Αναθεώρηση του Συντάγματος – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες

Αναθεώρηση του Συντάγματος

.

Που ήταν το Σύνταγμα για να ακυρώσει τα μνημόνια και την υποδούλωση της χώρας για έναν αιώνα, τιμωρώντας τους υπεύθυνους; Που ήταν το Σύνταγμα για να ακυρώσει τη συμφωνία των Πρεσπών και να τιμωρήσει τους υπευθύνους; Που είναι η δυνατότητα των Πολιτών να προκαλέσουν δημοψήφισμα για να βάλουν τάξη στη χώρα; Που είναι ο ΠτΔ, με τη δύναμη της εκλογής από τους Πολίτες, για να ζητήσει εξηγήσεις από την κυβέρνηση; Που είναι λοιπόν το Σύνταγμα που θα τα προέβλεπε όλα αυτά;

.

Εισήγηση για το Σύνταγμα, 19.11.19

Στην πρώτη ομιλία μας αναφέραμε πως η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι προσχηματική, για τα μάτια του κόσμου – αφού η μοναδική ουσιαστική αλλαγή είναι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού, η οποία δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχει αργήσει τόσο πολύ.

Πόσο μάλλον σε μία εποχή που η Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από χρεοκοπημένη, υπό την επιτήρηση των πιστωτών της τουλάχιστον έως το 2100 και με κυβερνήσεις που θα ξεπουλήσουν τα πάντα σε εξευτελιστικές τιμές – τόσο τη δημόσια, όσο και την ιδιωτική περιουσία.

Δεν έχουν διστάσει καν να υποθηκεύσουν ότι έχουμε και δεν έχουμε με το εγκληματικό PSI, παρανόμησαν ως προς το Σύνταγμα αντιστρέφοντας το δημοψήφισμα, ξεπούλησαν το όνομα της Μακεδονίας και εγκατέλειψαν ανοχύρωτα τα σύνορα μας – με αποτέλεσμα τα νησιά μας να βουλιάζουν από τους παράνομους μετανάστες, με τον εποικισμό της πατρίδας μας στο ζενίθ από ανθρώπους που ασφαλώς δεν θέλουν να αφομοιωθούν όπως πιστεύει ο υπουργός ασφάλειας του Πολίτη, αλλά να μας αφομοιώσουν.

Τα Συντάγματα πάντως των Ελλήνων, σύμφωνα με γνωστό νομικό, γεννήθηκαν μέσα στις φλόγες της ελληνικής επανάστασης – αφού προηγουμένως εκκολάφθηκαν από τα οράματα του ελληνικού διαφωτισμού.

Ειδικότερα, από το ξεκίνημα του αγώνα της ανεξαρτησίας, οι Έλληνες έσπευσαν με συγκλονιστικό τρόπο να εκδηλώσουν τη βούληση τους για μία πραγματικά δημοκρατική διακυβέρνηση. Έτσι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θέσπισαν τρία δημοκρατικά Συντάγματα – όπου όμως δυστυχώς αναγκάσθηκαν να τα εγκαταλείψουν, χάριν της επιβίωσης.

Στη συνέχεια, διαδοχικές εξεγέρσεις οδήγησαν στη θέσπιση πέντε Συνταγμάτων – τα έτη 1844, 1864, 1911, 1925 και 1927. Έτσι η χώρα μας οδηγήθηκε σταδιακά στην Α’ Ελληνική Δημοκρατία, με τα Συντάγματα του 1925 και 1927. Εν τούτοις, μόλις 8 έτη μετά το Σύνταγμα του 1927, η μοναρχία επανέκαμψε εκ νέου – ενώ ο πόλεμος, η γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος οδήγησαν την Ελλάδα πίσω στην παλινόρθωση του αυταρχισμού, με το Σύνταγμα του 1952 και με τη δικτατορία του 1967.

Μετά την πτώση της δικτατορίας τώρα, η Ελλάδα είχε τη μεγάλη ευκαιρία για μία πραγματική δημοκρατική μεταρρύθμιση, καθώς επίσης για μία ριζική ανανέωση της πολιτικής ζωής – χωρίς όμως να τα καταφέρει, αφού επανήλθαν στην εξουσία οι ίδιες οικογένειες με την πολιτική βοήθεια της γενιάς του Πολυτεχνείου, μαζί με το παλαιό Σύνταγμα του 1952 κατά το μεγαλύτερο μέρος του.

Ακολούθησε το αναχρονιστικό Σύνταγμα του 1975 που έγινε ακόμη χειρότερο με τις μετέπειτα αναθεωρήσεις του – ένα Σύνταγμα που επέτρεψε τη δημιουργία του τέρατος της μεταπολίτευσης, το οποίο έζησε και ζει παρασιτικά, κατασπαράζοντας το δημόσιο πλούτο.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η Ελλάδα στην υπερχρέωση του 2009,  στη χρεοκοπία του 2012 και στην απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο – ενώ το μέλλον που διαγράφεται μπροστά μας είναι πολύ πιο σκοτεινό, από ότι φανταζόμαστε, αν και υπάρχουν πολλές λύσεις στη διάθεση μας. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία μας έχει τεκμηριώσει πως τα Συντάγματα αλλάζουν μόνο με επαναστάσεις – ποτέ από αυτούς που τα χρησιμοποιούν για να απομυζούν όλους τους υπόλοιπους.

Ας ελπίσουμε βέβαια πως δεν θα χρειαστεί να συμβεί ξανά κάτι ανάλογο, αφού όλοι θα έπρεπε να έχουν διδαχθεί από τις εμπειρίες τους – κάτι που μέλει να αποδειχθεί στην πράξη.

Περαιτέρω, οφείλουμε να γνωρίζουμε πως το πολιτικό σύστημα αποτελείται από δύο πράγματα: από τους θεσμούς και από τα πολιτικά πρόσωπα που λειτουργούν με βάση αυτούς τους θεσμούς. Από τη στιγμή που οι θεσμοί είναι χαλαροί και δεν υπάρχουν θεσμικές δικλείδες ασφαλείας, τότε οι πολιτικοί, οι οποίοι είναι άνθρωποι με ελαττώματα όπως όλοι μας, ξεφεύγουν εύκολα από το καθήκον που επιβάλει την προάσπιση του εθνικού και κοινωνικού συμφέροντος.

Ως εκ τούτου, χρειαζόμαστε θεσμικές δικλείδες ασφαλείας – έτσι ώστε τα πολιτικά πρόσωπα να λειτουργούν αποκλειστικά με γνώμονα το εθνικό και κοινωνικό συμφέρον. Τέτοιες θεσμικές δικλείδες όμως δεν έχει η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα τα εξής:

(1) Δεν διαθέτουμε Συνταγματικό Δικαστήριο για γρήγορη και καθολική ακύρωση ενός αντισυνταγματικού νόμου. Επομένως, η εκάστοτε κυβέρνηση είναι εύκολο να θεσπίσει αντισυνταγματικούς νόμους, εξυπηρετώντας διάφορα συμφέροντα.

(2) Δεν έχουμε δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία των Πολιτών, έτσι ώστε η εκάστοτε κυβέρνηση να φοβάται πως μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με τους Πολίτες, εάν λειτουργήσει εναντίον τους.

(3) Δεν έχουμε εκλογή του ΠτΔ από τους Πολίτες, έτσι ώστε να μπορεί να σταθεί εμπόδιο απέναντι σε σκόπιμα ή μη λανθασμένες επιλογές μιας κυβέρνησης. Πρόσφατο παράδειγμα εν προκειμένω ο πρόεδρος της Ισλανδίας που τη διέσωσε από μία ανάλογη με την Ελλάδα μοίρα.

(4) Δεν έχουμε διάκριση μεταξύ εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Όλες οι εξουσίες είναι υπερσυγκεντρωμένες στα χέρια ενός παντοδύναμου πρωθυπουργού – κυριολεκτικά ενός αιρετού μονάρχη, κάτι που αποτελεί ντροπή για όλους μας.

(5) Η Βουλή, δηλαδή η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, εξακολουθεί να είναι αποκλειστικά αρμόδια για τα εγκλήματα των υπουργών και πρωθυπουργών – όχι η τακτική δικαιοσύνη.

(6) Εξακολουθεί να αφαιρείται αμέσως από τα χέρια της δικαιοσύνης η οποιαδήποτε διερεύνηση εγκλήματος, μόλις αναφερθεί το όνομα κάποιου υπουργού. Δεν αντέχει το πολιτικό σύστημα, έστω να ολοκληρωθεί η ανάκριση. Με λίγα λόγια, το άρθρο 86 εξακολουθεί να λειτουργεί για τη συγκάλυψη των εγκλημάτων των υπουργών – τίποτα δεν αλλάζει με αυτά που προτείνονται.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλά άλλα, αλλά θα χρειαζόταν αρκετός χρόνος που δεν έχουμε. Θα θέλαμε μόνο να προσθέσουμε πως ακούγοντας το συνάδελφο μας από τον ΣΥΡΙΖΑ να ισχυρίζεται πως δεν φταίει το Σύνταγμα για την κρίση στη χώρα, αλλά ότι είναι και αυτό θύμα της κρίσης, καθώς επίσης πως με την κρίση δημιουργήθηκε ένα παρασύνταγμα, με τα μνημόνια κλπ. δίπλα στο Σύνταγμα, ειλικρινά απογοητευθήκαμε.

Απλούστατα, με κριτήριο όσα αναφέραμε προηγουμένως,  το Σύνταγμα δεν ήταν θύμα της κρίσης, αλλά το ίδιο συνέβαλε τα μέγιστα στην δημιουργία της κρίσης – ενώ στη συνέχεια δεν θα μπορέσει να συμβάλει στη διάσωση της χώρας μας.

Για παράδειγμα, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παραβίαζε το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 και έκανε το ΟΧΙ των Πολιτών ΝΑΙ για τους δανειστές, που ήταν το Σύνταγμα για να ακυρώσει αυτήν την ενέργεια και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους;

Που ήταν το Σύνταγμα για να ακυρώσει τα μνημόνια και την υποδούλωση της χώρας για έναν αιώνα, τιμωρώντας τους υπεύθυνους; Που ήταν το Σύνταγμα για να ακυρώσει τη συμφωνία των Πρεσπών και να τιμωρήσει τους υπευθύνους;

Που είναι η δυνατότητα των Πολιτών να προκαλέσουν δημοψήφισμα για να βάλουν τάξη στη χώρα; Που είναι ο ΠτΔ, με τη δύναμη της εκλογής από τους Πολίτες, για να ζητήσει εξηγήσεις από την κυβέρνηση; Που είναι λοιπόν το Σύνταγμα που θα τα προέβλεπε όλα αυτά;

Επομένως, ας μην ασχολούμαστε εδώ με άρθρα που δεν πρόκειται να αλλάξουν απολύτως τίποτα, όπως αυτά που προτείνονται. Ας κάνουμε αυτό που πρέπει, εάν θέλουμε να είμαστε αντάξιοι των Ελλήνων και της ιστορίας τους. Ας πάψουμε να τους κοροϊδεύουμε με προσχηματικές αλλαγές. Ας κάνουμε κάτι που θα ωφελήσει πραγματικά την πατρίδα μας, η οποία βιώνει μία μοναδική στην παγκόσμια ιστορία κρίση.

Σχετικά τώρα με τα άρθρα 3 , 13 παρ. 5 , 33 παρ. 2, 59 παρ. 1 και 59 παρ. 2  του Συντάγματος, που διαπραγματευόμαστε σήμερα, κατά τους νομικούς μας τα εξής:

Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία. Επομένως η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική ελευθερία.  Το Σύνταγμα μας όμως προστατεύει  τη θρησκευτική ελευθερία, στο άρθρο 13 παρ.1, το οποίο μάλιστα με βάση το άρθρο 110 παρ.1 του Συντάγματος δεν αναθεωρείται.

Εκτός αυτού η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία. Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση, αναφέρεται ως επικρατούσα, με την έννοια  του ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι – όχι του ότι υπερτερεί, πως προηγείται κατά οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Το Σύνταγμα μας έχει μια συστηματική κατάστρωση των διατάξεων και  δεν γίνεται έτσι απλά να τα ισοπεδώνουμε όλα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Σχετικά τώρα με  την παρ. 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με την θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου, θα σήμαινε  αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος. Έχουμε αναφέρει πως ο  όρος  «θρησκευτική ουδετερότητα»  δεν είναι ορθός, ενόψει της θρησκευτικής ελευθερίας – σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορεί να γίνεται κατά το δοκούν,  με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας, αναθεώρηση σε άλλα μέρη του Συντάγματος που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος, την Οργάνωση και Λειτουργίες της Πολιτείας, ειδικότερα στο τμήμα Β, ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το  άρθρο 33 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο, με συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Η Ελληνική Λύση πιστεύει πως ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο, πριν την ανάληψη των καθηκόντων του.  Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας  προσδίδουν κύρος και ύψιστη ευθύνη που εξ ορισμού μόνο  θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται.

Κατά αυτόν τον τρόπο, ο θρησκευτικός  όρκος   του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας – είναι έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος της ευθύνης και της πίστης απέναντι στην Πατρίδα, που έχει  ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Κάτι ανάλογο πιστεύουμε και για το άρθρο 59 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει το θρησκευτικό όρκο για τους βουλευτές που αναλαμβάνουν  καθήκοντα. Ο θρησκευτικό όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων που αναλαμβάνουν.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο υποστηρίζουμε ότι και η παρ. 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του  βουλευτή του ελληνικού κράτους  δεν διαφοροποιούνται σε περίπτωση που ο βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος – ούτε βέβαια είναι μικρότερης σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου.

Αυτό δεν είναι άλλωστε θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης; Με βάση όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3 , 13 παρ. 5 , 33 παρ. 2 , 59 παρ. 1 και 59 παρ. 2  του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν.

Επί  της δεύτερης θεματικής ενότητας (άρθρα 5 , 21,22  και 25 του  Συντάγματος)

Η συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος γράφει ξεκάθαρα για απόλυτη προστασία ζωής, τιμής και ελευθερίας!  Γράφει «όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια»! H φράση  «όλοι όσοι», προφανώς αναφέρεται σε άπαντες, ανεξαρτήτως φύλου, γένους, ηλικίας ή οτιδήποτε άλλο.

Ο συντακτικός νομοθέτης δεν θέλησε να προσδιορίσει με επιθετικούς προσδιορισμούς τους όλους, ακριβώς για να μην περιορίσει, να μην εξαιρεθεί κάτι. Σε κάθε περίπτωση, η διάταξη αναφέρεται σε θεμελιώδη δικαιώματα, άρα  πρέπει εξ ορισμού η φρασεολογία να είναι λιτή, γενική, για να εξασφαλίζει απόλυτη προστασία.

Όσον αφορά την αναθεώρηση των  άρθρων 21,22  και 25, οι προτάσεις μας είναι οι προς αναθεώρηση διατάξεις του Συντάγματος της δεύτερης θεματικής ενότητας να παραμείνουν ως έχουν – ενώ έχουμε αναφέρει κάποιες αλλαγές, εάν υπάρξει ανάγκη τροποποίησης.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!