Οι ανισορροπίες στο διεθνές εμπόριο, ο σκοτεινός ρόλος της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους και το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι ανισορροπίες στο διεθνές εμπόριο, ο σκοτεινός ρόλος της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους και το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας

.

Όσο δεν παράγουμε, έχοντας ελλείμματα στα εξωτερικά μας ισοζύγια και συνεχώς αυξανόμενο εξωτερικό δανεισμό για να τα καλύπτουν, θα βουλιάζουμε – χωρίς καμία αμφιβολία. Η Γερμανία τώρα, παρά το ότι παράγει, επέλεξε στην Ευρωζώνη τη μερκαντιλιστική μορφή υποτιμολόγησης ήδη από την εισαγωγή του ευρώ – δηλαδή τη διατήρηση των μισθών των εργαζομένων της, κάτω από την παραγωγικότητα τους και άρα την πολιτική λιτότητας. Το γεγονός αυτό έχει παραβιάσει την υπόσχεση που διέπει τη συμφωνία, για την ένταξη σε μια νομισματική ένωση – ενώ εάν η συμφωνία ήταν σωστά δομημένη, οι εμπορικοί εταίροι δεν θα δεσμεύονταν πια από την αρχή του ελεύθερου εμπορίου. Θα μπορούσαν δηλαδή να επιβάλλουν εισαγωγικούς δασμούς στη Γερμανία – για να αντισταθμίσουν τις πρακτικές ντάμπινγκ που εφαρμόζει. Δυστυχώς όμως, ο ρόλος της Γερμανίας στην κρίση της Ελλάδας και γενικότερα στον ευρωπαϊκό νότο, υποβαθμίζεται σχεδόν από όλους – ενώ ειδικά για εμάς τους Έλληνες που τον υποδεικνύουμε, η κατηγορία είναι πως θέλουμε να μεταθέσουμε τις δικές μας ευθύνες στους άλλους! Εδώ πρόκειται για τον ορισμό του συνδρόμου της Στοκχόλμης – δυστυχώς για τη χώρα μας. Σήμερα βέβαια η Γερμανία πληρώνει τα «λάθη» του παρελθόντος, κάτι για το οποίο μάλλον φρόντισε η «Θεία δίκη» – ενώ το φρένο χρέους που ψήφισε, είναι πια για τα σκουπίδια.  Από την άλλη πλευρά βέβαια, το γεγονός ότι η Ελλάδα δανείζεται συνεχώς για να καλύπτει τα εξωτερικά της ελλείμματα που κλιμακώνονται, σημαίνει αναμφίβολα ότι οδηγείται αργά αλλά σταθερά σε μία επόμενη χρεοκοπία – όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές.

.

Ανάλυση

Οικονομολόγος

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας, είναι αναμφίβολα τα εξωτερικά της ελλείμματα – αφού αυτά την οδήγησαν στην ουσία στην υπερχρέωση του 2009 και αργότερα στη χρεοκοπία, σε συνδυασμό και την κακοδιαχείριση της κρίσης.

Δυστυχώς δε το ίδιο πρόβλημα, το οποίο αντιμετωπίσθηκε τότε με την εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή με την ονομαστική μείωση μισθών και συντάξεων, έχει επανέλθει – όπως φαίνεται από τα συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα του εμπορικού μας ισοζυγίου, καθώς επίσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Συνεχίζεται δε το πρόβλημα, αυξανόμενο το 2026 (γράφημα), ενώ τεκμηριώνει πως όσο αυξάνονται οι εξαγωγές μας αυξάνεται το έλλειμμα, αφού μεγάλο μέρος τους προϋποθέτει εισαγωγές –  καθώς επίσης ότι, το ίδιο ισχύει με τον τουρισμό, επειδή καλύπτει άνω του 70% των αναγκών του με εισαγωγές.

Το αποτέλεσμα είναι να χρεώνεται συνεχώς η χώρα μας στο εξωτερικό, όπου το χρέος μας έχει υπερβεί ήδη τα 597 δις € (γράφημα) – ενώ η συνολική οικονομία εμφάνισε καθαρή λήψη δανείων 5,42 δις € από την αλλοδαπή στο πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 4,32 δις € το πρώτο τρίμηνο του 2025 (πηγή). Αργά ή γρήγορα λοιπόν θα εμφανισθεί το πρόβλημα, μέσω της ανόδου των επιτοκίων ή/και της στενότητας δανεισμού – το αργότερο όταν δεν θα είναι πια εφικτή η υπερφορολόγηση και θα έχουν ξεπουληθεί τόσο τα ιδιωτικά, όσο και τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία. Τυχόν ξέσπασμα δε μίας διεθνούς κρίσης, θα μας βρει εντελώς απροστάτευτους – σε πολύ χειρότερη θέση από το 2010 που χρεοκοπήσαμε.

Δυστυχώς, παρά το ότι δαπανήθηκαν τεράστια ποσά, όπως τα 50 δις € που αύξησε το κρατικό χρέος μας η κυβέρνηση, δανειζόμενη κυρίως από τα ασφαλιστικά και λοιπά ταμεία (ανάλυση) και τα 36 δις € του Ταμείου Ανασυγκρότησης που με μόχλευση υπερβαίνουν τα 60 δις €, δεν διατέθηκαν καθόλου για την αλλαγή του οικονομικού και τουριστικού μας μοντέλου – ενώ η λύση μίας επόμενης εσωτερικής υποτίμησης δεν είναι πια εφικτή, αφού οι πραγματικοί μισθοί των Ελλήνων έχουν καταντήσει στην τελευταία θέση της ΕΕ.

Συμπερασματικά, οι ανισορροπίες επέστρεψαν και επιδεινώνονται, ενώ όσον αφορά τα επιτόκια δανεισμού διατηρούνται σχετικά χαμηλά, επειδή χώρες όπως η Γερμανία έχουν βυθιστεί στην κρίση – λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας που είναι περισσότερο καθοριστικές για το δικό τους παραγωγικό μοντέλο, από ότι για το δικό μας.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε σωστή την παρακάτω ανάλυση, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πρόβλημα – όπου η κυβέρνηση δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει, έχοντας λανθασμένη εκτίμηση αυτής της κατάστασης.

Ορισμός της ανισορροπίας στο διεθνές εμπόριο

Ο όρος «ανταγωνισμός» συνήθως αναφέρεται, πολύ σωστά, στον ανταγωνισμό μεταξύ εταιρειών – τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα, οι εταιρείες έχουν σκοπό να αποδείξουν την αξία τους στον ανταγωνισμό – ενώ η καλύτερη εταιρεία θα πρέπει να υπερισχύει, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν οι ίδιοι, με σημαντικότερο την αρχή της ίσης αμοιβής, για ίση εργασία.

Με δεδομένους τώρα τους σταθερούς μισθούς, οι προσπάθειες βελτίωσης της παραγωγικότητας στις διαδικασίες παραγωγής ή στη φύση των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, ανταμείβονται μέσω υψηλότερων κερδών – ή πιο ανταγωνιστικών τιμών που αυξάνουν το μερίδιο αγοράς των ανταγωνιστικών εταιριών, το τζίρο και τα κέρδη.

Εν τούτοις προκύπτουν προβλήματα, όταν οι χώρες γενικότερα έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα, σε σύγκριση με μια άλλη χώρα – όπου συνήθως πρόκειται για πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που ωφελούν ή θέτουν σε μειονεκτική θέση όλες τις εταιρείες, εντός της συγκεκριμένης χώρας.

Όταν υπάρχουν τέτοια πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα σε επίπεδο χώρας, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών στις εμπλεκόμενες χώρες στρεβλώνεται – επειδή ακόμη και μια εταιρεία με υψηλή ανταγωνιστικότητα, μπορεί να βρεθεί σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σύγκριση με μια εταιρεία σε άλλη χώρα, εάν η ίδια η χώρα έχει πλεονέκτημα και η δική της αντίστοιχο μειονέκτημα.

Για παράδειγμα, εάν μία εταιρία έχει υψηλή ανταγωνιστικότητα αλλά είναι σε μία χώρα με μειονεκτήματα, όπως η Ελλάδα, χάνει το πλεονέκτημα της από μία άλλη εταιρία με χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα, επειδή η άλλη είναι εγκατεστημένη στη Γερμανία – όχι επειδή η άλλη εταιρία είναι καλύτερη, αλλά λόγω του ότι η Γερμανία είναι σε καλύτερη θέση.

Η φύση τώρα αυτών των πλεονεκτημάτων και το πώς εξασφαλίζονται, μπορεί να ποικίλλει σημαντικά – όπως ως εξής:

(α) Μια χώρα μπορεί να επιβάλει εισαγωγικούς δασμούς, να μειώσει δραστικά τους φόρους για τις εταιρείες της ή να παρέχει υψηλές επιδοτήσεις σε εγχώριες εταιρείες – όπως στο παράδειγμα της Ιρλανδίας.

(β) Το νόμισμα μιας χώρας, μπορεί να υπερεκτιμήσει ή να υποεκτιμήσει τη διαφορά πληθωρισμού με τους εμπορικούς της εταίρους, οδηγώντας σε υποτίμηση ή υπερτίμηση – όπως στις Βραζιλία, Ουγγαρία, Ισλανδία και πολλά άλλα κράτη, πριν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008/2009. Εκείνη την εποχή, η υπερτίμηση μέσω του Carry Trade, δηλαδή λόγω των εισροών κεφαλαίων για κερδοσκοπικούς σκοπούς, ήταν η πιο συνηθισμένη περίπτωση – όχι βέβαια η μοναδική.

(γ) Η πολιτική μιας χώρας, μπορεί να επιλέξει ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών – συνδέοντας τη συναλλαγματική ισοτιμία του δικού της νομίσματος, με το νόμισμα ενός σημαντικού εταίρου, όπως η Αργεντινή το peso με το δολάριο.

Εν προκειμένω, εάν η χώρα δεν είναι σε θέση να σταθεροποιήσει τον πληθωρισμό της, σε σχέση με τη χώρα που συνδέει το νόμισμα της, οδηγείται συχνά σε πραγματική ανατίμηση του νομίσματος της – η οποία μπορεί να διορθωθεί μόνο μετά από μια νομισματική κρίση. Κάτι τέτοιο συνέβη στην Αργεντινή και τη Βραζιλία τη δεκαετία του 1990 – καθώς επίσης σε όλες τις χώρες της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας, επειδή ο πληθωρισμός είναι σταθερά υψηλότερος από το μέσο της Ευρωζώνης, ενώ το νόμισμα της είναι στην ουσία συνδεδεμένο με τη νομισματική ένωση λόγω ευρώ, υποτιμάται συνεχώς – όπου ναι μεν δεν το βλέπει κανείς όπως εάν είχε εθνικό νόμισμα, αλλά φαίνεται καθαρά από τους μισθούς που διολισθαίνουν  συνεχώς, σε όρους αγοραστικής αξίας.

(δ) Στο πλαίσιο ενός συστήματος σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας ή μιας νομισματικής ένωσης, οι πολιτικές μιας χώρας μπορούν να οδηγήσουν σε αυξήσεις μισθών για όλες τις εταιρείες εντός αυτής της χώρας, σε σχέση με την παραγωγικότητα – οι οποίες όμως να είναι χαμηλότερες από ότι στις χώρες, με τις οποίες έχει συμφωνήσει σε σταθερή ισοτιμία ή έχει υιοθετήσει το ίδιο νόμισμα.

Ως εκ τούτου, η πραγματική υποτίμηση που προκύπτει, δημιουργεί πλεονέκτημα για όλες τις εταιρείες σε αυτήν τη χώρα, βλάπτοντας συστηματικά τις εταιρείες στις άλλες χώρες εταίρους – όπως στην περίπτωση της Γερμανίας, μετά την εισαγωγή του ευρώ.

Συνεχίζοντας, όλα τα παραπάνω έχουν οδηγήσει σε ανισορροπίες – όπου οι κυβερνητικές παρεμβάσεις ή/και η λανθασμένη τιμολόγηση στις αγορές συναλλάγματος, ήταν τακτικά υπεύθυνες για αυτές τις ανισορροπίες.

Οι συγκεκριμένες ανισορροπίες εκδηλώθηκαν με διάφορες μορφές και μέσω διαφορετικών δεικτών – όπου οι χώρες, τα νομίσματα  των οποίων υποτιμήθηκαν σημαντικά σε πραγματικούς όρους (δηλαδή σε όρους κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος) συνήθως κέρδισαν μερίδιο στις παγκόσμιες αγορές, εις βάρος των χωρών που ανατιμήθηκαν, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας πριν το 2009.

Ενίσχυσαν λοιπόν τις βιομηχανίες τους, είδαν αύξηση στο μερίδιο τους στις εξαγωγές και σημείωσαν επιτυχία στην αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, παρά την ανάκαμψη της Κίνας, η Γερμανία σημείωσε σημαντική αύξηση του δείκτη εξαγωγών της, μετά την πραγματική υποτίμησή του νομίσματος της – όπως φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί.

Ειδικότερα η Γερμανία, μέσω του πολιτικά υποστηριζόμενου μισθολογικού ντάμπινγκ (ανάλυση), δηλαδή της διατήρησης των μισθών των εργαζομένων της συστηματικά κάτω από την αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς επίσης της πολιτικής της φτωχοποίησης του γείτονα που δρομολόγησε (ανάλυση), βίωσε μια πραγματική υποτίμηση του νομίσματος της – οπότε κατάφερε να έχει τεράστιες εξαγωγικές επιτυχίες που αντικατοπτρίστηκαν τόσο στην αύξηση του ποσοστού των εξαγωγών της, όσο και στην άνοδο των μεριδίων της στην παγκόσμια αγορά.

Οι συνέπειες της ανισορροπίας

Περαιτέρω, προφανώς η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μιας χώρας επηρεάζει τόσο το εμπορικό της ισοζύγιο, όσο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Εν τούτοις, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που συνήθως αποτελεί το επίκεντρο, είναι μόνο ένας από τους διάφορους δείκτες που αποκαλύπτουν την ανισορροπία των εμπορικών ροών – ενώ εδώ ακριβώς ξεκινάει η σύγχυση.

Ειδικότερα, η μεταβολή στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, θεωρείται ως εκείνο το φαινόμενο που πρέπει να εξηγηθεί – οπότε, κατά συνέπεια, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θεωρείται ως η ίδια η ανισορροπία, ενώ είναι απλά ο δείκτης του πραγματικού προβλήματος.

Επειδή δε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στην εκ των υστέρων «ταυτότητα» των εθνικών λογαριασμών, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η διαφορά μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης, συμπεραίνεται ότι αυτή η «ταυτότητα» μπορεί να εξηγήσει το ισοζύγιο – κάτι που είναι λανθασμένο.

Επίσης από το γεγονός ότι, ένα πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, συνοδεύεται πάντα από ένα εξίσου μεγάλο πλεόνασμα στο ισοζύγιο κεφαλαίων (κάτι που όμως αντανακλά απλά το χρέος της χώρας με έλλειμμα, η οποία ζει πέρα ​​από τις δυνατότητές της, ενώ η χώρα με το πλεόνασμα κάτω από τις δυνατότητες της) συμπεραίνεται ότι, αυτές οι «κεφαλαιακές ροές» μπορούν να διαδραματίσουν ανεξάρτητο ρόλο στην εμφάνιση της ανισορροπίας – κάτι που αποτελεί ένα επιπλέον λάθος.

Για να εξηγήσουμε τώρα τα λανθασμένα παραπάνω συμπεράσματα, η κεντρική εξίσωση είναι η εξής:

𝐶𝐴 = 𝑆 − 𝐼 = 𝐶𝐹, όπου:

CA = Υπόλοιπο ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών

S − I = Ισοζύγιο αποταμιεύσεων και επενδύσεων

CF = Καθαρές ταμειακές ροές

Εν προκειμένω, αυτό που ονομάζεται «εκροή κεφαλαίου» στη λογιστική, δεν είναι σε καμία περίπτωση ροή κεφαλαίου – αλλά ο όγκος πίστωσης που χρειάζεται η χώρα με έλλειμμα και συγκεντρώνεται εντός της χώρας με έλλειμμα, για να πληρώσει τις εξαγωγές της χώρας με πλεόνασμα. Στο παράδειγμα της Ελλάδας με τη Γερμανία, τα δανειακά κεφάλαια που χρειάζεται η Ελλάδα, για να πληρώνει τις καθαρές εισαγωγές της από τη Γερμανία – όπου «καθαρές» σημαίνει αφαιρουμένων των εξαγωγών.

Δεν απομένει δηλαδή ούτε ένα ευρώ ή δολάριο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση οτιδήποτε άλλου – εκτός από το ακριβές ποσόν που αντιστοιχεί στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το γεγονός δε ότι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να περιγραφεί εκ των υστέρων ως η διαφορά μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης, είναι άσχετο – αφού η αποταμίευση και η επένδυση δεν είναι σε καμία περίπτωση ίσες εκ των προτέρων σε μια κλειστή οικονομία ή σε μια οικονομία με ισορροπημένο εμπορικό ισοζύγιο.

Δεν υπάρχει δε κάποιος μηχανισμός που θα διασφάλιζε αξιόπιστα ότι, η αποταμίευση ισούται με την επένδυση – χωρίς να απαιτείται αλλαγή στο εισόδημα, για την επίτευξη αυτής της ισορροπίας. Δεν υπάρχει καν ένας θεωρητικός μηχανισμός, για τη μετατροπή ενός μειωμένου ελλείμματος προϋπολογισμού, σε εμπορικά πλεονάσματα – ή, έστω, σε μειωμένα ελλείμματα. Το ένα μέγεθος δεν έχει καμία σχέση με το άλλο – αφού τα μειωμένα ελλείμματα του προϋπολογισμού, δεν οδηγούν σε καμία περίπτωση στη μείωση των ελλειμμάτων των ισοζυγίων.

Φαίνεται άλλωστε καθαρά από την περίπτωση της Ελλάδας – όπου ο προϋπολογισμός είναι μεν πλεονασματικός, αλλά το έλλειμμα των ισοζυγίων (εμπορικό, τρεχουσών συναλλαγών) αυξάνεται με ακόμη πιο γρήγορο ρυθμό, σε σχέση με το παρελθόν που ο προϋπολογισμός ήταν ελλειμματικός.

Με ένα άλλο παράδειγμα, η εξήγηση της απώλειας μεριδίου αγοράς της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας στην αγορά της Κίνας, λόγω της μείωσης της ανταγωνιστικότητας, με την επίκληση μιας «ανισορροπίας» μεταξύ αποταμίευσης και επενδύσεων, είναι προφανώς παράλογη.

Το ίδιο συμβαίνει με την εξήγηση που επιχειρεί να βασιστεί σε «ροές κεφαλαίων» προς τη χώρα με έλλειμμα – η οποία είναι εξίσου παραπλανητική. Γιατί; Επειδή θα σήμαινε ότι, τα δάνεια που έλαβαν οι Γάλλοι εισαγωγείς για να αγοράσουν γερμανικά αυτοκίνητα, τα οποία  έγιναν φθηνότερα λόγω του γερμανικού μισθολογικού ντάμπινγκ, θα θεωρούνταν ως η αιτία των ζημιών της Γαλλίας – κάτι που είναι απλά παράλογο.

Η λύση για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών

Για πολλές δεκαετίες ήταν αδιαμφισβήτητο το ότι, οι μειονεκτούσες χώρες με ελλείμματα ισοζυγίων, είχαν το δικαίωμα να αμύνονται έναντι τεχνητών και αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων των πλεονασματικών χωρών  – δηλαδή, είχαν το δικαίωμα και την υποχρέωση να προστατεύουν τις εταιρείες τους, από τα συναφή μειονεκτήματα.

Επομένως μπορούσαν, σύμφωνα με τους κανόνες του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, να επιβάλλουν τους δικούς τους δασμούς, να υποτιμούν το νόμισμα τους ή να κινούν διαδικασίες αντιντάμπινγκ – εναντίον κρατών που στηρίζουν τις εγχώριες εταιρείες τους.

Η άσκηση πολιτικής πίεσης στους εγχώριους μισθούς, για την αντιστάθμιση του πλεονεκτήματος των ξένων μισθών, σε συστήματα σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας, ήταν επίσης μία λύση – αν και με πολλές παρενέργειες, όπως φάνηκε από την εσωτερική υποτίμηση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από την Τρόικα, η οποία τελικά ισοσκέλισε μεν τα εξωτερικά της ελλείμματα, αλλά με τεράστιες επιπτώσεις για τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της.

Στο παρελθόν, η απλούστερη λύση ήταν συνήθως η αποδοχή της υποτίμησης του νομίσματός της ελλειμματικής χώρας – όταν ξεσπούσε κρίση ισοζυγίου πληρωμών (*).

Ειδικότερα, εάν μια χώρα κινδύνευε να μην είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει τις εισαγωγές της, χωρίς να επιβαρυνθεί με μεγάλα ασφάλιστρα επιτοκίων στην κεφαλαιαγορά, δηλαδή με πολύ υψηλότερα επιτόκια δανεισμού η λύση, τόσο στο πλαίσιο ευέλικτων όσο και ρυθμιζόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών (όπως το σύστημα Bretton Woods ή το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, ΕΝΣ), αναζητούνταν συνήθως στην υποτίμηση – η οποία μείωνε τις εισαγωγές, αύξανε τις εξαγωγές, περιόριζε τα εξωτερικά ελλείμματα και, ως εκ τούτου, μείωνε την εξάρτηση της χώρας από τις κεφαλαιαγορές.

Μία εξάρτηση που συνεχώς κλιμακώνεται στην Ελλάδα – ενώ προφανώς η χώρα μας δεν θα ήταν βιώσιμη και δεν θα μπορούσε να δανεισθεί ούτε ένα ευρώ από τις διεθνείς χρηματαγορές, με τόσο μεγάλα ελλείμματα και με τέτοιο εξωτερικό χρέος, εάν δεν ήταν κράτος μέλος της Ευρωζώνης.

Αντίθετα, οι ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν αποτελούν λύση για τις ανισορροπίες – επειδή η κερδοσκοπία σε συναλλαγματικές ισοτιμίες, παράγει τακτικά ανακριβείς τιμές. Παράδειγμα η ανατίμηση των νομισμάτων κάποιων χωρών, παρά το ότι έχουν ελλείμματα ισοζυγίων, λόγω των κερδοσκοπικών εισροών κεφαλαίων – τα οποία κάποια στιγμή εκρέουν μαζικά, όπως κατά την ασιατική κρίση, με αποτέλεσμα την απότομη κατάρρευση του νομίσματος.  Όμως, και οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες έχουν επίσης τις παγίδες τους.

Εν προκειμένω, οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες (άρα και το κοινό νόμισμα) αντιπροσωπεύουν, στην πραγματικότητα, μια υπόσχεση των εμπορικών εταίρων να μην υποτιμούν ο ένας τον άλλον, με κανέναν τρόπο – έτσι ώστε να μην καθίσταται απαραίτητη η επιλογή προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Όσο ισχυρότερη τώρα είναι η σύνδεση με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, όπως στην περίπτωση της Ευρωζώνης, τόσο ισχυρότερη πρέπει να είναι η υπόσχεση μη «υποτιμολόγησης» – για να λειτουργήσει σωστά το σύστημα και όχι εις βάρος των άλλων.

Εν τούτοις, στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση, η Γερμανία επέλεξε την μερκαντιλιστική μορφή υποτιμολόγησης (ανάλυση) – δηλαδή τη διατήρηση των μισθών των εργαζομένων της κάτω από την παραγωγικότητα τους και άρα την πολιτική λιτότητας.

Το γεγονός αυτό έχει παραβιάσει την υπόσχεση που διέπει τη συμφωνία, για την ένταξη σε μια νομισματική ένωση – ενώ εάν η συμφωνία ήταν σωστά δομημένη, οι εμπορικοί εταίροι δεν θα δεσμεύονταν πια από την αρχή του ελεύθερου εμπορίου. Θα μπορούσαν δηλαδή να επιβάλλουν εισαγωγικούς δασμούς στη Γερμανία – για να αντισταθμίσουν τις πρακτικές ντάμπινγκ που εφαρμόζει.

Δυστυχώς όμως, ο ρόλος της Γερμανίας στην κρίση της Ελλάδας και γενικότερα στον ευρωπαϊκό νότο, υποβαθμίζεται σχεδόν από όλους – ενώ ειδικά για εμάς τους Έλληνες που τον υποδεικνύουμε, η κατηγορία είναι πως θέλουμε να μεταθέσουμε τις δικές μας ευθύνες στους άλλους! Εδώ πρόκειται για τον ορισμό του συνδρόμου της Στοκχόλμης – δυστυχώς για τη χώρα μας.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, σύμφωνα με το συμπέρασμα εγγράφου της G7, «Ένα έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών δεν είναι απλώς μια εμπορική ανισορροπία – αντικατοπτρίζει ένα χάσμα, μεταξύ εγχώριας αποταμίευσης και επενδύσεων, ενώ χρηματοδοτείται από καθαρές εισροές κεφαλαίων, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αθροίζονται στην καθαρή ξένη επενδυτική θέση της χώρας».

Στην ουσία το έγγραφο τονίζει πολύ σωστά ότι, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είναι ένας από τους πολλούς δείκτες ανισορροπίας στο διεθνές εμπόριο – ενώ η ανισορροπία μεταξύ αποταμίευσης και επενδύσεων, δεν έχει καμία σχέση με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το γεγονός ότι, ένα έλλειμμα χρηματοδοτείται από δάνεια, είναι μια αυταπόδεικτη αλήθεια – ενώ το ότι, τα δάνεια που πρέπει να λάβουν οι οικονομικοί παράγοντες στη χώρα με έλλειμμα, αναφέρονται ως «καθαρές εισροές κεφαλαίων» στις στατιστικές του ισοζυγίου πληρωμών, είναι καθαρά λογιστικό και δεν έχει καμία οικονομική σημασία. Κανένα κεφάλαιο δεν ρέει στην πραγματικότητα από την πλεονασματική χώρα προς τη χώρα με έλλειμμα – αφού τα δάνεια δεν είναι ασφαλώς κεφάλαια.

Στα πλαίσια αυτά, το γεγονός ότι η Ελλάδα δανείζεται συνεχώς για να καλύπτει τα εξωτερικά της ελλείμματα που κλιμακώνονται, σημαίνει αναμφίβολα ότι οδηγείται αργά αλλά σταθερά σε μία επόμενη χρεοκοπία – όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές

.

* Σημείωση: Το ισοζύγιο πληρωμών (πλήρης ερμηνεία στην ΤτΕ), καταγράφει τις οικονομικές συναλλαγές μιας χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο για μια συγκεκριμένη περίοδο. Αποτελεί βασικό δείκτη της οικονομικής της υγείας, ενώ επηρεάζει άμεσα τη διεθνή της θέση και τη συναλλαγματική ισοτιμία – ενώ διακρίνεται στα εξής:

(α) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (=εμπορικό ισοζύγιο + τουρισμό, ναυτιλία, πρωτογενή και δευτερογενή εισοδήματα),

(β)  στο ισοζύγιο Κεφαλαίων (=περιλαμβάνει μεταφορές κεφαλαίων που συνδέονται με επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και την απόκτηση/διάθεση μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων), καθώς επίσης

(γ) στο χρηματοοικονομικό ισοζύγιο (=καταγράφει τις άμεσες ξένες επενδύσεις, τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, τα δάνεια και τις αλλαγές στα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας).


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading