Η θανατηφόρα παγίδα των Η.Π.Α. – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η θανατηφόρα παγίδα των Η.Π.Α.

.

Δυστυχώς ο πρόεδρος Trump δεν μπόρεσε να καταλάβει σε ποιο βαθμό ήταν και είναι εξαρτημένες οι Η.Π.Α. από τις κινεζικές εισαγωγές – αφού, παρά την οικονομική κυριαρχία τους και τα πλεονεκτήματα του δολαρίου, η χώρα έχει μία πολύ αδύναμη βιομηχανική και κατασκευαστική βάση. Το γεγονός αυτό οφείλεται στις πολιτικές που υιοθετήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 – όπου ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής των Η.Π.Α. μεταφέρθηκε σε χώρες χαμηλού κόστους, όπως στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένων των «Ειδικών Οικονομικών Ζωνών» και των «Αναπτυξιακών Ζωνών».  Έτσι ένα σημαντικό μερίδιο της αμερικανικής μεταποίησης μετεγκαταστάθηκε, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο στάδιο μετεγκατάστασης πολλών τομέων παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας – με τελικό αποτέλεσμα να χάσουν πλέον οι Η.Π.Α. την ηγεμονία τους στην παραγωγή υψηλής τεχνολογίας και στην πνευματική ιδιοκτησία, όπου ηγείται πλέον η Κίνα. Σε κάθε περίπτωση, το «Made in China» αποτελεί πλέον τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού λιανεμπορίου – σημειώνοντας πως η Κίνα κατασκευάζει τα 7 από τα 10 κινητά που πωλούνται στον πλανήτη, το 90% των Υπολογιστών, ναυπηγεί το 45% των πλοίων και παράγει 12,5 δις ζευγάρια παπουτσιών ή πάνω από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής. Τα καταναλωτικά αγαθά δε που εισάγονται από την Κίνα πωλούνται συχνά σε δεκαπλάσια τιμή λιανικής , σε σχέση με την τιμή του κινεζικού εργοστασίου – δημιουργώντας έτσι μία πολύ μεγάλη προστιθέμενη αξία που οδηγεί στην αύξηση του ΑΕΠ της υπερδύναμης. Ως εκ τούτου, χωρίς τις κινεζικές εισαγωγές το ΑΕΠ των Η.Π.Α. θα κατέρρεε – οπότε το χρέος τους ως προς το ΑΕΠ θα εκτοξευόταν σε δυσθεώρητα επίπεδα.

.

Ανάλυση

Εξετάζοντας τις Η.Π.Α. πριν από την πανδημία και ανεξάρτητα από το σημερινό αποτέλεσμα των εκλογών, όπου αφενός μεν έχουν ανακοινωθεί δικαστικές πρωτοβουλίες ακύρωσης του εκ μέρους του προέδρου Trump, αφετέρου μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο μεταβατικό διάστημα των 2,5 περίπου μηνών, έχοντας τη δυνατότητα να κυβερνάει χωρίς να σκέφτεται τις αποφάσεις του ή/και να επηρεάζεται από τις συνέπειες τους, διαπιστώνει κανείς πως η κατάσταση της οικονομίας τους ήταν ήδη από το 2019 εξαιρετικά επισφαλής – ενώ στην ουσία κρύφτηκε πίσω από την πανδημία που λειτούργησε ως «ο από μηχανής θεός» (ανάλυση).

Ειδικότερα οι πολιτικές της Fed, αυτές της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) και του μηδενικού επιτοκίου (ZIRP) που εφαρμόσθηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, όσον αφορά την πραγματική οικονομία. Αντίθετα, διοχέτευσαν αρκετά τρις $ στις ίδιες εκείνες τράπεζες που ήταν υπεύθυνες για τη φούσκα των ακινήτων του 2007/08 – ενώ με αυτά τα φθηνά χρήματα δρομολογήθηκαν κερδοσκοπικές επενδύσεις υψηλής απόδοσης και ρίσκου, σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Έτσι δημιουργήθηκαν κερδοσκοπικές φούσκες σε χώρες όπως η Τουρκία, η Βραζιλία ή η Αργεντινή – ενώ επενδύθηκαν τεράστια ποσά σε χρέη υψηλού κινδύνου, στα ονομαζόμενα «junk bond», στον αμερικανικό εταιρικό τομέα και σε τομείς όπως στις επιχειρήσεις σχιστολιθικού αερίου ή σε εταιρίες όπως η Tesla. Δέκα χρόνια λοιπόν μετά τις πρωτοφανείς νομισματικές και άλλες ενέργειες τριών προέδρων, η οικονομία των Η.Π.Α. πριν την πανδημία, ήταν βυθισμένη στο χρέος όσο ποτέ στην ιστορία της – ενώ το χρέος ελέγχεται από τα επιτόκια και τα επιτόκια από τη Fed.

Η πραγματική οικονομία

Περαιτέρω, στις 25 Σεπτεμβρίου του 2019, τα ομόλογα της Ford που, σε αντίθεση με την General Electric, αρνήθηκε τη στήριξη της από την κυβέρνηση το 2008, την κρατικοποίηση της δηλαδή, υποβαθμίσθηκαν σε Junk (σκουπίδια) – ενώ η Moody’s ανακοίνωσε πως η Ford αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα (πηγή). Η υποβάθμιση επηρέασε 84 δις $ χρέους της εταιρίας – ενώ ανάγκασε τις περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία να τα πουλήσουν, επειδή απαγορεύεται να κατέχουν επικίνδυνο χρέος.

Το μερίδιο τώρα των αμερικανικών εταιρικών ομολόγων με αξιολόγηση ΒΒΒ ή με κίνδυνο «Junk», είχε τότε αυξηθεί σε πάνω από το 50% του συνόλου – όταν στην αρχή της κρίσης του 2008 ήταν περίπου στο 30%. Το γεγονός αυτό σήμαινε πως περί τα 3 τρις $ εταιρικών ομολόγων κινδύνευαν να υποβαθμιστούν σε σκουπίδια (junk) εάν η οικονομία επιδεινωνόταν, έναντι 800 δις $ δέκα χρόνια πριν – ενώ, σύμφωνα τότε με εκτιμήσεις της Moody’s, τουλάχιστον 47 αμερικανικές εταιρίες αξίας πολλών δις $ εκάστη στις Η.Π.Α. ήταν ευάλωτες απέναντι σε υποβαθμίσεις, σε απότομες οικονομικές υφέσεις ή/και σε αυξανόμενα επιτόκια. Μεταξύ αυτών η General Electric και η Boeing.

Συνεχίζοντας, το συνολικό εταιρικό χρέος στις Η.Π.Α. υπερέβαινε τα 9 τρις $ το 2019, ήταν το υψηλότερο όλων των εποχών, ενώ είχε αυξηθεί κατά 40% ή 2,5 τρις $ από το 2008, σύμφωνα με τη Fed του St. Louis – αποτελώντας μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της αμερικανικής οικονομίας. Λόγω της πολιτικής της Fed, οι εταιρίες διπλασίασαν το οφειλόμενο χρέος τους, με το κόστος του όμως (τόκοι) να έχει αυξηθεί μόνο κατά 40%.

Στο παράδειγμα της Ford, μεταξύ όλων των άλλων προβλημάτων της, πληττόταν ήδη σε μεγάλο βαθμό από την παγκόσμια ύφεση στον τομέα των αυτοκινήτων – λόγω του ότι οι καταναλωτές ήταν υπερχρεωμένοι, κυρίως εξαιτίας της μη ισορροπημένης αναδιανομής των εισοδημάτων που έχει κορυφωθεί, υψηλότερα από τα επίπεδα πριν το κραχ του 1929. Δεν μπορούσε να αυξήσει τις πωλήσεις της ακόμη και με τα 8ετή δάνεια που προσέφερε – παρά το ότι τον Απρίλιο του 2019 περί τους 7 εκατομμύρια Αμερικανούς ή το 6,5% των συνολικών δανείων αυτοκινήτων, καθυστερούσαν από 90 ημέρες και άνω την πληρωμή των δόσεων των δανείων τους. Πάνω από 107 εκ. Αμερικανοί έχουν δάνεια αυτοκινήτων σήμερα, από 80 εκ. το 2008, αποτελώντας ιστορικό ρεκόρ – ενώ τα προβλήματα αποπληρωμής ξεκίνησαν όταν η Fed προέβη σε νομισματική σύσφιξη (Quantitative Tightening, γράφημα).

Περαιτέρω, τόσο η Ford, όσο και η General Motors, ανακοίνωσαν το 2019 χιλιάδες απολύσεις εργαζομένων – επειδή η οικονομία επιβραδυνόταν και το καταναλωτικό χρέος είχε φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα. Η πρώτη 5.000 και η δεύτερη 4.500 στα εργοστάσια των Η.Π.Α. – ενώ θεωρούταν βέβαιο πως θα ακολουθούσαν πολλές άλλες εταιρίες, πόσο μάλλον αφού ο δείκτης της μεταποιητικής βιομηχανίας είχε συρρικνωθεί στα χαμηλά επίπεδα του Ιουνίου του 2009, όπου μαινόταν ήδη η κρίση.

Ένας βασικός δείκτης της επισφαλούς κατάστασης της πραγματικής μεταποιητικής οικονομίας των Η.Π.Α. ήταν (και συνεχίζει να είναι) η ύφεση της 800 δις $ βιομηχανίας φορτηγών που μετέφεραν εμπορεύματα εντός της χώρας – όπου το Σεπτέμβριο του 2019 περίπου 4.200 οδηγοί φορτηγών απολύθηκαν, επειδή οι ναύλοι μειώθηκαν λόγω της μειωμένης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, ενώ τους πρώτους έξι μήνες του 2019 χρεοκόπησαν 640 μεταφορικές εταιρίες (πηγή). Τότε οι επιπτώσεις των επιτοκίων της Fed ήταν ακόμη περιορισμένες, όπως και οι συνέπειες του εμπορικού πολέμου των Η.Π.Α. με την Κίνα. Εν τούτοις, τα φορτία τον Ιούνιο του 2019 μειώθηκαν κατά 50% στην αγορά φορτηγών, σε σχέση με τον Ιούνιο του προηγουμένου έτους – ενώ οι ναύλοι κατά 16,1%.

Οι συνολικές μεταφορές εμπορευμάτων εντός των Η.Π.Α. με φορτηγά, τραίνα, πλοία και αεροπλάνα μειώθηκαν κατά 5,9% τον Ιούλιο του 2019 σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2018 – για 8ο συνεχή μήνα. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη πτώση μετά την κρίση του 2008 (πηγή) – ενώ οι τράπεζες, αντί να διδαχθούν από την κρίση των ενυπόθηκων χρεών του 2007/08, επέστρεψαν στην παροχή επισφαλών δανείων.

Όσον αφορά δε τους δύο οργανισμούς εγγύησης στεγαστικών δανείων που διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην κρίση του 2008, τη Fannie Mae και τη Freddie Mac, ευρισκόταν ήδη σε χειρότερη κατάσταση από το παρελθόν – παρά τα 190 δις $, με τα οποία στηρίχθηκαν από τους φορολογουμένους. Με το αποθεματικό ύψους 6 δις $ που τους επιτρέπεται να διατηρούν από την κυβέρνηση, κατείχαν ή εγγυόνταν το 2019 τίτλους ενυπόθηκων δανείων αξίας 5 τρις $ – πολλά από τα οποία ήταν αμφίβολης πιστωτικής ποιότητας, όπως πριν το 2007. Σύμφωνα τώρα με εκτιμήσεις, «εάν μόνο το 0,12% των υποθηκών της Fannie και της Freddie δεν εξοφλούταν, οι δύο αυτοί οργανισμοί θα κατέρρεαν – ενώ χωρίς τη διάσωση τους από το κράτος, θα έπαυαν να υπάρχουν, οδηγώντας σε μία νέα κρίση ενυπόθηκων δανείων» (πηγή).

Εξέλιξη δημοσίου χρέους των Η.Π.Α.

Συνεχίζοντας, το κλειδί για την Αμερικανική οικονομία είναι το χρέος που το 2019 ήταν ήδη το υψηλότερο όλων των εποχών – με το έλλειμμα του δημοσίου να αυξάνεται ετησίως πάνω από 1 τρις $, με τις επιχειρήσεις υπερχρεωμένες, με τα νοικοκυριά επίσης, με τα στεγαστικά χρέη στο ζενίθ (9,12 τρις $), με τα φοιτητικά το ίδιο (1,46 τρις $  τον Ιανουάριο του 2019, με τα περισσότερα προβληματικά), με τα χρέη για την αγορά αυτοκινήτων υψηλά κοκ. Το συνολικό ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών είχε εκτοξευθεί στα επίπεδα ρεκόρ των 13,5 τρις $ – ενώ στα τέλη του 2020 το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. θα φτάσει εάν δεν υπερβεί τα 28 τρις $, έχοντας διπλασιαστεί από το 2010 (γράφημα).

Την ίδια στιγμή οι αγρότες αντιμετώπιζαν τη μεγαλύτερη κρίση από το 1980 – ενώ η ανάκαμψη της βιομηχανίας σχιστόλιθου το 2018 που κατέστησε τις Η.Π.Α. το μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως, σταμάτησε λόγω της πτώσης των τιμών. Η διατήρηση δε των τιμών κάτω από τα 55 $ το βαρέλι (σήμερα είναι στα 38 $), θα προκαλέσει σύντομα ένα κύμα χρεοκοπιών στον ενεργειακό τομέα – αφού πολλοί παραγωγοί στις Η.Π.Α. έχουν δανεισθεί με ομόλογα υψηλού επιτοκίου, ελπίζοντας στην ανάκαμψη των τιμών.

Η εξάρτηση από την Κίνα

Περαιτέρω, δυστυχώς ο πρόεδρος Trump δεν μπόρεσε να καταλάβει σε ποιο βαθμό ήταν και είναι εξαρτημένες οι Η.Π.Α. από τις κινεζικές εισαγωγές – αφού, παρά την οικονομική κυριαρχία τους και τα πλεονεκτήματα του δολαρίου, η χώρα έχει μία πολύ αδύναμη βιομηχανική και κατασκευαστική βάση. Το γεγονός αυτό οφείλεται στις πολιτικές που υιοθετήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 – όπου ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής των Η.Π.Α. μεταφέρθηκε σε χώρες χαμηλού κόστους, όπως στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένων των «Ειδικών Οικονομικών Ζωνών» και των «Αναπτυξιακών Ζωνών».

Έτσι ένα σημαντικό μερίδιο της αμερικανικής μεταποίησης μετεγκαταστάθηκε, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο στάδιο μετεγκατάστασης πολλών τομέων παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας – με τελικό αποτέλεσμα να χάσουν πλέον οι Η.Π.Α. την ηγεμονία τους στην παραγωγή υψηλής τεχνολογίας και στην πνευματική ιδιοκτησία, όπου ηγείται πλέον η Κίνα.

Σε κάθε περίπτωση, το «Made in China» αποτελεί πλέον τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού λιανεμπορίου – σημειώνοντας πως η Κίνα κατασκευάζει τα 7 από τα 10 κινητά που πωλούνται στον πλανήτη, το 90% των Υπολογιστών, ναυπηγεί το 45% των πλοίων και παράγει 12,5 δις ζευγάρια παπουτσιών ή πάνω από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής (πηγή). Τα καταναλωτικά αγαθά δε που εισάγονται από την Κίνα πωλούνται συχνά σε δεκαπλάσια τιμή λιανικής , σε σχέση με την τιμή του κινεζικού εργοστασίου – δημιουργώντας έτσι μία πολύ μεγάλη προστιθέμενη αξία που οδηγεί στην αύξηση του ΑΕΠ της υπερδύναμης, αλλά και σε ελλείμματα με την Κίνα (γράφημα).

Η αύξηση λοιπόν του αμερικανικού ΑΕΠ οφείλεται στα κινεζικά προϊόντα – ενώ το εμπορικό έλλειμμα των Η.Π.Α. με την Κίνα (γράφημα) είναι καθοριστικό για την τροφοδότηση της καταναλωτικής οικονομίας τους που βασίζεται στα κέρδη (=προστιθέμενη αξία), τα οποία με τη σειρά τους στηρίζονται στα προϊόντα «made in China». Ως εκ τούτου, χωρίς τις κινεζικές εισαγωγές το ΑΕΠ των Η.Π.Α. θα κατέρρεε – οπότε το χρέος τους ως προς το ΑΕΠ θα εκτοξευόταν σε δυσθεώρητα επίπεδα.

Επίλογος

Φτάνοντας τώρα στο 2020, όπου ξέσπασε η πανδημία, η πτώση των αμερικανικών εισαγωγών από την Κίνα το Μάρτιο ήταν συγκλονιστική, στο -36,5% σε σχέση με το Μάρτιο του 2019. Προφανώς επρόκειτο για μία κατάρρευση που δεν οφειλόταν τόσο στην πανδημία, όσο στον εμπορικό πόλεμο που δρομολόγησε ο πρόεδρος Trump – ενώ, σύμφωνα με στοιχεία των Financial Times, οφειλόταν στη βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2020 και καλύφθηκε τελικά πίσω από την πανδημία (πηγή). Μετά το Μάρτιο όμως οι εισαγωγές από την Κίνα αυξήθηκαν ξανά, με δικαιολογία τις ανάγκες που προκάλεσε η πανδημία (γράφημα).

Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική αποσύνδεση των Η.Π.Α. και της Κίνας επιταχύνθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2020. Ειδικότερα, η αξία των ανακοινωθέντων άμεσων επενδύσεων της Κίνας στις Η.Π.Α. μειώθηκε κατά περίπου 90% – στα 200 εκ. $ το πρώτο τρίμηνο του 2020, από μέσον όρο 2 δις € ανά τρίμηνο το 2019. Το ρεκόρ τους ήταν το 2016, στα 45 δις $ ετήσια, όταν οι κινεζικές εταιρίες αισθανόντουσαν πιο ελεύθερες να επενδύσουν στις Η.Π.Α. Το πλέον σημαντικό είναι όμως το ότι, οι συνολικές εξαγωγές της Κίνας τον Απρίλιο του 2020 αυξήθηκαν κατά 3,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019 (πηγή) – όταν παρουσίασαν πτώση προς τις Η.Π.Α. κατά 7,9% και το Μάιο κατά 8,5% σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019.

Επομένως η Κίνα κέρδισε καινούργιες αγορές – ενώ την ίδια περίοδο οι εισαγωγές της από τις Η.Π.Α. μειώθηκαν κατά 14,2%, με αποτέλεσμα το εμπορικό της πλεόνασμα να εκτοξευθεί στα ύψη. Εύλογα λοιπόν συμπεραίνεται πως η κατάσταση στις Η.Π.Α. είναι εκρηκτική, χωρίς να συμπεριλάβει κανείς την πανδημία – αποτελώντας έναν από τους λόγους που ο πρόεδρος Trump δεν κέρδισε τις εκλογές, παρά το ότι πήρε 5 εκ. ψήφους παραπάνω σε σχέση με το 2016. Όσον αφορά δε τις συνέπειες για τον πλανήτη, ασφαλώς δεν είναι ρόδινες – αφού οι Η.Π.Α. παραμένουν πανίσχυρες στο στρατιωτικό τομέα.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!