Λαιμαργία αποταμίευσης – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Λαιμαργία αποταμίευσης

Δυο εκφράσεις, αυτή του πρώην προέδρου της Κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, Ben Bernanke, του 2005, περί ‘λαιμαργία αποταμίευσης’ και αυτή που διατυπώνεται κατά καιρούς περί ‘διαφυγής προς την ποιότητα’ θα προσδιορίζουν την πραγματικότητα για τις επόμενες δεκαετίες.

Όταν το παγκόσμιο χρέος με αρνητικά επιτόκια έφθανε τα 18 τρις περίπου δολάρια τον Δεκέμβριο του 2020 γίνονταν αποδεκτό πως η λαιμαργία της αποταμίευσης μπρος  στην αναζήτηση ποιότητας η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου αποδέχονταν όχι μόνο την απουσία κέρδους (τόκος ) αλλά και την απώλεια μέρους του υπενδεδυμένου κεφαλαίου.

Κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράδοξο κατά το παρελθόν, κάτω από το βάρος που δημιουργούσαν αφενός η μεγαλύτερη μετά το 1930 χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2013 και η πανδημία του Covid-19 πλέον θεωρείται φυσιολογική.

Τα μη συμβατικά μέσα ενίσχυσης της ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες του πλανήτη και ειδικά τα προγράμματα αγοράς κρατικών και εταιρικών ομολόγων οδήγησαν τις αποδόσεις στα αχαρτογράφητα νερά του αρνητικού περιβάλλοντος ως κυρίως μοχλός πίεσης προς τα πιστωτικά ιδρύματα να διοχετεύουν την διαμορφωθείσα ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης και στήριξής της παραγωγικότητας από την μια πλευρά καθώς και η εξασφάλιση προϋποθέσεων ενίσχυσης των τιμών οδήγησε πέντε κεντρικές τράπεζες στην θέσπιση αρνητικών επιτοκίων.

Το πείραμα ξεκίνησε πρώτη η Δανία το 2012 και ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα το 2014, η Σουηδία και η Ελβετία το 2015 και η Ιαπωνία το 2016.

H προσπάθεια ενίσχυσης της ανάπτυξης και του πληθωρισμού (μέχρι σήμερα), μέσω των επιτοκίων απέτυχε, είχε οριακά αποτελέσματα και αυτά για βραχύ διάστημα, ενώ όπου υπήρξε και υποχώρηση της ισοτιμίας όπως στην Ελβετία οι εξαγωγές ενισχύθηκαν προσωρινά χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Εκ του αποτελέσματος συνάγεται ότι η χρήση των αρνητικών επιτοκίων δεν υπήρξε αποτελεσματική και ως εκ τούτου η χρησιμότητα τους πλέον αμφισβητείται επαρκώς.

Η φυγή από το πείραμα της Σουηδίας, η οποία στα τέλη του 2019 αποφάσισε την επιστροφή στην επιτοκιακή κανονικότητα αλλά και η αποδοχή του λάθους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική τον Οκτώβριο του 2020 να μην τιμωρείται η επιπλέον ρευστότητα που δεν διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία, έδειξε ξεκάθαρα ότι τα αρνητικά επιτόκια απέτυχαν .

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με μελέτη του αποδέχθηκε από το 2019 την αποτυχία του πειράματος ισχυριζόμενο ότι τα αρνητικά επιτόκια μπορούν να αναδειχθούν υπό προϋποθέσεις σε εφικτή και αποτελεσματική λύση για τις κεντρικές τράπεζες, εξηγώντας όμως ότι η βασική προϋπόθεση είναι η απουσία μετρητών. !!!

Δηλαδή παραπέμπει την χρησιμότητα τους στην ουτοπία, αναφέροντας επίσης το αυτονόητο ότι σε περιβάλλον απουσίας μετρητών δεν υπάρχει κατώτερο όριο στο ύψος των αρνητικών επιτοκίων , ενώ υπολογίζει ότι η μείωση της χρήσης των μετρητών κατά 10% οδηγεί στην μείωση της παραοικονομίας κατά 1%.

Εφόσον όμως ένας κόσμος χωρίς μετρητά στο προσεχές ορατό διάστημα  δεν είναι εφικτός τα αρνητικά επιτόκια τιμωρούν του αποταμιευτές και συμπιέζουν τα κέρδη των τραπεζών .

Το μόνο ξεκάθαρο κέρδος των αρνητικών επιτοκίων είναι από την μείωση του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων που επιζητούν την αναχρηματοδότηση του υφιστάμενου χρέους, περιπτώσεις υπερχρέωσης Ιαπωνίας, Ελλάδος, ή και η εξασφάλιση νέων κεφαλαίων για την κάλυψη δαπανών και επενδύσεων.

Όμως και σε αυτό τον τομέα έχουμε μια ευδιάκριτη μεταβολή του τρόπου αντιμετώπισης των υπερχρεωμένων κρατών από τις αγορές.

Η περίπτωση της Ελλάδος αναδεικνύει την μεταβολή στάσης σε σχέση με το 2010 και την περίοδο  των μνημονίων όπου οι αποδόσεις των 10ετων ομολόγων είχαν φθάσει και στο 33%.

Να θυμίσουμε εδώ ότι τα μεγέθη του 2009 για το έλλειμμα του προϋπολογισμού στο 15,4% και για το δημόσιο χρέος στο 299,7% οδήγησαν στον Μηχανισμό στήριξης και στη υπογραφεί των μνημονίων  αφού  οι αγορές ζητούσαν επιτόκια που καθιστούσαν την αναχρηματοδότηση απαγορευτική.

Η επιστροφή στην δημοσιονομική ορθοδοξία άλλαξε τους όρους δανεισμού και σήμερα παρότι το δημόσιο χρέος φθάνει τα 380,79 δις € (Μάρτιος 2021) και αναμένεται να κλείσει το έτος στα επίπεδα του 226% του ΑΕΠ και παρότι την διετία 2020/21 το δημόσιο έλλειμμα αναμένεται να φθάσει τα 34 δις € ξεπερνώντας τα επίπεδα του Ταμείου Ανάκαμψης όπου αναμένονται κεφάλαια 31 δις € ( επιδοτήσεις 18 δις € και δάνεια 13 δις € ).

Ανάλογη σε ότι αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη είναι και η περίπτωση της Ιαπωνίας με την ουσιαστική διαφορά της ισχυρής παραγωγικής μηχανής που οδηγεί στη καταγραφή σημαντικών πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στο πολλαπλασιασμό των συναλλαγματικών αποθεμάτων τα οποία έχουν  7πλασιαστεί από το 2000.

Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας από τα επίπεδα του 101% (1992) έχει φθάσει στα επίπεδα του 237,7% (2019) πράγμα φυσιολογικό αφού η οικονομία από το 1993 και μετά παράγει συνεχώς ελλείμματα ενώ η παγίδα του αποπληθωρισμού κατά την τελευταία 20ετια πιέζει αφόρητα την οικονομία.

Τα ελλείμματα καλύπτονται από τα ομόλογα τα οποία δευτερογενώς αγοράζει η κεντρική τράπεζα με αποτέλεσμα σήμερα  να κατέχει το 45% περίπου των ιαπωνικών ομολόγων ενώ το 2010 κατείχε το 8%.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες οι χώρες με ελλείμματα και αυξανόμενα χρέη θα τιμωρούνταν με αυξημένα επιτόκια σε σημείο που η αναχρηματοδότηση τους θα ήταν απαγορευτική και θα χρεοκοπούσαν .

Σήμερα υπάρχει το ‘παράδοξο’ το 10ετες ελληνικό ομόλογο να καταγράφει απόδοση 0,55% και το αντίστοιχο Ιαπωνικό απόδοση 0,03%.

‘Παράδοξο’ όμως στην βάση δεδομένων του παρελθόντος αφού η ποσοτική χαλάρωση και η αγορά ομολόγων χωρίς περιορισμό οδηγεί στην αγορά τους από τις κεντρικές τράπεζες και άρα στη σταθερή ζήτηση τους που αυξάνει τις τιμές και κρατά χαμηλά τα επιτόκια σε σημείο που  ένα μεγάλο μέρος τους να έχει αρνητικό πρόσημο.

Άρα οι εκδότες γνωρίζουν εκ των προτέρων την επιτυχία των εκδόσεων τους κάτι που οδηγεί αρκετούς στο να επισημαίνουν ότι με αυτό το τρόπο αδρανοποιούνται οι πιθανότητες μεταρρυθμίσεων από την πλευρά των κυβερνήσεων αφού η ευκολία δανεισμού και δει με αρνητικά επιτόκια ακυρώνει κάθε πολιτική δράση μείωσης των δαπανών και περιστολής της σπάταλης .

Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο υπαρκτό γεγονός ότι τα αρνητικά επιτόκια όχι μόνο δεν μειώνουν τα χρέη αντίθετα συμβάλλουν στην αύξηση τους.

Άρα αντί να υπάρχει ώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων η ύπαρξη τους  αποτελεί δικαιολογία αποφυγής και συσσώρευσης χρεών.

Στην ουσία με τα αρνητικά επιτόκια υπάρχει μεταφορά κεφαλαίων από τους αποταμιευτές, οι οποίοι με την γήρανση του πληθυσμού στα περισσότερα δυτικά κράτη συνεχώς αυξάνονται, προς τις  κυβερνήσεις για την κάλυψη των δαπανών τους.

Η γήρανση θα αυξάνει την λαιμαργία για αποταμίευση και κυρίως την  προθυμία της απόκτησης τίτλων ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο αφού κάτι τέτοιο το επιβάλει η αναζήτηση της ποιότητας.

Τα αρνητικά επιτόκια στην ουσία καταστρέφουν μέρος του χρήματος που κυκλοφορεί και στην ουσία συνιστούν χρηματοοικονομική εκτροπή.

Μια εκτροπή που όπως συνήθως συμβαίνει δεν βοηθά σε τίποτα, αντίθετα δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι επιλύει, ενώ βάζει τις βάσεις της ολικής καταστροφής εάν οι συνθήκες στην βάση του απροόπτου γεγονότος χειροτερεύσουν.

ΛΕΚΚΑΣ    ΣΑΡΑΝΤΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!