Η προσφορά είναι το σημερινό παγκόσμιο πρόβλημα – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η προσφορά είναι το σημερινό παγκόσμιο πρόβλημα

.

Είναι ανεύθυνη και απαράδεκτη η στάση κυβερνήσεων, όπως είναι η ελληνική, όσον αφορά το ξεπούλημα των πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων της χώρας – ειδικά του νερού και της ενέργειας, όπου για παράδειγμα είναι παράλογη η απόφαση της κυβέρνησης για το σταμάτημα του λιγνίτη. Είναι αδιανόητο μία χώρα που χρωστάει σήμερα πάνω από 380 δις € ή 230% του ΑΕΠ της, να πετάει 227 δις € από το παράθυρο – όσο κοστίζουν τα αποθέματα λιγνίτη που διαθέτουμε, με την τιμή του πετρελαίου στα 60 $ το βαρέλι. Δεν μπορεί ο πρωθυπουργός να παραδέχεται στην πρόσφατη συνέντευξη του πως θυσίασε το λιγνίτη, για να στηρίξει την περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ – όταν η Γερμανία έθεσε σε λειτουργία το 2020 μία νέα λιγνιτική μονάδα, παραγωγής 1.100 MW, ενώ σχεδιάζει την απολιγνιτοποίηση για το 2038. Δεν ήταν ανάλογα απαράδεκτη η θυσία της Ελλάδας για τη διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών; Γιατί πρέπει να θυσιάζεται συνεχώς η πατρίδα μας για την ΕΕ; Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν ανόητη η σπατάλη 41 δις € με δανεικά μέσα σε δύο μόλις χρόνια από την κυβέρνηση για τη στήριξη της ζήτησης, όταν η προσφορά είναι το πρόβλημα; Για αυτά τα δανεικά που σπαταλήθηκαν ανεύθυνα δεν θα ζητηθούν ανταλλάγματα από τους Γερμανούς, όπως για παράδειγμα η συνέχεια του ξεπουλήματος των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας, από τους φυσικούς μας πόρους έως τις κοινωφελείς επιχειρήσεις μας; Αυτονόητο δεν είναι;

.

Ανάλυση

Η λύση του Keynes όσον αφορά την ύφεση, την ανεργία, καθώς επίσης κάθε άλλη οικονομική ασθένεια, ήταν η τόνωση της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών – με την παροχή περισσοτέρων χρημάτων στους ανθρώπους, με τη διευκόλυνση του δανεισμού τους, με την επέμβαση του κράτους στην οικονομία για τη δημιουργία θέσεων εργασίας (όπου όμως θα αποσυρόταν ξανά, όταν επέστρεφε η ανάπτυξη), με κίνητρα για την προώθηση αυξημένων δαπανών και όχι αποταμιεύσεων κοκ.

Κατά την άποψη του, σωστή για την τότε εποχή, όσο περισσότεροι άνθρωποι ενθαρρύνονταν να δανειστούν και να δαπανήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες – οπότε η ανάπτυξη που θα έλυνε όλα τα οικονομικά προβλήματα. Όσον αφορά δε τα μέσα για την επίτευξη της αυξημένης ζήτησης, ήταν η εκτύπωση περισσοτέρων χρημάτων, η μείωση των επιτοκίων και η άνοδος του πληθωρισμού – η τελευταία, ο πληθωρισμός, για να αναγκάσει τους ανθρώπους να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα, λόγω του φόβου της μείωσης της αγοραστικής τους αξίας.

Με απλά λόγια, η παραγωγικότητα και η προσφορά δεν αποτελούσαν ζητήματα στο μαγικό κόσμο των κεϋνσιανών οικονομικών – θυμίζοντας πως ο Keynes πρότεινε την πρόσληψη και πληρωμή των ανθρώπων για να σκάβουν τρύπες και στη συνέχεια να τις κλείνουν ξανά, για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και για την άνοδο της ζήτησης. Εάν αυξανόταν η ζήτηση, η προσφορά θα αυξανόταν επίσης – μαγικά και παράλληλα. Με τη βοήθεια δε του πληθωρισμού θα επιτυγχανόταν κάτι επί πλέον: τα χρέη θα μειωνόταν.

Περαιτέρω, στο μαγικό κόσμο του Keynes, κάθε έλλειψη ή ανεπάρκεια, όσον αφορά την προσφορά, θα ήταν παροδική για δύο λόγους: (α) τα αγαθά, όπως οι πρώτες ύλες, θεωρούνταν βασικά άπειρα – αφού υπήρχαν πάντοτε νέες πηγές ενέργειας, καινούργια ορυχεία για εξόρυξη κοκ. (β) για οτιδήποτε ήταν προσωρινά περιορισμένο, υπήρχε πάντα ένα υποκατάστατο – για παράδειγμα, εάν η προσφορά βοείου κρέατος δεν μπορούσε να αυξηθεί, οι άνθρωποι θα ήταν σε θέση να αγοράσουν κάποιο υποκατάστατο του, όπως το χοιρινό.

Η παραπάνω άποψη του Keynes ήταν εύλογη για την εποχή της εφαρμογής της θεωρίας του – για το 1932, όπου ο πλανήτης ήταν ακόμη γεμάτος από πετρέλαιο, ενώ οι υδρογονάνθρακες και τα ορυκτά φαινόταν άφθονα, ατελείωτα. Ο ανθρώπινος πληθυσμός αυξανόταν μεν, αλλά πουθενά στη γη δεν χρησιμοποιούνταν όλες οι γεωργικές καλλιέργειες και οι πηγές γλυκού νερού – οπότε στην ουσία τα πάντα ήταν άπειρα και οι ελλείψεις ήταν παροδικές ή τοπικές.

Εάν τώρα γυρίσουμε στο 2021, θα καταλάβουμε αμέσως πως καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύει. Ξεκινώντας από τον ανθρώπινο πληθυσμό, έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί – από τα 2 δισεκατομμύρια τότε, πλησιάζει στα 8 δισεκατομμύρια σήμερα. Την ίδια στιγμή, η κατά κεφαλήν ενέργεια που καταναλώνεται στα ανεπτυγμένα κράτη έχει εκτοξευθεί στα ύψη – ενώ οι πόροι γενικότερα περιορίζονται πλησιάζοντας στην εξάντληση τους, το κόστος εξόρυξης αυξάνεται και οι ελλείψεις δεν είναι πλέον παροδικές, αλλά μόνιμες.

Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός δεν είναι απλά ένας μηχανισμός παροχής κινήτρων για δανεισμό και δαπάνες, οι οποίες ενισχύουν τη ζήτηση και εξ αυτής την ανάπτυξη – αλλά μία πολιτική εξαθλίωσης του κατώτερου 90% πλέον, που συνεχώς γίνεται φτωχότερο. Οι πλούσιοι σήμερα έχουν εισοδήματα και κεφαλαιακά κέρδη από τα περιουσιακά τους στοιχεία κατά πολύ υψηλότερα, από την εποχή του Keynes – ενώ έχουν αυξηθεί μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την πανδημία σήμερα, μεταξύ άλλων λόγω της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών που έχει δημιουργήσει τεράστιες φούσκες στις αγορές των παγίων (μετοχές, ακίνητα).

Τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη στις ανεπτυγμένες οικονομίες και όχι μόνο, είναι σχεδόν εκτός ελέγχου – ενώ όσοι εξαρτώνται από το μισθό τους για να επιβιώσουν, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δηλαδή, νοιώθουν καθημερινά το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους, αφού η αγοραστική τους δύναμη μειώνεται συνεχώς. Όσον αφορά δε τα υποκατάστατα της εποχής του Keynes, δεν μπορούν να υπάρξουν για το γλυκό νερό, για το οποίο διεξάγονται πια πόλεμοι παγκοσμίως (ανάλυση) – ούτε για τη φυσική αλιεία, για το κοβάλτιο κοκ.

Συμπερασματικά λοιπόν, το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι η ζήτηση, αλλά η προσφορά – κάτι εξαιρετικά σημαντικό, όσον αφορά την οικονομική πολιτική. Εύλογα λοιπόν απορούμε σχετικά με το ότι, υπάρχουν ακόμη κυβερνήσεις που δεν αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της αλλαγής που έχει προκύψει – παραμένοντας αγκιστρωμένες στον Keynes.

Απλούστατα, το πρόβλημα δεν είναι πως δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα στις τσέπες των ανθρώπων, για να τροφοδοτήσουν τη ζήτηση και την ανάπτυξη – αλλά πως οι τιμές των αγαθών που παράγονται από τους φυσικούς πόρους και καταναλώνονται ή εξάγονται παγκοσμίως, αυξάνονται πολύ πιο γρήγορα, σε σχέση με τα χρήματα που τυπώνονται. Επίσης το ότι, δεν υπάρχουν υποκατάστατα για τα αγαθά που είναι σπάνια – ούτε μαγικές συνταγές για τη μετατροπή των σκουπιδιών σε κοβάλτιο, για να εξαφανίσουν τη θερμότητα και τη ρύπανση, για να μεταφέρουν εμπορεύματα χωρίς τριβή κοκ.

Όσον αφορά λοιπόν την οικονομία, θα κυριαρχείται όλο και περισσότερο από τις ελλείψεις πόρων και άλλων πραγμάτων, για τα οποία δεν υπάρχουν υποκατάστατα – ενώ η προσφορά που είναι το σημερινό πρόβλημα, δεν μπορεί να επιλυθεί με την εκτύπωση περισσοτέρων χρημάτων, με τη μείωση των επιτοκίων ή με την αύξηση του πληθωρισμού. Δυστυχώς όμως, δεν έχει γίνει κατανοητό – με κριτήριο τις πολιτικές που εφαρμόζονται παγκοσμίως.

Επίλογος  

Στα παραπάνω πλαίσια, είναι ανεύθυνη και απαράδεκτη η στάση κυβερνήσεων, όπως είναι η ελληνική, όσον αφορά το ξεπούλημα των πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων της χώρας – ειδικά του νερού και της ενέργειας, όπου για παράδειγμα είναι παράλογη η απόφαση της κυβέρνησης για το σταμάτημα του λιγνίτη. Είναι αδιανόητο μία χώρα που χρωστάει σήμερα πάνω από 380 δις € ή 230% του ΑΕΠ της, να πετάει 227 δις € από το παράθυρο – όσο κοστίζουν τα αποθέματα λιγνίτη που διαθέτουμε, με την τιμή του πετρελαίου στα 60 $ το βαρέλι.

Δεν μπορεί ο πρωθυπουργός να παραδέχεται στην πρόσφατη συνέντευξη του πως θυσίασε το λιγνίτη, για να στηρίξει την περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ – όταν η Γερμανία έθεσε σε λειτουργία το 2020 μία νέα λιγνιτική μονάδα, παραγωγής 1.100 MW, ενώ σχεδιάζει την απολιγνιτοποίηση για το 2038. Δεν ήταν ανάλογα απαράδεκτη η θυσία της Ελλάδας για τη διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών; Γιατί πρέπει να θυσιάζεται συνεχώς η πατρίδα μας για την ΕΕ;

Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν ανόητη η σπατάλη 41 δις € με δανεικά μέσα σε δύο μόλις χρόνια από την κυβέρνηση για τη στήριξη της ζήτησης, όταν η προσφορά είναι το πρόβλημα; Για αυτά τα δανεικά που σπαταλήθηκαν ανεύθυνα δεν θα ζητηθούν ανταλλάγματα από τους Γερμανούς, όπως για παράδειγμα η συνέχεια του ξεπουλήματος των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας, από τους φυσικούς μας πόρους έως τις κοινωφελείς επιχειρήσεις μας; Αυτονόητο δεν είναι;

Υστερόγραφο: Είναι καλά να δουν οι Έλληνες τις χρεώσεις προμήθειας στους λογαριασμούς της ΔΕΗ του Αυγούστου – οπότε, εάν έστω σκέφτονται λίγο, θα διαπιστώσουν πως το χειμώνα θα επιλέγουμε είτε να ζεσταθούμε, είτε φάμε. Τα αιολικά πάντως στη Γερμανία που τα έχει πλέον περιορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό, παρήγαγαν τόσο ηλεκτρικό ρεύμα, όσο ένα παλιό λιγνιτικό της ΔΕΗ – ενώ φυσικά την ενδιαφέρει να εξάγει ανεμογεννήτριες σε ανόητους. Για την ακρίβεια, χρειάζονται 2.000 ανεμογεννήτριες και να φυσάει πολύ/συνεχώς, για να αντικατασταθεί μία Πτολεμαΐδα – δεν είναι ανόητο;


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!