα προετοιμασίας.

Τεκμηρίωσε δηλαδή ακόμη μία φορά πως έχουμε ένα είδος μνημονιακής διακυβέρνησης, με προσχηματική κοινοβουλευτική λειτουργία – η οποία διενεργείται μόνο για λόγους εντυπωσιασμού, όπως οι παραστάσεις υπουργών στα τηλεοπτικά κανάλια, με συνεχώς μεταβαλλόμενες απόψεις και θέσεις.

Πρόσφατα δε, κάτι που έχει ενδιαφέρον σε σχέση με το παρόν νομοσχέδιο, για το κόστος των PCR Test – όπου η κυβέρνηση επέβαλε πλαφόν τιμής, διατίμηση δηλαδή, ύψους 47 €, κάτι που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη λειτουργία μίας ελεύθερης αγοράς.

Αντί να ενδιαφερθεί λοιπόν για τη σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα που χαρακτηρίζεται από καρτέλ σε διάφορους κλάδους, επέλεξε τη λογική μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας σοβιετικού τύπου – προσβάλλοντας επί πλέον την Κύπρο και προκαλώντας ένα διπλωματικό επεισόδιο, την ίδια στιγμή που φαίνεται πως την έχουμε μάλλον προδώσει στο θέμα του EastMed, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Στην Κύπρο όμως ο ανταγωνισμός λειτουργεί, η τιμή του PCR μειώθηκε χωρίς διατίμηση, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά και ο υπουργός εκτέθηκε – οπότε υποχρεώθηκε ως συνήθως να ανασκευάσει, θεωρώντας πως έχει το ακαταλόγιστο. 

Συνεχίζοντας, σκοπός του σχεδίου νόμου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της οδηγίας ΕΕ 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου του 2018 – για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών.

Για παράδειγμα, εγγυήσεων ανεξαρτησίας και πόρων, εξουσιών εφαρμογής της νομοθεσίας και επιβολής προστίμων – έτσι ώστε να διασφαλίζονται αποτελεσματικά η ενωσιακή και η εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού. 

Ταυτόχρονα, τροποποιείται η νομοθεσία, ο Ν.3959/2011 Α’ 93, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις εξελίξεις της ψηφιακής οικονομίας – επίσης, τα διαδικαστικά δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών.

Πιστεύει αλήθεια η κυβέρνηση πως θα εκσυγχρονισθεί η Ελλάδα με κοινοτικές οδηγίες; Εάν ήταν έτσι, με τα τέσσερα μνημόνια, αφού η ενισχυμένη εποπτεία που εφαρμόζεται μόνο στη χώρα μας είναι επίσης μνημόνιο, όπως μας διαβεβαίωσε ο αναπληρωτής υπουργός οικονομικών, η Ελλάδα δεν θα είχε ήδη εκσυγχρονισθεί;

Εκτός αυτού, οι ρυθμίσεις αφορούν εταιρίες άνω των 250 εργαζομένων και τζίρου 50 εκ. € – όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι μόλις 376, με στοιχεία του 2018, οι οποίες έγιναν 331 το 2019, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Επιγραμματικά τώρα, το κεφάλαιο Α και τα άρθρα 1 έως τρία, αφορούν το σκοπό, το αντικείμενο και τους ορισμούς – ενώ το κεφάλαιο Β και τα άρθρα 4 έως 7, τον έλεγχο των συγχωνεύσεων που στην ουσία έχει αποδεχθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση, όσον αφορά τις ΜμΕ, αλλά μάλλον δεν θα έχει επιτυχία.

Το τρίτο κεφάλαιο και τα άρθρα 8 έως 35, αφορούν τον τρόπο λειτουργίας της επιτροπής, τα όργανα και τις αρμοδιότητες, τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών, τη συνδρομή δηλαδή, καθώς επίσης τη διευθέτηση διαφορών – την επιεική μεταχείριση.

Όσον αφορά το τέταρτο κεφάλαιο και τα άρθρα 36 έως 46, έχει σχέση με τις διαδικασίες επί καταγγελιών και τον τρόπο διεξαγωγής έρευνας – ενώ το πέμπτο κεφάλαιο και τα άρθρα 47 έως 48, καθώς επίσης το έκτο κεφάλαιο, αφορούν τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων και τα πρόστιμα. Τέλος, το ΓΛΚ αναφέρει κόστος μόνο για τις πρόσθετες προσλήψεις – δηλαδή τα εξής:

(α) 136.000 € περίπου, από την αύξηση κατά δύο του αριθμού των μελών της Επιτροπής και

(β) από 35.000 € έως 57.000 € για δύο επί πλέον μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου της επιτροπής, καθώς επίσης δύο επί πλέον έμμισθους δικηγόρους που θα στελεχώσουν τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού – ενώ μπορεί να υπάρχουν περισσότερα έξοδα από εξωτερικούς δικηγόρους.

Δεν εμφανίζεται πάντως κάποιο όφελος στην αγορά από τις υφιστάμενες ρυθμίσεις – αφού με βάση την έκθεση του 2020, στη σελίδα 93, το σωρευτικό εκτιμώμενο πλεόνασμα καταναλωτή από τις αποφάσεις της επιτροπής ανταγωνισμού την περίοδο 2002 έως 2020 εκτιμάται μεν στα 2,63 δις €, αλλά ήταν μόλις 19,9 εκ. € το 2020, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Δεν υπάρχουν αλήθεια κάποιοι στόχοι; Όλα λειτουργούν σωστά στην αγορά; Δεν διαπιστώνονται συμπεριφορές καρτέλ, όπως για παράδειγμα στις κατασκευές, στα Σούπερ Μάρκετ ή στις τράπεζες; Είναι πραγματικά ανεξάρτητη η επιτροπή ανταγωνισμού ή μήπως άγεται και φέρεται από το εκάστοτε υπουργό που ενδεχομένως εξυπηρετεί συμφέροντα;  

Κλείνοντας, πρόκειται για ένα ανούσιο νομοσχέδιο που δεν βοηθάει καθόλου στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων της χώρας μας, το κυριότερο των οποίων είναι η παραγωγή πλούτου – όχι ζημιών, ελλειμμάτων δηλαδή και χρεών που τεκμηριώνουν πως η κυβέρνηση δεν είναι μόνο αναποτελεσματική αλλά, ακόμη χειρότερα, επικίνδυνη.

Εμείς πάντως έχουμε κάνει προτάσεις για την παραγωγή πλούτου – τόσο για τη βιομηχανία, όσο και τον πρωτογενή τομέα.

Προτείνουμε, εκτός από υπάρχουσες δραστηριότητες που ευρίσκονται σε ύπνωση, όπως τα ναυπηγεία και η αμυντική μας βιομηχανία, την ηλεκτροπαραγωγή και τη νέα βιομηχανία της ηλεκτροκίνησης γύρω από το νικέλιο της ΛΑΡΚΟ – την οποία η κυβέρνηση θέλει να ξεπουλήσει, με κίνδυνο να εξάγεται το νικέλιο ακατέργαστο, σημειώνοντας πως δεν μας ενδιαφέρει να είναι κρατική, αλλά απλά να παράγει.

Θα καταθέσουμε στα πρακτικά μελέτη της McKinsey, η οποία προτείνει αυτό ακριβώς που έχουμε στο πρόγραμμά μας: οικοσύστημα γύρω από την παραγωγή μπαταριών. Για παράδειγμα, αναφέρει πως ένα εργοστάσιο 30-40 GWh/έτος, μπορεί να προσθέσει 3.200 θέσεις εργασίας.

Έχουμε προτείνει τον πρωτογενή τομέα όχι μόνο για λόγους τροφικής επάρκειας, κάτι που είναι σημαντικό λόγω των προβλημάτων ης εφοδιαστικής αλυσίδας και του πληθωρισμού αλλά, επί πλέον,  για το συνδυασμό του με την τεχνολογία –  μέσω εφαρμογών agtech όπως κάνει το Ισραήλ.

Εκτός αυτού, ο πρωτογενή τομέας μπορεί και πρέπει να συνδεθεί με τον τουρισμό για να τονώσει την ταυτότητα και τις εξαγωγές μας – έτσι ώστε να μην εισάγουμε μουσακά Κίνας.

Δεν θα επεκταθούμε εδώ στις άλλες προτάσεις μας που υπάρχουν στο πρόγραμμα μας των 500 σελίδων, αφού δεν υπάρχει χρόνος – τονίζοντας όμως ξανά πως πρέπει η Ελλάδα να παράγει επιτέλους πλούτο, έτσι ώστε να έχει μία βιώσιμη ανάπτυξη.

Ασφαλώς όμως δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, όσο υπάρχουν υπουργοί που ισχυρίζονταν στο παρελθόν πως δεν μπορούμε να παράγουμε ούτε καν μάσκες – ανασκευάζοντας λίγο μετά, όταν δημιουργήθηκε σε χρόνο μηδέν η πρώτη βιοτεχνία.   


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!