Ο προϋπολογισμός της συμφοράς – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Ο προϋπολογισμός της συμφοράς

.

Είναι φανερό πως η ελληνική κυβέρνηση, παραμένοντας πιστή στην πολιτική των μνημονίων, χωρίς να αναζητάει πραγματικές λύσεις για τα προβλήματα της χώρας (μη βιώσιμο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος), δεν έχει κανένα οικονομικό όπλο στη διάθεση της για να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση – οπότε αυτό που της απομένει για να διατηρηθεί στην εξουσία είναι το σταδιακό ξεπούλημα της, βαφτίζοντας το «ξένες επενδύσεις».

Αναφέρει λοιπόν πως το δημόσιο θα εισπράξει το 2020 ένα ποσόν της τάξης 2,44 δις € από τις ιδιωτικοποιήσεις που θα δρομολογήσει το ΤΑΙΠΕΔ – χωρίς όμως να μας λέει πως το ΤΑΙΠΕΔ είναι μία ξένη επιχείρηση, ένας σύνδικος πτώχευσης των δανειστών, με την εντολή να ξεπουλήσει όλα αυτά που του έχει μεταβιβάσει η Ελλάδα δωρεάν, χωρίς καν να εκτιμήσει την αξία τους. Λιμάνια, μαρίνες, ενεργειακές εταιρείες, κοιτάσματα φυσικού αερίου, νερά, ηλεκτρισμό,  αυτοκινητοδρόμους, τραίνα, λαχεία, ραδιοσυχνότητες, τράπεζες, ακίνητα και ότι άλλο διαθέτει η πατρίδα μας – ενώ τα έσοδα θα οδηγηθούν στο εξωτερικό, στραγγαλίζοντας ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα της Οικονομίας μας.

.

Ανάλυση

Ο προϋπολογισμός που έχει καταθέσει η κυβέρνηση δεν έχει κανένα πολιτικό όραμα και κανέναν οικονομικό σχεδιασμό, αποτελώντας μόνο ένα διαχειριστικό εργαλείο για τον έλεγχο των εισπράξεων – συνεχίζοντας να τηρεί τις προτεραιότητες των μνημονίων, όσον αφορά τη συρρίκνωση της χώρας και την υποταγή της στη Γερμανία, με κατεύθυνση την πλήρη αλλαγή της ιδιοκτησίας της, την υφαρπαγή της.

Τεκμηριώνει δε καθαρά πως έχει την πρόθεση να συνεχίσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας – ενώ ταυτόχρονα δρομολογεί από τις αρχές του 2020 το ξεπούλημα της ιδιωτικής, με τους δεκάδες χιλιάδες πλειστηριασμούς που θα διενεργήσουν οι αφελληνισμένες τράπεζες. Εκείνες οι τράπεζες που σχεδιάζει επί πλέον να «προικίσει» ξανά όχι με τα 9 δις € που είχε ανακοινώσει για το σχέδιο Ηρακλής, αλλά με 12 δις € – διαπιστώνοντας πως οι Έλληνες έχουν πια συνθηκολογήσει και αποδέχονται τα πάντα με σκυφτό το κεφάλι.

Μπορεί λοιπόν το ενδιαφέρον των Ελλήνων να έχει επικεντρωθεί στο μεταναστευτικό, δίκαια αφού δρομολογείται ο βίαιος εποικισμός της χώρας, για την αντιμετώπιση του οποίου υπάρχει μία και μοναδική λύση (ανάλυση), αλλά κανένα από τα προηγούμενα προβλήματα δεν έχει επιλυθεί – ούτε τα οικονομικά, αφού συνεχίζεται η πολιτική των μνημονίων, ούτε τα εθνικά με κέντρο βάρους το Μακεδονικό που θα ακολουθηθεί από τη Θράκη, ούτε τα γεωπολιτικά που ξεκίνησαν μεν με το μεταναστευτικό εποικισμό, αλλά πολύ πιθανόν θα συνοδευθούν από ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία, στα πλαίσια του ασύμμετρου, υβριδικού πολέμου που διεξάγει εναντίον μας.

Όσον αφορά τώρα τα οικονομικά προβλήματα, δυστυχώς, όπως διαπιστώσαμε κατά τη συζήτηση του απολογισμού του 2017, η κυβέρνηση πιστεύει απόλυτα λανθασμένα πως το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ούτε το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, ούτε το μοναδικό στην ιστορία κόκκινο ιδιωτικό – αλλά οι επενδύσεις και μάλιστα οι ξένες, παρά το ότι γνωρίζει πως ποτέ δεν ξεπέρασαν το 2% του ΑΕΠ έναντι σχεδόν 25% των εγχωρίων (γράφημα).

Πιστεύει δηλαδή στην προσφορά, όταν ακόμη και ένα μικρό παιδί γνωρίζει, το αργότερο μετά τη Μεγάλη Ύφεση στις ΗΠΑ το 1930 ότι, η ζήτηση είναι αυτή που μπορεί να διασώσει μία χώρα, από τη στιγμή εκείνη και μετά που έχει βυθιστεί στην ύφεση – η οποία μπορεί να τονωθεί μόνο με μία κατάλληλη δημοσιονομική πολιτική, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα της νομισματικής πολιτικής, λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωζώνη.

Ειδικότερα η ανταγωνιστική με τις γύρω χώρες φορολογία και οι δημόσιες επενδύσεις, έτσι ώστε να υπάρξουν δουλειές, να δημιουργηθεί εγχώρια ζήτηση και να ακολουθήσει ο ιδιωτικός τομέας – πόσο μάλλον όταν η ξένη ζήτηση είναι όνειρο θερινής νύχτας, αφενός μεν επειδή η ΕΕ οδηγείται ξανά σε ύφεση, αφετέρου λόγω του ότι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας έχει χαθεί, παρά την κατακόρυφη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος, εξαιτίας του ότι οι εγχώριες επενδύσεις μειώθηκαν πολύ περισσότερο (γράφημα).

Αναφέρει λοιπόν, με την υπερηφάνεια του αδαή ή του δουλοπρεπή, πως το δημόσιο θα εισπράξει το 2020 ένα ποσόν της τάξης 2,44 δις € από τις ιδιωτικοποιήσεις που θα δρομολογήσει το ΤΑΙΠΕΔ – χωρίς όμως να μας λέει πως το ΤΑΙΠΕΔ είναι μία ξένη επιχείρηση, ένας σύνδικος πτώχευσης των δανειστών, με την εντολή να ξεπουλήσει αυτά που του έχει μεταβιβάσει η Ελλάδα, χωρίς καν να εκτιμήσει την αξία τους.

Λιμάνια, μαρίνες, ενεργειακές εταιρείες, κοιτάσματα φυσικού αερίου, νερά, ηλεκτρισμό,  αυτοκινητοδρόμους όπως την Εγνατία, τραίνα, λαχεία, ραδιοσυχνότητες, τράπεζες, ακίνητα και ότι άλλο διαθέτει η Ελλάδα – ενώ τα έσοδα θα οδηγηθούν στο εξωτερικό, στραγγαλίζοντας ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα της Οικονομίας μας. Η κυβέρνηση δεν διστάζει ακόμη και να δημιουργήσει μία αγορά χρηματιστηριακών παραγώγων στον τομέα της ενέργειας, παρά το ότι θα πρέπει να γνωρίζει ότι, ακριβώς αυτά τα παράγωγα χρεοκόπησαν την Καλιφόρνια – την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, η οποία ξεπερνάει τη Μ. Βρετανία.

Έτσι φυσικά θα έχει η Ελλάδα ανάπτυξη – αλλά τέτοια που δεν θα ωφελήσει καθόλου τους Έλληνες. Αντίθετα, θα τους οδηγήσει στον αφανισμό, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής – αφού οι νέοι ιδιοκτήτες της χώρας θα έχουν κάθε συμφέρον να απασχολούν φθηνούς ξένους μετανάστες, οι οποίοι ήδη κατακλύζουν την Ελλάδα με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, με κριτήριο το ότι οι μεταναστευτικές ροές έχουν αυξηθεί κατά 200% από τότε που ανέλαβε.

Ποιός ξένος αλήθεια θα επενδύσει σε μία χώρα που η ζήτηση έχει σε τέτοιο βαθμό συρρικνωθεί, μεταξύ άλλων επειδή τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα; Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ισχυρίζεται η κυβέρνηση πως το υπέρογκο κόκκινο ιδιωτικό χρέος δεν είναι το πρόβλημα; Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, να κατασκευάσει κανείς ένα νέο εργοστάσιο, όταν αυτά που ήδη υπάρχουν υπολειτουργούν κινδυνεύοντας να χρεοκοπήσουν;

Δεν είναι αυτονόητο πως οι όποιοι ξένοι «επενδυτές» θα αγοράσουν τα υφιστάμενα, κυρίως τις κοινωφελείς επιχειρήσεις του δημοσίου, σε εξευτελιστικές τιμές, οπότε απλά θα αλλάξουν χέρια και δεν θα δημιουργηθεί ούτε μία επί πλέον θέση εργασίας που θα είχε ως αποτέλεσμα νέα εισοδήματα και άνοδο της ζήτησης; Ακόμη δε και σε περιπτώσεις «εμβληματικών» επενδύσεων, όπως του Ελληνικού, εάν δεν υπάρχει επί πλέον ζήτηση, δεν θα δημιουργήσει απλά προβλήματα στις υπάρχουσες συναφείς επιχειρήσεις απομυζώντας την πελατεία τους, χωρίς να αυξήσει το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας;

Από την άλλη πλευρά, πώς να επενδύσει το δημόσιο με το δικό του χρέος στη στρατόσφαιρα και με τους δανειστές να το απαγορεύουν; Δεν είναι επομένως παράλογο να θεωρεί η κυβέρνηση πως ούτε το δημόσιο χρέος είναι πρόβλημα, επειδή εξυπηρετείται συγκυριακά λόγω των τεχνητά χαμηλών επιτοκίων διεθνώς, συν την επιμήκυνση των 96 δις € από το ΣΥΡΙΖΑ για μετά το 2032; Εν τούτοις αυτό που πρέπει να κάνει και να βρει λύση, είναι η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων – παράλληλα φυσικά με τη μείωση των φόρων (=δημοσιονομική πολιτική). Στα πλαίσια αυτά τα εξής:

Διδάγματα από το παρελθόν

Στην εποχή της οικονομικής ανόδου μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η τόνωση της οικονομίας μέσω των δημοσίων δαπανών, οπότε η δημοσιονομική πολιτική, είχε απόλυτη προτεραιότητα. Έτσι δημιουργήθηκε το σύγχρονο κοινωνικό κράτος, ενώ διενεργήθηκαν δημόσιες επενδύσεις στην ανοικοδόμηση των χωρών, στην Παιδεία, στο σύστημα Υγείας κοκ.  – γεγονός που οδήγησε στην αύξηση του τζίρου των εταιριών του ιδιωτικού τομέα, οπότε στην άνοδο των ιδιωτικών επενδύσεων.

Ακόμη και σήμερα δε οι οικονομικοί ερευνητές, όπως το Ινστιτούτο DIW του Βερολίνου, υπολογίζουν πως η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων κατά 1 δις € στην Ευρωζώνη, αυξάνει μετά από πέντε χρόνια τις ιδιωτικές επενδύσεις κατά 1,1 δις € (πηγή). Δεν υπάρχει λοιπόν η παραμικρή αμφιβολία πως οι δημόσιες επενδύσεις προκαλούν την άνοδο των ιδιωτικών – των πραγματικών και όχι αυτών που προέρχονται από την εξαγορά της χώρας με εξευτελιστικές τιμές.

Για να είμαστε βέβαια σωστοί, η άνοδος του ΑΕΠ και η ευημερία μίας χώρας είναι συνήθως το αποτέλεσμα του συνδυασμού όλων των τομέων της οικονομικής πολιτικής – δηλαδή της νομισματικής, της δημοσιονομικής και της μισθολογικής, όπου η βασικότερη όλων είναι η νομισματική. Η τελευταία, στα χρόνια μετά τον πόλεμο, είχε εξασφαλισθεί από το σύστημα του Bretton Woods, μέσω του οποίου οι νομισματικές ισοτιμίες διατηρούταν σταθερές – υποτιμημένες στην περίπτωση πολλών ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στο δολάριο και αυξάνοντας ως εκ τούτου την ανταγωνιστικότητα τους.

Εξέλιξη του ΑΕΠ των ΗΠΑ (μπλε καμπύλη) και των πραγματικών επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων (κόκκινη)

Από την άλλη πλευρά η αμερικανική κεντρική τράπεζα, η Fed, φρόντιζε με την  πολιτική των επιτοκίων να διατηρεί το βραχυπρόθεσμο πραγματικό επιτόκιο (=το βασικό μείον τον πληθωρισμό) σημαντικά χαμηλότερο από την πραγματική άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης (γράφημα) – δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες συνθήκες για τη διεξαγωγή επενδύσεων. Φυσικά δε οι άλλες χώρες έπρεπε να συντονίζονται με την αμερικανική πολιτική, λόγω της συμμετοχής τους στο σύστημα του Bretton Woods.

Με δεδομένο όμως το ότι, το σύστημα του Bretton Woods έπαψε να υπάρχει μετά το 1971 και η Ελλάδα απώλεσε τη νομισματική της κυριαρχία λόγω ευρώ, χάνοντας επί πλέον τη δυνατότητας εφαρμογής μίας δικής της δημοσιονομικής πολιτικής μετά την εν λειτουργία  χρεοκοπία της (όπου με το έγκλημα του PSI  είχε όλα τα μειονεκτήματα μίας χρεοκοπίας χωρίς κανένα πλεονέκτημα), το μόνο που της απέμεινε για την ανάπτυξη της οικονομίας της ήταν η μισθολογική πολιτική – η οποία, γνωστή ως εσωτερική υποτίμηση, απέτυχε τελικά παταγωδώς.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, είναι φανερό πως η ελληνική κυβέρνηση, παραμένοντας πιστή στην πολιτική των μνημονίων, χωρίς να αναζητάει πραγματικές λύσεις για τα προβλήματα της χώρας (μη βιώσιμο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος), δεν έχει κανένα οικονομικό όπλο στη διάθεση της για να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση – οπότε αυτό που της απομένει για να διατηρηθεί στην εξουσία είναι το σταδιακό ξεπούλημα της, βαφτίζοντας το «ξένες επενδύσεις».

Θα πετύχει λοιπόν πιθανότατα το ρυθμό ανάπτυξης που σχεδιάζει, αλλά θα πρόκειται για κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ με τα ΝΟΜΕ  στη ΔΕΗ – δηλαδή ένας τζίρος της τάξης των 2 δις € που της εξασφάλισε μία ανάλογη ρευστότητα, αλλά με ζημίες 600 εκ. € που την έφεραν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.  


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!